Τελευταία νέα
Βικτώρια Δέλλα για Γωγώ Μαστροκώστα: «Η μαμά μου δεν έφυγε από τη ζωή εξαιτίας του καρκίνου του μαστού» Δούκας για τη νίκη των φοιτητών στις σερβικές εκλογές: Μόνο αισιοδοξία εμπνέει η «Φοιτητική Λίστα» «Οσα ζήσαμε» Τσουκαλάς για επικράτηση Λούλα στις βραζιλιάνικες εκλογές: «Νίκη της Δημοκρατίας, νίκη της προόδου» Βρούτσης για BasketGate: “Tο κράτος είναι κράτος και έχει τα εργαλεία να κάνει αυτό που πρέπει” «Πονοκέφαλος» στο Μαξίμου μετά το διπλό χτύπημα Καραμανλή και Σαμαρά κατά της κυβέρνησης Παναγιώτης Φασούλας: «Υπάρχει εγκληματική οργάνωση στην ΕΟΚ» – Ζητά έρευνα για τις εκλογές του 2021 και του 2024 Leapmotor B03X: Εξυπνο αστικό crossover Φάτε μάτια ψάρια… Οι τοκετοί δεν περιμένουν προσλήψεις Γιάννης Βρούτσης για σκάνδαλο με στημένους αγώνες στο μπάσκετ: «Η αξιοπιστία έχει χαθεί – Το κράτος θα κάνει αυτό που πρέπει» Γεραπετρίτης από την Αστόρια: «Η Ελλάδα θα παραμείνει μεγάλη» – Σχέδια για το τουρκολιβυκό μνημόνιο στον ΟΗΕ
Efsyn.gr

Η Ματίνα, η Κατίνα και το πολύ κακό θέατρο

Πάντα αναρωτιόμουν, τόσο ως θεατής όσο και ως γραφιάς, τι είναι αυτό που κάνει τον άλλο, το κοινό, να γελάσει. Το να κάνεις κάποιον να γελάσει, με γέλιο από καρδιάς και από μυαλού, όχι απλώς να σχηματίσει χάχανο δηλαδή, αλλά να δώσει υπόσταση στο γέλιο του, είναι (για μένα έστω) από τα πιο πολύτιμα δώρα. Και από τις πιο δύσκολες προκλήσεις. Ακριβώς γιατί εκείνη τη στιγμή (ή τις στιγμές) αποκτάς κάτι από τον άλλο: σου προσφέρει κάτι βαθιά δικό του. Κάτι απελευθερωτικό όσο και δεσμευτικό. Γιατί τον κάνεις να αφεθεί, αλλά ταυτόχρονα τον «δεσμεύεις» στον δικό σου κόσμο, που προσφέρει γέλιο. Αντιλαμβανόμαστε, ελπίζω, την ευθύνη που έχει ένας καλλιτέχνης/συγγραφέας σαν κάνει κάτι τέτοιο.
Προς ώρας, θα περιοριστούμε στα του θεάτρου σε σχέση με τα παραπάνω. Η θεατρική περίοδος ξεκίνησε πριν από τρεις εβδομάδες περίπου και είχα την ευκαιρία να δω έως ώρας αρκετές παραστάσεις. Αν συνεχίσει έτσι, πραγματικά θα είναι από τις χειρότερες θεατρικές περιόδους που έχει δει η Αθήνα, καθώς δυστυχώς εδώ είναι το κέντρο (και) του θεατρικού πολιτισμού. Με ελάχιστες εξαιρέσεις (τις οποίες επισημαίνω μέσω αρθρογραφίας και συνεντεύξεων στην εφημερίδα, καθημερινά και Σαββατοκύριακο, οπότε δεν θα αναφέρω ξανά εδώ), οι περισσότερες των έως ώρας παραστάσεων ήταν από τραγικά κακές (όχι απλά τραγικά), έως χυδαίες, αισχρές και επικίνδυνες.
Ποτέ δεν έχω φύγει από παράσταση. Ποτέ. Οσο κακή κι αν είναι, όσο κι αν νιώθω (και ορθά νιώθω) πως προσβάλλει το κοινό, δεν φεύγω. Για έναν λόγο: γιατί σέβομαι τον κόπο του καλλιτέχνη, ακόμη κι αν δεν έχει πετύχει. Κόπιασε. Ειδικά στις σημερινές συνθήκες της ακραίας (ακραίας όμως) απαξίωσης κάθε πτυχής του σύγχρονου Πολιτισμού από αυτή την κυβέρνηση, αυτής της Ν.Δ., αυτού του Κυριάκου Μητσοτάκη (και της «εργολάβου» του, Λίνας Μενδώνη), θα ήταν πολύ άδικο να ζητάω τα πάντα από τους ηθοποιούς στην Ελλάδα (οι σκηνοθέτες είναι άλλου παπά ευαγγέλιο).
Σε αυτό το σημείο είναι που διαφωνώ και με την εξαιρετική δημοσιογράφο, σε θέματα πολιτισμού κυρίως, Ματίνα Καλτάκη. Η οποία δεν έθιξε αυτό το ζήτημα από τη μεριά της αδιανόητης υποχρηματοδότησης και, θα ξαναπώ, απαξίωσης σε σχετική αρθρογραφία της. Αλλά ώς εκεί η διαφωνία μου. Θα γινόμουν Κατίνα (με την έννοια του κατιναριού, που ξεπερνάει την έμφυλη διάσταση) αν το πήγαινα παρακάτω. Η Ματίνα Καλτάκη έθιξε ένα θέμα που η ίδια θεώρησε πως δεν έχει αναδειχτεί έως ώρας: την ευθύνη του καλλιτέχνη, που για να κάνει πράξη το όραμά του, αποδέχεται να παίζει/δημιουργεί υπό δύσκολες, αν όχι άθλιες συνθήκες. Και αυτό το θέμα έχει αξία και πράγματι δεν έχει αναδειχτεί, γιατί, βλέπεις, δεν τολμάμε να θίξουμε καλλιτεχνικές ευθύνες και επάρκειες. Γιατί; Καλά έκανε (παρά τις όποιες διαφωνίες μου) και επιχειρηματολόγησε και το να της επιτεθεί επί προσωπικού το ΣΕΗ δεν ήταν μια κίνηση που μπορεί να βοηθήσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση. Το ΣΕΗ έχει συγκεκριμένο ρόλο και ο «εχθρός» του δεν είναι η Καλτάκη. Ναι, όσα έθιξε πρέπει να τα δούμε σοβαρά, κι ας μην είναι τα «πρώτιστα» για κάποιους από εμάς κι ας διαφωνούμε ακόμα.
Ως πρώτιστο φυσικά είναι η πολιτική για τον σύγχρονο πολιτισμό. Και απαιτούνται συλλογικοί αγώνες, ναι. Βέβαια δεν είδα κανέναν καλλιτέχνη (ούτε σωματείο), για παράδειγμα, να λέει πως δεν θα συνεργαστεί ξανά με το Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, ένα παράδειγμα φέρνω, ξαναλέω, επειδή απέλυσε το 25% των εργαζομένων του για πρώτη φορά στην ιστορία του. Ούτε κανένα «θεατρόφιλο» κοινό να δηλώνει πως θα «μποϊκοτάρει» το Φεστιβάλ έως ότου αποκτήσει δημοκρατικές διαδικασίες ή έστω απαντήσει στα ερωτήματα του ρεπορτάζ. Κατά τα λοιπά, κάνουμε και βλέπουμε θέατρο για την ψυχή μας… Σε αυτή την περίπτωση, θα πρέπει να δούμε λίγο τι ψυχή είναι αυτή. (Στο σημείο αυτό να πούμε πως τα συγκεκριμένα ρεπορτάζ υπερελάχιστοι αναδημοσίευσαν και από τον δημοσιογραφικό και από τον καλλιτεχνικό κόσμο). Η κυβερνητική πολιτική για τον σύγχρονο πολιτισμό, λοιπόν, ας είναι το πρώτιστο, αλλά ακόμη και με αυτή την πολιτική εκατοντάδες παραστάσεις γίνονται και πολλά θέατρα είναι γεμάτα. Οπότε μπορούμε να επεκταθούμε και σε άλλα ζητήματα. Αυτό έκανε και η Καλτάκη.
Αυτό θα κάνω κι εγώ, θίγοντας κάτι άλλο: πού ξεκινά και πού τελειώνει η ευθύνη που καλλιτέχνη σαν ανεβαίνει στη σκηνή ή έχει σκηνοθετήσει ένα έργο; Είναι μόνο ερμηνευτική/καλλιτεχνική/δραματουργική; Δεν φέρει καμία κοινωνικοπολιτική συνιστώσα; Το ότι έχουν εκπαιδεύσει το κοινό να γελάει με κάθε γελοία, εύκολη ατάκα, επαναλαμβάνοντας, για παράδειγμα, τη λέξη «γαμώ» σε όλους τους χρόνους, κάτι που είδα σε παράσταση από εξαιρετικό ηθοποιό, που αλλιώς μάς είχε μάθει, πώς να το χαρακτηρίσω; Το ότι σημαντικοί δημιουργοί, γραφιάδες και ηθοποιοί αποφασίζουν πως «δεν πειράζει», το θέατρο να ’ν’ γεμάτο και όλα καλά, είναι εντάξει; Η ευκολία με την οποία καταλαμβάνουν τη σκηνή, μικρή ή μεγάλη, σε μεγάλες ή και μη παραγωγές, είναι και αυτό εντάξει; Παραστάσεις πρόχειρες, κείμενα εξαντλημένα πριν αρχίσουν, σκηνοθεσίες που μπερδεύουν την ένταση με το εύρημα, ηθοποιοί που περιφέρουν αναγνωρίσιμες μανιέρες… όλα αυτά; Εντάξει και αυτά; Και απέναντί τους, ένα κοινό έτοιμο να ανταμείψει σχεδόν οτιδήποτε, με την αποδοχή αυτού που βλέπει να προηγείται της κρίσης, σαν να περιλαμβάνεται στους όρους αγοράς του εισιτηρίου. Εντάξει και αυτό;
Κανένα υπουργείο και καμία επιχορήγηση δεν πρόκειται ν’ αλλάξει αυτή την κουλτούρα που φαίνεται καθαρά πως πλέον θεμελιώνεται και από τους ίδιους (με εξαιρέσεις πάντα) τους καλλιτέχνες. Just saying.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...