Πέφτουν απ’ τα σύννεφα οι δημοσιογράφοι του ΣΚΑΪ, της κρατικής, εξόχως κυβερνητικής, ΕΡΤ και λοιπών «δημοκρατικών» καναλιών για τα όσα τραγικά αναδεικνύονται περί τους παραϊατρούς λόγω του θανάτου, τόσο άδικου, αλήθεια, του τραγουδιστή Μαζωνάκη. Λες και δεν ξέρουν πόσο σάπιο είναι το σύστημα Υγείας στη χώρα, πόσο κομμένο και ραμμένο στη διαπλοκή ιδιωτών με κυβερνητικούς αξιωματούχους.
Να πέσουν απ’ τα σύννεφα απλοί, αδαείς άνθρωποι είναι κατανοητό έτσι που είναι αποκομμένοι και χειραγωγούμενοι από τα κέντρα εξουσίας· η ανάλογη πτώση όμως των δημοσιογράφων που παρεισφρέουν σε όλο αυτό το βρόμικο κύκλωμα διαπλοκής και συμφερόντων κολλητών και λογής ημετέρων σημαίνει ότι οι δημοσιογράφοι είμαστε είτε ηλίθιοι είτε βολεμένοι, μερικοί παχυλά αμειβόμενοι, είτε αναίσθητοι. Απλά, ήγουν, παπαγαλάκια. Κάποτε η δημοσιογραφία μεσολαβούσε μεταξύ εξουσίας και κοινωνίας υπέρ των δικαιωμάτων και συμφερόντων της δεύτερης, σήμερα κάνει τα πάντα για να καλύψει τις βρομιές, τις αυθαιρεσίες και τα εγκλήματα στα οποία προβαίνουν οι εξουσίες. Αθλιότητα; Μα, ναι – και πολλά επιπλέον αρνητικά και δυσώδη.
Για τους δημοσιογράφους αυτών των καναλιών είναι απορίας άξιον πώς, εχέφρονες άνθρωποι, καταλήγουν σε τσαρλατάνους που εγγυώνται τη μακροημέρευση των «ασθενών», την ομορφιά και άλλα αισθητικοειδή· τσιμουδιά όμως για την κατάργηση των ελεγκτικών μηχανισμών από τούτη την παράφορα αγαπώσα τους ιδιώτες, πάντα γνωστούς και φίλους της, κυβέρνηση.
Υποκρίνονται μάλιστα τους τεθλιμμένους οι αχρείοι – και πόσο επικαλούνται τη δημοκρατία· τι εννοεί όμως ο καθένας προφέροντας μόνο την έννοια δημοκρατία είναι θέμα κοινωνιολόγων, ψυχαναλυτών και λοιπών επιστημόνων της γλώσσας και του νοήματος. Το θέμα, πάντοτε, είναι η «λειτουργία» της τηλεόρασης, το πώς αυτή διαμορφώνει τη συμπεριφορά άμα τε και τον ψυχισμό των ανθρώπων. Αυτό αγνόησε η αγαπητή αοιδός, ήτις εξεπλάγη με την παλίρροια εικόνων μετά τον θάνατο του επίσης αγαπητού, όπως τρανά αποδείχτηκε, λαϊκού τραγουδιστή και ανθρώπου του θεάματος. Η τηλεόραση είναι θέαμα και (παρα)πληροφόρηση συνήθως.
Η εμμονή στο θέαμα δεν είναι πρωτοφανές εντούτοις, απότοκο δηλαδή της τεχνολογίας και της ηλεκτρομαγνητικής εξέλιξης. Στη θέση των σύγχρονων ανθρώπων του θεάματος ήσαν κάποτε οι ολυμπιονίκες, οι αθλητές γενικότερα. Δυσφορούσε ο φιλόσοφος Ξενοφάνης από τον Κολοφώνα για τα προνόμια και τις τιμές που απολάμβαναν οι αθλητές, οι οποίοι σιτίζονταν μάλιστα από το δημόσιο ταμείο, ενώ οι φιλόσοφοι και οι ποιητές όχι, λέγοντας πως η γνώση είναι απείρως ωφελιμότερη από τη ρώμη (ουδέ δίκαιον προκρίνειν ρώμην της αγαθής σοφίης – δεν είναι δίκαιο [σωστό] να προτιμούν τη δύναμη από τη συνετή γνώση).
Συναινούσε, λίγο αργότερα, ο μέγας Ευριπίδης ο οποίος σε χαμένη τραγωδία του τόνιζε: «Κακών γαρ μυρίων καθ’ Ελλάδα, ουδέν κάκιόν εστι αθλητών γένος», δηλαδή: «Υπάρχουν μύρια κακά στην Ελλάδα, μα χειρότερο από το συνάφι των αθλητών κανένα δεν υπάρχει».
Ασε που ο τραγουδιστής αυτός, εκτός από άνθρωπος του θεάματος ήταν και κανονικός, της κοινωνίας άνθρωπος, γαλαντόμος, με ευγένεια και καλοσύνη, ιδιότητες σπανίζουσες σε αυτόν τον χώρο. Αστόχησε η αοιδός μας, παραβλέποντας ότι το θέαμα όπως και ο φόβος είναι από τα ισχυρά δεκανίκια της εξουσίας, άμα τη εμφανίσει, σχεδόν, της οργάνωσης των κοινωνιών. Ισως να έχει δίκιο με βάση την καλλιτεχνική της δομή ή την ιδεολογία της, αλλά δεν λέγονται τέτοια σε ημέρα λαϊκού πένθους.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
