Η απάτη έχει τις συνέπειές της. Κυρίως η πολιτική, και μάλιστα όταν έχει να κάνει με τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος: τους φόρους των ανθρώπων που δεν είναι ευνοούμενοι της εξουσίας. Κάπως έτσι την πληρώνει τώρα ο Μακρόν και οι όμοιοί του ανά την Ευρώπη.
Οταν διεκδικούσε για πρώτη φορά την προεδρία της Γαλλικής Δημοκρατίας, πλασαρίστηκε ως κοινωνικός μεταρρυθμιστής διακηρύσσοντας έναν εκσυγχρονισμό-παράδεισο. Υποσχέθηκε την απελευθέρωση του πλούτου από τις βαριές(!) φορολογικές και λοιπές επιβαρύνσεις χάριν της ανταγωνιστικότητας, την απαλλαγή επίσης του Δημοσίου από μερικές δεκάδες χιλιάδες υπαλλήλους, αλλά και την αύξηση των θέσεων και της πραγματικής αμοιβής της εργασίας. Τα πρώτα τα έκανε, τα δεύτερα ποτέ.
Εμφανίστηκε ως σύγχρονος κεντροαριστερός, προσελκύοντας τους ηπίως προοδευτικούς ψηφοφόρους, αλλά και ως αποφασιστικός κεντρώος, για να κερδίσει τους μετριόφρονες δεξιούς. Πάνω απ’ όλα δήλωνε «ευρωπαϊστής», όρος-κρυψώνα όσων ηγετών του είδους του αυθαιρετούν σε βάρος των κοινωνιών που εκπροσωπούν. Ετσι δημιουργούσε περισσότερα ερωτήματα παρά έδινε πειστικές απαντήσεις.
Εξάλλου τα δείγματά του τα είχε δώσει ως υπουργός Οικονομικών του Ολάντ ή, νωρίτερα, ως στέλεχος στον τραπεζικό όμιλο των Ρότσιλντ.
Τα ποσοστά που συγκέντρωσε στους πρώτους γύρους των εκλογών του 2017 και του 2022 είναι ενδεικτικά της εμπιστοσύνης του εκλογικού σώματος: 24,01% και 27,85% αντίστοιχα. Με αντίπαλο τη βολική για το κατεστημένο αντίπαλο Μαρίν Λεπέν κέρδιζε τον δεύτερο γύρο με ψήφο επί της ουσίας ανοχής και όχι εμπιστοσύνης. Παρ’ όλα αυτά κυβέρνησε ετσιθελικά περιφρονώντας κανόνες του γαλλικού κοινοβουλευτισμού.
Συντάχθηκε επίσης με τους Γερμανούς «Φριτς», οι οποίοι απεργάζονται μια νέα πολεμική αναμέτρηση με τη Ρωσία, και δείχνει να θέλει να τους ξεπεράσει ονειρευόμενος τη «ρεβάνς» της πανωλεθρίας του Ναπολέοντα το 1812.
Εξ ου και το παρατσούκλι «Ναπολεόν» που του έχουν κολλήσει. Και ενώ έχει τινάξει το χρέος στο Πάνθεο, οι προϋπολογισμοί ταΐζουν κατά κόρον τις πολεμικές βιομηχανίες ανεβάζοντας τις αμυντικές δαπάνες από τα 33 δισ. ευρώ (2017) στα 57,1 δισ. (2026) και για το επόμενο έτος στα 63,3.
Σήμερα η Γαλλία ζει έναν εφιάλτη. Η αγοραστική δύναμη του μέσου Γάλλου υποχωρεί τόσο που φοβάται μήπως η χώρα του γίνει Ελλάδα, η στέγη είναι πανάκριβη, ο τομέας της δημόσιας υγείας επιδεινώνεται και η κάποτε ανθηρή παιδεία έχει γίνει προβληματική για τους πολλούς. Ο εφιάλτης των «Αθλίων» του Ουγκό δείχνει να επιστρέφει.
Γι’ αυτό και οι ταπεινοί βρίσκονται στους δρόμους ανεξαρτήτως χρώματος ή εθνοτικής καταγωγής. Ναι, το πρόβλημα είναι εξαιρετικά πιο περίπλοκο από εκείνο του Μάη του ’68, καθώς η ανεξέλεγκτη μετανάστευση των τελευταίων ετών ενθαρρύνθηκε από τους αγοραστές φτηνού εργατικού δυναμικού.
Χάριν της «ανταγωνιστικότητας» βεβαίως αλλά και δημιουργώντας νέες εντάσεις στην έτσι κι αλλιώς προβληματική κοινωνία των δύο κατηγοριών, όπως είχε διαμορφωθεί ήδη με την εισαγωγή μεγάλου αριθμού απελπισμένων ανθρώπων από τις άλλοτε γαλλικές αποικίες της Αφρικής.
Τη λύση, λέει, θα δώσει ο στρατός. Βρε καλώς τον!
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
