Τελευταία νέα
Ο Λούλα και η πολιτική της εθνικής κυριαρχίας με την κοινωνία στο επίκεντρο Μαρινάκης: Ο Μπεκίρης δεν πληρώνεται – Ήταν στο πολιτικό γραφείο του Μητσοτάκη στη Βουλή, όχι στο Μαξίμου Νέο έκτακτο δελτίο της ΕΜΥ: Βροχές και καταιγίδες έως την Τετάρτη – Σε «Red Code» 4 περιοχές την 28η Οκτωβρίου Νέα ταχύπλοα περιπολικά παραγγέλνει το Λιμενικό Liolios Gate: Νέα καταγγελία Βουράκη για τις διοργανώσεις 3×3 και την ποινή αποκλεισμού Κουφονικολάκου: «Ανάγκη για διαφάνεια και κοινωνική προστασία – Καμία απάντηση από την κυβέρνηση για τα σκάνδαλα» Ηλεία: Εξιχνιάστηκαν πέντε απάτες σε βάρος ηλικιωμένων – Απέσπασαν σχεδόν 100.000 ευρώ και κοσμήματα Καταγγελίες για νοθεία στις εκλογές της ΕΟΚ – Τι υποστηρίζει ο Φασούλας Έξαλλοι οι Κινέζοι με τον Μπαπέ: Είπε δικτάτορα τον Μάο – Τερματίστηκαν οι συνεργασίες με δύο μεγάλες εταιρείες Συναγερμός στα Εξάρχεια: Εντοπίστηκε ύποπτο αντικείμενο – Διακοπή κυκλοφορίας σε Μπενάκη και Καλλιδρομίου Η μαζική συμμετοχή ήταν το κλειδί της νίκης σε Βραζιλία και Σερβία Αέρας αλλαγής στα πανιά της ελληνικής Κεντροαριστεράς
Efsyn.gr

Η Ευρώπη των ναυαγίων και τα όρια της ευρωπαϊκής αλληλεγγύης

Η 24η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Περιφερειών και Πόλεων (EURegionsWeek 2026), στις Βρυξέλλες, ανέδειξε τις αντιφάσεις που διατρέχουν σήμερα την ευρωπαϊκή περιφερειακή πολιτική: την αβεβαιότητα για το μέλλον της Πολιτικής Συνοχής, την πίεση για μεγαλύτερη συγκέντρωση και ανακατεύθυνση των πόρων, την ενίσχυση των αμυντικών προτεραιοτήτων και τις διαφορετικές ανάγκες του ευρωπαϊκού Βορρά και Νότου.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία έχει η περιορισμένη παρουσία της μεταναστευτικής πολιτικής και της κοινωνικής ένταξης των προσφύγων και των μεταναστών στη δημόσια συζήτηση της διοργάνωσης, εφόσον αυτή επιβεβαιώνεται από το επίσημο πρόγραμμα και τις σχετικές εκδηλώσεις. Η απουσία ή η υποβάθμιση αυτών των ζητημάτων δεν αποτελεί απλώς μια προγραμματική επιλογή. Αναδεικνύει ένα ευρύτερο πολιτικό ερώτημα: σε ποιον βαθμό η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να αντιμετωπίζει την κοινωνική συνοχή ως κεντρικό στόχο της περιφερειακής ανάπτυξης και όχι ως δευτερεύουσα προτεραιότητα, εξαρτημένη από τις εκάστοτε δημοσιονομικές και γεωπολιτικές ανάγκες.
Οι πόλεις και οι περιφέρειες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή της διαχείρισης των κοινωνικών συνεπειών της μετανάστευσης. Ωστόσο, καλούνται συχνά να ανταποκριθούν σε σύνθετες ανάγκες χωρίς αντίστοιχες αρμοδιότητες, σταθερή χρηματοδότηση και ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό των ευρωπαϊκών πολιτικών. Η απόσταση ανάμεσα στις κεντρικές αποφάσεις και την τοπική πραγματικότητα αποτελεί μία από τις σημαντικότερες δοκιμασίες για το ευρωπαϊκό εγχείρημα.
Τα εξωτερικά σύνορα και η πολιτική της αποτροπής
Η συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από όσα συμβαίνουν στα εξωτερικά της σύνορα. Τα ναυάγια στη Μεσόγειο, η τραγωδία της Πύλου, οι επιχειρήσεις αναχαίτισης στην Κεντρική Μεσόγειο, οι συνοριακοί φράχτες στη Θέουτα και τη Μελίγια, καθώς και η επικίνδυνη διαδρομή από τη Δυτική Αφρική προς τις Καναρίους Νήσους, υπενθυμίζουν το ανθρώπινο κόστος των μεταναστευτικών διαδρομών.
Η ευρωπαϊκή πολιτική διαχείρισης της μετανάστευσης δίνει ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στον έλεγχο των συνόρων, στην αποτροπή των παράτυπων αφίξεων και στη συνεργασία με τρίτες χώρες. Συμφωνίες και επιχειρησιακές συνεργασίες με χώρες όπως η Λιβύη, η Τυνησία και η Αίγυπτος αποτελούν μέρος αυτής της στρατηγικής. Η επιλογή αυτή δεν είναι από μόνη της ασύμβατη με την ανάγκη διαχείρισης των συνόρων. Το κρίσιμο ζήτημα είναι οι όροι υπό τους οποίους εφαρμόζεται, η λογοδοσία των εμπλεκόμενων φορέων και οι εγγυήσεις προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Οι αναφορές διεθνών οργανισμών σε αυθαίρετες κρατήσεις, βασανιστήρια, καταναγκαστική εργασία και άλλες μορφές κακομεταχείρισης στη Λιβύη καθιστούν αναγκαίο τον αυστηρό έλεγχο των ευρωπαϊκών συνεργασιών. Όταν ευρωπαϊκοί πόροι, εξοπλισμός ή επιχειρησιακή υποστήριξη συμβάλλουν στην αναχαίτιση ανθρώπων και στην επιστροφή τους σε χώρους όπου κινδυνεύει η ζωή και η ελευθερία τους, η ευθύνη της Ένωσης δεν μπορεί να εξαντλείται στην επίκληση της συνεργασίας με τρίτες χώρες.
Η εξωτερική διάσταση της μεταναστευτικής πολιτικής δημιουργεί, επομένως, ένα διπλό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, η αποτελεσματικότητα της αποτροπής παραμένει αμφισβητήσιμη, καθώς οι άνθρωποι που επιχειρούν να φτάσουν στην Ευρώπη συχνά αναγκάζονται να ακολουθήσουν άλλες, εξίσου ή περισσότερο επικίνδυνες διαδρομές. Από την άλλη, η μεταφορά μέρους του ελέγχου σε τρίτες χώρες μπορεί να απομακρύνει τις πρακτικές διαχείρισης από τον άμεσο δημόσιο και θεσμικό έλεγχο.
Σε αυτό το πλαίσιο, η απουσία ουσιαστικής συζήτησης για τη μετανάστευση από μια διοργάνωση που επικεντρώνεται στις πόλεις και τις περιφέρειες θα ήταν πολιτικά αξιοσημείωτη. Οι τοπικές αρχές δεν αντιμετωπίζουν τη μετανάστευση ως αφηρημένο ζήτημα φύλαξης των συνόρων, αλλά ως καθημερινή πρόκληση που αφορά τη στέγαση, την εκπαίδευση, την υγεία, την εργασία και την κοινωνική συνοχή.
Κλιματική κρίση και μετακινήσεις πληθυσμών: ένα κενό πολιτικής
Ένα ακόμη ζήτημα που χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή είναι η σχέση ανάμεσα στην κλιματική κρίση και τις μετακινήσεις πληθυσμών. Η λειψυδρία, η ερημοποίηση, οι παρατεταμένοι καύσωνες, η υποβάθμιση των καλλιεργήσιμων εκτάσεων και η απώλεια εισοδήματος μπορούν να επιδεινώσουν τις ήδη δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και να συμβάλουν σε μετακινήσεις, τόσο στο εσωτερικό των χωρών όσο και πέρα από τα σύνορά τους.
Οι επιπτώσεις αυτές αφορούν ιδιαίτερα τη Μεσόγειο και τον ευρωπαϊκό Νότο, όπου η κλιματική πίεση συναντά τις κοινωνικές ανισότητες, τη δημογραφική συρρίκνωση και τις ελλείψεις σε βασικές υποδομές. Δεν είναι, ωστόσο, επιστημονικά ή πολιτικά ακριβές να αποδίδεται κάθε μετακίνηση πληθυσμού αποκλειστικά στην κλιματική αλλαγή. Οι αποφάσεις μετακίνησης συνδέονται συνήθως με ένα σύνολο παραγόντων, όπως η φτώχεια, οι συγκρούσεις, η απώλεια εργασίας, η επισιτιστική ανασφάλεια και η περιορισμένη πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες.
Η σύνθετη αυτή πραγματικότητα απαιτεί πολιτικές που να συνδέουν την κλιματική προσαρμογή με την κοινωνική προστασία, την περιφερειακή ανάπτυξη και τον σχεδιασμό για τις μετακινήσεις πληθυσμών. Ερευνητικές πρωτοβουλίες που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκά προγράμματα, μεταξύ των οποίων το Horizon Europe, έχουν συμβάλει στη μελέτη αυτών των σχέσεων. Η πρόκληση είναι η επιστημονική γνώση να μεταφραστεί σε συγκεκριμένα εργαλεία για τις τοπικές αρχές.
Χρειάζεται, πάντως, μια σημαντική νομική διάκριση. Ο όρος «κλιματικός πρόσφυγας» χρησιμοποιείται ευρέως στον δημόσιο διάλογο, αλλά δεν αποτελεί αυτοτελή κατηγορία διεθνούς προστασίας βάσει της Σύμβασης της Γενεύης. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι που εκτοπίζονται εξαιτίας περιβαλλοντικών καταστροφών στερούνται κάθε προστασίας. Σημαίνει ότι το ισχύον πλαίσιο δεν προσφέρει μια ενιαία, αυτόματη λύση για όλες τις περιπτώσεις και ότι η προστασία τους εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες, τις εφαρμοστέες διατάξεις και τις πολιτικές κάθε κράτους.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι μόνο αν θα αναγνωριστεί ένας νέος νομικός όρος. Είναι αν η Ευρωπαϊκή Ένωση θα διαμορφώσει συνεκτική πολιτική για τις μετακινήσεις που συνδέονται με την κλιματική κρίση, συνδυάζοντας την πρόληψη, την προσαρμογή, την κοινωνική προστασία και, όπου απαιτείται, τη νόμιμη κινητικότητα και τις εγγυήσεις προστασίας.
Η Πολιτική Συνοχής σε αναζήτηση προσανατολισμού
Η συζήτηση για τη μετανάστευση συνδέεται άμεσα με ένα ευρύτερο ερώτημα: ποιος είναι σήμερα ο σκοπός της ευρωπαϊκής Πολιτικής Συνοχής και ποιες προτεραιότητες θα καθορίσουν τη χρηματοδότησή της τα επόμενα χρόνια;
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών έχει διαχρονικά αναδείξει τον ρόλο των πόλεων και των περιφερειών στην ένταξη των μεταναστών. Πρωτοβουλίες όπως το δίκτυο «Cities and Regions for Integration» έχουν προσφέρει θεσμικό χώρο για την ανταλλαγή εμπειριών και την προβολή των αναγκών της αυτοδιοίκησης. Η παρακαταθήκη αυτή δεν σημαίνει ότι η ευρωπαϊκή πολιτική ένταξης υπήρξε ποτέ επαρκής. Αναδεικνύει, όμως, μια σημαντική μετατόπιση: ενώ η ανάγκη για τοπικές λύσεις παραμένει, η πολιτική προσοχή και οι διαθέσιμοι πόροι διεκδικούνται πλέον από περισσότερες και συχνά ανταγωνιστικές προτεραιότητες.
Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας, η στρατιωτική κινητικότητα, οι υποδομές διπλής χρήσης και η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας καταλαμβάνουν όλο και σημαντικότερη θέση στον σχεδιασμό της Ένωσης. Οι προτεραιότητες αυτές συνδέονται με πραγματικές γεωπολιτικές πιέσεις. Το ζήτημα δεν είναι αν η Ευρώπη χρειάζεται να ενισχύσει την ασφάλειά της, αλλά με ποιον τρόπο θα το πράξει χωρίς να υπονομεύσει τους στόχους της κοινωνικής και εδαφικής συνοχής.
Ο κίνδυνος προκύπτει όταν η Πολιτική Συνοχής αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως χρηματοδοτικό απόθεμα για την κάλυψη νέων στρατηγικών αναγκών. Η μετατόπιση πόρων από την υγεία, την εκπαίδευση, την ύδρευση, τις κοινωνικές υποδομές και την περιφερειακή καινοτομία προς άλλες χρήσεις μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες, ιδίως για περιοχές που ήδη αντιμετωπίζουν αναπτυξιακές υστερήσεις. Ωστόσο, το εύρος και οι πραγματικές επιπτώσεις μιας τέτοιας ανακατεύθυνσης πρέπει να τεκμηριώνονται μέσα από τις συγκεκριμένες προτάσεις, τους δημοσιονομικούς κανόνες και τις αποφάσεις κατανομής των ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Αντίστοιχα, η ανάδειξη της αρχής του «δικαιώματος παραμονής» (Right to Stay), δηλαδή της δυνατότητας των ανθρώπων να παραμένουν στον τόπο τους χωρίς να εξαναγκάζονται σε φυγή λόγω έλλειψης ευκαιριών, έχει ουσιαστική αξία. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει μια ολοκληρωμένη πολιτική περιφερειακής ανάπτυξης. Χωρίς θέσεις εργασίας, πρόσβαση σε υπηρεσίες, επαρκείς υποδομές και σταθερή χρηματοδότηση, η αρχή κινδυνεύει να παραμείνει διακήρυξη καλών προθέσεων.
Η πρόκληση για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή των Περιφερειών είναι να διασφαλίσει ότι η νέα έμφαση στην ασφάλεια και την ανταγωνιστικότητα δεν θα οδηγήσει στην υποβάθμιση της κοινωνικής διάστασης της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η συνοχή δεν είναι συμπληρωματική δαπάνη, την οποία η Ένωση μπορεί να περιορίζει κάθε φορά που προκύπτει μια νέα κρίση. Είναι όρος για τη βιωσιμότητα των ίδιων των ευρωπαϊκών πολιτικών.
Οι πόλεις στην πρώτη γραμμή, χωρίς επαρκή εργαλεία
Η κοινωνική ένταξη δεν υλοποιείται στις αίθουσες των ευρωπαϊκών θεσμών. Υλοποιείται στις γειτονιές, στα σχολεία, στα κέντρα υγείας, στις υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας και στους χώρους εργασίας. Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, το Παλέρμο, τη Μασσαλία και τη Βαρκελώνη, οι δημοτικές αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συγκεκριμένες ανάγκες ανθρώπων που αναζητούν προστασία ή μια νέα αρχή.
Η πρόσβαση στη στέγαση, η εκμάθηση της γλώσσας, η φοίτηση των παιδιών, η υγειονομική περίθαλψη και η ένταξη στην αγορά εργασίας απαιτούν μακροχρόνιο σχεδιασμό και συνεργασία ανάμεσα σε διαφορετικά επίπεδα διοίκησης. Δεν αρκούν έκτακτες παρεμβάσεις που ενεργοποιούνται όταν αυξάνονται οι αφίξεις ούτε προγράμματα περιορισμένης διάρκειας που αφήνουν τις τοπικές υπηρεσίες χωρίς συνέχεια μόλις εξαντληθούν οι διαθέσιμοι πόροι.
Η αυτοδιοίκηση, ωστόσο, δεν διαθέτει πάντοτε τους αναγκαίους πόρους ούτε έχει ουσιαστικό λόγο στον σχεδιασμό των προγραμμάτων που καλείται να εφαρμόσει. Η εξάρτηση από εθνικούς μηχανισμούς χρηματοδότησης, οι διοικητικές καθυστερήσεις και η ασυνέχεια των πολιτικών δυσχεραίνουν τον προγραμματισμό. Το αποτέλεσμα είναι μια δομική αναντιστοιχία: οι ευθύνες συγκεντρώνονται στο τοπικό επίπεδο, ενώ σημαντικό μέρος των αποφάσεων και των χρηματοδοτικών εργαλείων παραμένει αλλού.
Γι’ αυτό, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή μεταναστευτική πολιτική χρειάζεται να περιλαμβάνει τουλάχιστον τρεις συγκεκριμένες προτεραιότητες.
Πρώτον, ουσιαστικότερη συμμετοχή των πόλεων και των περιφερειών στον σχεδιασμό και την υλοποίηση των προγραμμάτων του Ταμείου Ασύλου, Μετανάστευσης και Ένταξης (AMIF) και του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου+ (ΕΚΤ+). Η άμεση ή απλούστερη πρόσβαση στη χρηματοδότηση, όπου το επιτρέπουν οι σχετικοί κανόνες, μπορεί να περιορίσει τις καθυστερήσεις και να ενισχύσει την προσαρμογή των δράσεων στις τοπικές ανάγκες.
Δεύτερον, σύνδεση της ένταξης με τις δημογραφικές και παραγωγικές ανάγκες των περιφερειών. Η μείωση του πληθυσμού και οι ελλείψεις εργατικού δυναμικού σε τομείς όπως η γεωργία, οι κατασκευές και οι υπηρεσίες απαιτούν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό. Η μετανάστευση μπορεί να συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτών των αναγκών, εφόσον συνοδεύεται από νόμιμες οδούς κινητικότητας, εργασιακή προστασία, πρόσβαση σε κατάρτιση και πραγματικές δυνατότητες κοινωνικής ένταξης. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται απλώς ως διαθέσιμο εργατικό δυναμικό για την κάλυψη κενών στην οικονομία.
Τρίτον, σταθερή και αναλογική στήριξη των περιοχών πρώτης υποδοχής. Οι νησιωτικοί και συνοριακοί δήμοι του ευρωπαϊκού Νότου χρειάζονται πόρους που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες τους, χωρίς να μετατρέπονται σε μόνιμους χώρους συγκέντρωσης και διαχείρισης ανθρώπων. Η ευθύνη για την υποδοχή και την προστασία δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τη γεωγραφική θέση μιας περιοχής.
Δίκτυα όπως το Eurocities και το MedCities μπορούν να συμβάλουν στην ανάδειξη αυτών των αναγκών, στην ανταλλαγή πρακτικών και στη διεκδίκηση ουσιαστικότερου ρόλου για την αυτοδιοίκηση. Η αποτελεσματικότητα, ωστόσο, τέτοιων πρωτοβουλιών εξαρτάται από το αν οι ευρωπαϊκοί και εθνικοί θεσμοί θα τις μετατρέψουν σε συγκεκριμένες πολιτικές και χρηματοδοτικές δεσμεύσεις.
Ο ευρωπαϊκός Νότος και ο κίνδυνος διεύρυνσης των ανισοτήτων
Για την Ελλάδα, την Ιταλία και την Ισπανία, η σύγκλιση της κλιματικής πίεσης, των δημογραφικών αλλαγών και των μεταναστευτικών προκλήσεων καθιστά την Πολιτική Συνοχής ιδιαίτερα σημαντική. Οι περιφέρειες αυτές καλούνται να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα ελλείψεις σε υποδομές, πιέσεις στις δημόσιες υπηρεσίες, ανάγκες προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή και δυσκολίες στην αγορά εργασίας.
Η ανακατεύθυνση ευρωπαϊκών πόρων προς νέες προτεραιότητες θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τις ήδη ευάλωτες περιοχές, εφόσον δεν συνοδευτεί από επαρκείς εγγυήσεις για τη διατήρηση των επενδύσεων στην κοινωνική συνοχή. Το ζήτημα δεν είναι ένας απλουστευτικός ανταγωνισμός ανάμεσα στην ασφάλεια και την κοινωνική πολιτική. Είναι η δυνατότητα της Ευρώπης να σχεδιάζει πολιτικές που αναγνωρίζουν ότι η ασφάλεια, η οικονομική ανθεκτικότητα και η κοινωνική σταθερότητα αλληλοεξαρτώνται.
Η υποχρηματοδότηση των τοπικών υπηρεσιών, η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία και εργασία και η αίσθηση άνισης κατανομής των βαρών μπορούν να εντείνουν τις κοινωνικές εντάσεις. Σε τέτοιες συνθήκες, οι πολιτικές δυνάμεις που επενδύουν στον αποκλεισμό και στην ξενοφοβία βρίσκουν πρόσφορο έδαφος. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι αναπόφευκτο αποτέλεσμα της μετανάστευσης. Συνδέεται και με την ποιότητα των δημόσιων πολιτικών, την επάρκεια των υπηρεσιών, την αντιμετώπιση των ανισοτήτων και την ικανότητα των θεσμών να εξηγούν με διαφάνεια τις αποφάσεις τους.
Η κοινωνική ένταξη, επομένως, δεν αποτελεί μόνο υποχρέωση προστασίας των δικαιωμάτων των προσφύγων και των μεταναστών. Είναι και επένδυση στη λειτουργία των τοπικών κοινωνιών. Όταν οι δήμοι διαθέτουν τα μέσα για να ανταποκριθούν στις ανάγκες όλων των κατοίκων, περιορίζονται οι συνθήκες που ευνοούν τον ανταγωνισμό μεταξύ κοινωνικά ευάλωτων ομάδων και ενισχύεται η εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Τι σημαίνει σήμερα μια ισχυρή Ευρώπη;
Το σύνθημα «Strong regions, strong Europe» αποκτά ουσιαστικό περιεχόμενο μόνο εφόσον οι περιφέρειες διαθέτουν τα μέσα για να ανταποκριθούν στις πραγματικές ανάγκες των κοινωνιών τους. Η ενίσχυση της αμυντικής ικανότητας, η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και η προστασία των συνόρων δεν αρκούν για να συγκροτήσουν μια συνεκτική ευρωπαϊκή στρατηγική, αν δεν συνοδεύονται από επενδύσεις στην κοινωνική προστασία, στις δημόσιες υπηρεσίες και στην ισότιμη πρόσβαση σε ευκαιρίες.
Η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Περιφερειών και Πόλεων θα έπρεπε να αποτελεί χώρο όπου οι στρατηγικές επιλογές της Ένωσης εξετάζονται και υπό το πρίσμα των συνεπειών τους στις τοπικές κοινωνίες. Αν η μεταναστευτική πολιτική και η κοινωνική ένταξη δεν είχαν ουσιαστική παρουσία στη φετινή διοργάνωση, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την επιλογή της θεματολογίας. Αφορά το κατά πόσο οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αναγνωρίζουν τις πόλεις και τις περιφέρειες ως ισότιμους εταίρους στη διαμόρφωση πολιτικών που επηρεάζουν άμεσα την καθημερινότητά τους.
Η κριτική προς την ευρωπαϊκή πολιτική δεν χρειάζεται να στηρίζεται στην αντιπαράθεση ανάμεσα σε μια υποτιθέμενη ανθρωπιστική Ευρώπη του παρελθόντος και μια αποκλειστικά στρατιωτική Ευρώπη του παρόντος. Χρειάζεται να εξετάζει συγκεκριμένες αποφάσεις, χρηματοδοτικές επιλογές και θεσμικές ευθύνες. Εκεί θα φανεί αν η κοινωνική συνοχή παραμένει πραγματική προτεραιότητα ή αν υποχωρεί σταδιακά μπροστά σε άλλους στόχους.
Η Ευρώπη δεν κρίνεται μόνο από την ικανότητά της να προστατεύει τα σύνορά της ή να ενισχύει την οικονομική και αμυντική της ισχύ. Κρίνεται και από το αν μπορεί να διασφαλίζει δικαιώματα, να κατανέμει δίκαια τις ευθύνες και να στηρίζει τις τοπικές κοινωνίες που καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες των ευρωπαϊκών αποφάσεων.
Αν οι πόλεις και οι περιφέρειες παραμείνουν χωρίς επαρκείς πόρους και ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό της μεταναστευτικής και κοινωνικής πολιτικής, η ευρωπαϊκή συνοχή θα αποδυναμώνεται ακριβώς εκεί όπου οφείλει να γίνεται πράξη: στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι απλώς η απουσία ενός θέματος από μια ευρωπαϊκή διοργάνωση, αλλά η απόσταση ανάμεσα στις διακηρύξεις της Ένωσης και στις πολιτικές που εφαρμόζει.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...