Η πολυαναμενόμενη «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν έφτασε στις αίθουσες ως ΤΟ κινηματογραφικό γεγονός της χρονιάς και πολύ περισσότερο ως η ταινία που θα έδινε «ανάσα ζωής» στο Χόλιγουντ, που βλέπει να επενδύονται εκατομμύρια σε παραγωγές που δεν βγάζουν τα λεφτά τους. Αυτό άλλαξε με την «Οδύσσεια», καθώς όπως όλα δείχνουν ο Νόλαν θα αποφέρει τα 600 εκατομμύρια που χρειάζονται για να μπορέσει να δικαιολογήσει τα 250 που κόστισε η ταινία του.
Αυτό είναι το εμπορικό κομμάτι. Η ταινία όμως δεν σταματά εκεί: η «Οδύσσεια» άνοιξε τον ασκό του Αιόλου και ο Ποσειδώνας δεν φαίνεται να είναι στο πλευρό του Νόλαν, καθώς οι συζητήσεις που προκάλεσε η δική του ματιά στο ομηρικό έπος δεν λεν να σταματήσουν.
Συγκεκριμένα, οι ενθουσιώδεις κριτικές για το θέαμα συνυπάρχουν με σοβαρές ενστάσεις για τις αλλαγές, τις παραλείψεις και την απλοποίηση τόσο του Οδυσσέα όσο και της ιστορίας του: από τον εξαφανισμένο «Κανένα» μέχρι την οργισμένη αντίδραση της Εμιλι Γουίλσον και τα ερωτήματα που θέτει ο Ούντι Αλόνι, η ταινία αποδεικνύεται εξίσου συναρπαστική γι’ αυτά που δείχνει όσο και γι’ αυτά που επιλέγει να μη δείξει.
Υπάρχει μια σκηνή στην ομηρική «Οδύσσεια» που συμπυκνώνει ολόκληρο τον ήρωά της: όταν ο Πολύφημος ρωτά τον Οδυσσέα ποιος είναι αυτός που τον τύφλωσε, ο δεύτερος απαντά: «Ούτις», δηλαδή «Ο Κανένας». Οπότε σαν ο Κύκλωπας μίλησε στον πατέρα του Ποσειδώνα και ζήτησε βοήθεια από τους άλλους Κύκλωπες, κανείς δεν τον πίστευε. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα και καλύτερα λογοπαίγνια της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αλλά και κάτι περισσότερο: η στιγμή κατά την οποία η βία νικιέται από τη γλώσσα, η σωματική υπεροχή από την ευφυΐα. Και αυτό συμπυκνώνει την ουσία του Οδυσσέα ως ομηρικού ήρωα.
Πολύφημος
Στην «Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν η σκηνή αυτή δεν υπάρχει. Και δεν είναι η μόνη. Για τον «Κανέναν» πάντως, ο Νόλαν απάντησε πως ήθελε πολύ να συμπεριλάβει τη σκηνή, αλλά «δεν γινόταν». Είπε πως πρόκειται για ένα λογοπαίγνιο (πράγματι), που στη μετάφραση όμως χάνει (γιατί;). Είπε πως δεν αποδίδεται σωστά και πως δεν θα καταλάβαινε ο μέσος θεατής τι θέλει να πει ο ποιητής. Μα… αυτή δεν είναι δουλειά του σκηνοθέτη; Ο ίδιος, ειδικά αφού θέλησε και μάλιστα ήταν όνειρο ζωής όπως έχει δηλώσει, να μεταφέρει την «Οδύσσεια» στο σινεμά, δεν μπορούσε να βρει μία λύση; Το «Nobody» δεν θα το καταλαβαίναμε; Εδώ καταλάβαμε άλλα κι άλλα…
Σίγουρα η εξήγηση μοιάζει ανεπαρκής. Το «Nobody» λειτουργεί εδώ και αιώνες στις αγγλικές μεταφράσεις και γίνεται απολύτως κατανοητό από το κοινό. Αρα, το πραγματικό ζήτημα δεν είναι ότι ο Νόλαν δεν μπορούσε να το χρησιμοποιήσει. Είναι ότι δεν το χρειαζόταν για τον Οδυσσέα που αποφάσισε να κατασκευάσει. Και εδώ είναι και το βασικό ζήτημα όλης της ταινίας.
O Ούντι Αλόνι στην «Εφ.Συν.»
Το θέτει εξαιρετικά ο πολυβραβευμένος (Μπερλινάλε, Κάνες κ.ά.) κινηματογραφιστής Ούντι Αλόνι. Βρέθηκε στην Αθήνα για την παράσταση που έδωσε στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου και έστειλε αποκλειστικά στην «Εφ.Συν.» τη θέση του για την ταινία: «Δεν επικρίνω τον Κρίστοφερ Νόλαν επειδή δεν είναι πιστός στον Ομηρο. Κάθε άλλο. Ενας μεγάλος δημιουργός έχει το δικαίωμα -ίσως και την υποχρέωση-να γράψει τη δική του “Οδύσσεια”. Επομένως, το ερώτημά μου δεν είναι αν η ταινία αποδίδει πιστά το ομηρικό έπος, αλλά αν μπορεί να σταθεί ως αυτόνομο έργο. Και αν καταφέρει να οδηγήσει έστω και λίγους νέους θεατές στην ανάγνωση της “Οδύσσειας”, τότε έχει ήδη επιτελέσει κάτι ουσιαστικό.
»Το πρόβλημά μου δεν είναι η μη πίστη στο πρωτότυπο, αλλά οι επιλογές: το χρώμα του δέρματος των ηθοποιών, οι αλλαγές στην πλοκή ή οι χαρακτήρες που παραλείπονται δεν με απασχολούν από μόνα τους. Εκείνο που με ενδιαφέρει είναι γιατί έγιναν αυτές οι αλλαγές. Τι προσθέτουν στο νέο έργο και ποιο καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό ή ιδεολογικό όραμα υπηρετούν».
Αυτό είναι και το βασικό ερώτημα που θα έπρεπε να μας απασχολεί. Οχι οι ακροδεξιές κραυγές που στρέφονται κατά της ταινίας επειδή επέλεξε να είναι μαύρη η Ωραία Ελένη, ούτε οι πολύ «πατριώτες» και «ειδήμονες της Ιστορίας» που μιλάνε για ένα τερατούργημα που εξιστορεί λάθος τον Ομηρο (πράγματι ο Νόλαν βάζει την εξαιρετική στην ερμηνεία της Λουπίτα Νιόνγκο σε διπλό ρόλο, καθώς «θέτει» ο ίδιος ως «αλήθεια» πως η Ελένη έχει δίδυμη αδερφή την Κλυταιμνήστρα, κάτι που φυσικά δεν ισχύει ή παρουσιάζει τη Χάρυβδη ως Λερναία Υδρα ή όταν βάζει να κυνηγάνε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του κάτι υπερφυσικά τέρατα με πανοπλίες, δίχως κανέναν λόγο κ.λπ.), ούτε καν όσοι λένε/λέμε αν μας άρεσε, ή όχι, η ταινία. Το βασικό ερώτημα ως προβληματισμός δεν είναι τίποτε από τα παραπάνω, παρά μόνο αυτό που είπε ο Ούντι Αλόνι: Γιατί ο Νόλαν έκανε αυτές τις αλλαγές και τι εξυπηρετούν σε καλλιτεχνικό, φιλοσοφικό και ιδεολογικό επίπεδο.
Για τον Αλόνι, «πολλές από τις επιλογές του Νόλαν δεν εμβαθύνουν στον Ομηρο αλλά τον αποδυναμώνουν. Παραλείπει τη συνάντηση του Οδυσσέα με τη μητέρα του, την Αντίκλεια – μία από τις πιο ανθρώπινες και σπαρακτικές σκηνές του έπους. Αλλάζει τη σχέση πατέρα και γιου, καταργώντας τη βαθιά συντροφικότητα που οικοδομεί ο Ομηρος ανάμεσά τους, χωρίς όμως να προσφέρει στη θέση της κάποια νέα ψυχολογική διάσταση. Εγκαταλείπει επίσης την ιστορία του ασκού του Αιόλου, όπου ακριβώς η απληστία και η δυσπιστία των συντρόφων οδηγούν στην καταστροφή τους. Ετσι χάνεται μία από τις ωραιότερες ηθικές και ειρωνικές ιδέες του έπους: δεν είναι τα τέρατα που νικούν τον άνθρωπο, αλλά οι ίδιες του οι αδυναμίες». Και συνεχίζει: «Η μεγαλύτερη απώλεια, κατά τη γνώμη μου, είναι ο ίδιος ο Οδυσσέας: πρόκειται για τον κατεξοχήν κατεργάρη του δυτικού πολιτισμού. Αυτού που φέρει τη διττή ιδιότητα του ανθρώπου, όπως λέει ο Σοφοκλής, τού να είναι ταυτόχρονα θαυμαστός και φοβερός. Ο Οδυσσέας είναι ταυτόχρονα δημιουργός και καταστροφέας, ελευθερωτής και δυνάστης. Στο πρόσωπο του ήρωα διαμορφώνεται μια βαθιά κριτική του δυτικού υποκειμένου: του ανθρώπου που κατακτά τον κόσμο με την εξυπνάδα, τον λόγο και την κυριαρχία, πληρώνοντας όμως γι’ αυτό ένα βαρύ ηθικό και υπαρξιακό τίμημα. Αυτή ακριβώς η πολυπλοκότητα χάνεται στον Νόλαν. Στη θέση του διονυσιακού “κατεργάρη”, ενός ήρωα διαποτισμένου από αντιφάσεις, τοποθετεί στο επίκεντρο έναν τραυματισμένο πολεμιστή που βασανίζεται από ενοχές και ψυχικά τραύματα. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορετική ερμηνεία· κατά τη γνώμη μου πρόκειται για μια αντικατάσταση που φτωχαίνει τον χαρακτήρα. Δυστυχώς, είναι μάλλον ένα από αυτά τα έργα που παρουσιάζουν τη βία και στη συνέχεια αφιερώνουν το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησής τους στην οδύνη εκείνου που την άσκησε» μας λέει και έπειτα από ενδελεχή ανάλυση (ολόκληρο το κείμενό του στο efsyn.gr), καταλήγει στο: «Δείτε την ταινία. Και ύστερα διαβάστε το πρωτότυπο. Μη μείνετε μόνο στην ταινία».
Πράγματι, ο Νόλαν ενδιαφέρεται λιγότερο για τον πανούργο παραμυθά και περισσότερο για τον στρατιώτη που επέστρεψε από τον πόλεμο χωρίς να έχει επιστρέψει πραγματικά. Η δική του «Οδύσσεια» είναι πρωτίστως μια ταινία για το μετατραυματικό βάρος της βίας, για έναν άνδρα που κουβαλά την Τροία ακόμη και όταν η Τροία έχει πια καεί. Κάτι σαν τους βετεράνους μετά τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Αυτός ο εκσυγχρονισμός λειτούργησε για πολλούς κριτικούς. Ο Πίτερ Μπράντσο στον «Guardian» έγραψε για μια ταινία γεμάτη φιλοδοξία, τόλμη, σοβαρότητα και κινηματογραφική γενναιοδωρία, υμνώντας τα φυσικά τοπία και τη βίαιη, σωματική κλίμακα των μαχών. Η «Independent» πήγε ακόμη μακρύτερα, χαρακτηρίζοντάς την καλύτερη ταινία του Νόλαν και έργο ικανό να καθορίσει ολόκληρη τη σταδιοδρομία του (δεν είναι ψέμα). Και το «Variety» μίλησε για μια γενναία, μεγαλειώδη κινηματογραφική σύλληψη που διατηρεί σχεδόν σε όλη τη διάρκειά της την αίσθηση της περιπέτειας.
«Ντροπή»
Και ύστερα ήρθε η Εμιλι Γουίλσον… Η καθηγήτρια Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια και δημιουργός μιας από τις πιο πολυσυζητημένες σύγχρονες αγγλικές μεταφράσεις της «Οδύσσειας» (2017) έγραψε, αφού είδε την ταινία, πως θα ντρεπόταν αν υπέγραφε οποιοδήποτε μέρος αυτού του σεναρίου. Η φράση έκανε αμέσως τον γύρο του διεθνούς Τύπου, αλλά η ουσία της κριτικής της ήταν βαθύτερη: η Γουίλσον θεώρησε ότι η ταινία απογυμνώνει το έργο από την ψυχολογική, πολιτική και ηθική του πολυπλοκότητα – όπως και ο Αλόνι δηλαδή. Οι χαρακτήρες, κατά τη γνώμη της, δεν αποκτούν αρκετή εσωτερική ζωή· λειτουργούν ως φορείς της πλοκής και όχι ως πρόσωπα που μεταβάλλονται μέσα από την αφήγηση. Επέκρινε επίσης την έλλειψη οικειότητας, ερωτισμού και καθημερινής υλικότητας καθώς και την έλλειψη των θεών, που είναι απόντες ή αμφίσημες παρουσίες. Και φυσικά την έλλειψη του σεξ, του έρωτα και την τεράστια αλλαγή του φινάλε. Ομως το χειρότερο και για τη Γουίλσον ήταν η έλλειψη του «Κανένα»: χωρίς αυτό το τέχνασμα, η διάνοια του Οδυσσέα δεν δραματοποιείται. Ο Νόλαν, ο σκηνοθέτης που έχτισε την καριέρα του πάνω σε αφηγηματικά τεχνάσματα, εξαφάνισε παραδόξως ένα από τα τελειότερα «νολανικά» τεχνάσματα που γράφτηκαν ποτέ.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
