Σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που δημοσιεύτηκε στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο υπουργός Επικρατείας Άκης Σκέρτσος επικαλέστηκε στοιχεία από τη βάση δεδομένων ΕΡΓΑΝΗ για να ισχυριστεί πως αδίκως κατηγορείται η κυβέρνησή της ΝΔ ότι μεροληπτεί κατά των μικρών επιχειρήσεων.
Με βάση αυτά τα στοιχεία, ο αριθμός των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί από το 2019 έως σήμερα κατά 49.289 (+16,9%) και ο αριθμός των εργαζομένων κατά 577.742 (+24,6%) άτομα.
Ωστόσο, σύμφωνα με ανακοίνωση του τομέα Ανάπτυξης / Εμπορίου και Επιχειρηματικότητας της ΕΛΑΣ, «ακόμη κι αν δεχθούμε τα στοιχεία ως έχουν, δείχνουν μόνο μια πλευρά της πραγματικότητας».
Παρουσιάζοντας σχετικά στοιχεία, το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα εστιάζει στις μικρές επιχειρήσεις τονίζοντας πως αυτές αποτελούν ένα σημαντικό και αναξιοποίητο κεφάλαιο της οικονομίας και μπορούν να συμβάλλουν στον παραγωγικό μετασχηματισμό και την ανάπτυξη της χώρας. Υπογραμμίζεται επίσης ότι οι μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται σήμερα ένα άλλο πλαίσιο πολιτικής, με ενεργητικές πολιτικές στήριξης, πρόσβαση σε ρευστότητα, δίκαιους όρους ανταγωνισμού και προστασία από τα ολιγοπώλια.
Συγκεκριμένα, η ΕΛΑΣ επισημαίνει τα παρακάτω:
«Καταρχήν, θα ήταν ένα παγκόσμιο παράδοξο αν στην περίοδο 2019-25 με τόσους διαθέσιμους Ευρωπαϊκούς πόρους που συνδυαστικά πλησίασαν το πρωτοφανές ποσό των 80 δις ευρώ (Ταμείο Ανάκαμψης, ΕΣΠΑ και Κοινή Αγροτική Πολιτική), δεν υπήρχε κάποια έστω μικρή επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα. Ας ξεχάσουμε για λίγο τις άλλες πτυχές της επιχειρηματικότητας και ας μείνουμε μόνο στην μεταβολή του αριθμού των επιχειρήσεων και της απασχόλησης. Με βάση τα στοιχεία της Eurostat, Structural Business Statistics (SBS) NACE Rev. 2, στην περίοδο 2015-18 ο συνολικός αριθμός των επιχειρήσεων στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 116.804 (16,6%), ενώ ο αριθμός των εργαζομένων κατά 323.667 (15,1%). Διερωτάται, λοιπόν, κάθε καλόπιστος πολίτης, πως είναι δυνατόν οι επιδόσεις της οικονομίας να είναι συγκρίσιμες τα 4 χρόνια σκληρών δημοσιονομικών περιορισμών και εξωτερικής εποπτείας (2015-18) με τα 6 χρόνια στα οποία υπήρξε αφθονία πόρων και ένα πιο χαλαρό δημοσιονομικό πλαίσιο.
Για να μιλήσουμε πάλι με αριθμούς, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι τόσο οι δημογραφικοί δείκτες της επιχειρηματικότητας. Αυτό που κάνει την πραγματικότητα των μικρών επιχειρήσεων ζοφερή είναι η δυσκολία αποπληρωμής του χρέους των 27 δις ευρώ στις τράπεζες (εκ του οποίου 1,3 δις είναι ληξιπρόθεσμο) και των 10 δις ευρώ ληξιπρόθεσμου χρέους στους servicers , καθώς και το γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό των επιχειρήσεων αποκλείονται από τον τραπεζικό δανεισμό. Με βάση τα τελευταία στοιχεία για το 2025 , το 83,2% των επενδύσεων των μικρών επιχειρήσεων χρηματοδοτείται από ίδια κεφάλαια, ενώ το 26,8% δεν διαθέτει καθόλου ρευστά διαθέσιμα.
Η κριτική η οποία ασκείται στην κυβέρνηση είναι βάσιμη για πολλούς λόγους, αλλά αρκεί να αναφέρουμε μόνο δύο: Δεν αξιοποίησε τους μοναδικούς σε ύψος Κοινοτικούς πόρους που είχε στη διάθεσή της στο Ταμείο Ανάκαμψης για να ενισχύσει την παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα της μικρής επιχειρηματικότητας, η οποία – σε αντίθεση με τις μεγάλες – είχε πολύ μικρή πρόσβαση σε δανεισμό με προνομιακό επιτόκιο. Δεύτερον, δεν δημιούργησε εποπτικούς μηχανισμούς προστασίας των μικρών επιχειρήσεων από τις ολιγοπωλιακές δομές που έχουν αναπτυχθεί σε βασικές αγορές της οικονομίας (ενέργεια, τράπεζες, μάρκετ) και οι οποίες επιβαρύνουν το κόστος λειτουργίας τους.
Οι μικρές επιχειρήσεις χρειάζονται σήμερα ένα άλλο πλαίσιο πολιτικής. Αποτελούν ένα σημαντικό και αναξιοποίητο κεφάλαιο της οικονομίας και μπορούν να συμβάλλουν στον παραγωγικό μετασχηματισμό και την ανάπτυξη της χώρας. Χρειάζονται, όμως, ενεργητικές πολιτικές στήριξης, πρόσβαση σε ρευστότητα, δίκαιους όρους ανταγωνισμού και προστασία από τα ολιγοπώλια.»
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
