Σε μια περίοδο έντονης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, με την κρίση στη Μέση Ανατολή να αναδιατάσσει τους παγκόσμιους σχεδιασμούς, ο Υφυπουργός Εξωτερικών Χάρης Θεοχάρης αναλύει τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας. Μιλώντας για τη «βαριά βιομηχανία» της χώρας, τη ναυτιλία, αλλά και τις στρατηγικές συμμαχίες με τον αραβικό κόσμο, ο κ. Θεοχάρης εξηγεί πώς η οικονομική διπλωματία μετατρέπεται σε «ήπια ισχύ» (soft power) που προστατεύει αποτελεσματικά τα εθνικά συμφέροντα.
Παράλληλα, ο Υφυπουργός αναφέρεται στην εσωτερική πολιτική επικαιρότητα, υπογραμμίζοντας την ενότητα της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας ενόψει του Εθνικού Συνεδρίου και αποσαφηνίζοντας τον ρόλο του «επιτελικού κράτους» ως εργαλείου αποτελεσματικότητας. Με το βλέμμα στην Ελλάδα του 2030, παρουσιάζει τα μετρήσιμα αποτελέσματα της οικονομικής εξωστρέφειας —με τις εξαγωγές να αγγίζουν το ορόσημο των 100 δισ. ευρώ— και προτάσσει την απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Άρθρο 16) ως κομβική μεταρρύθμιση για την ανάδειξη της χώρας σε διεθνή εκπαιδευτικό και επενδυτικό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο.
Συνέντευξη
Χρόνης Διαμαντόπουλος
–Κύριε υφυπουργέ, ο Πρωθυπουργός αναφέρθηκε πρόσφατα στις σκιές που αφήνει η κρίση του Ιράν στις αγορές ενέργειας και την ελεύθερη ναυσιπλοΐα. Με δεδομένο ότι ο κλάδος της ναυτιλίας είναι η «βαριά βιομηχανία» της εξωστρέφειάς μας, ποιες συγκεκριμένες πρωτοβουλίες οικονομικής διπλωματίας έχουν αναληφθεί ώστε να προστατευθούν τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή και να μην ανακοπεί το momentum των ξένων επενδύσεων;
Θα σας περιγράψω τη σημερινή κατάσταση όπως πραγματικά είναι — ή, μάλλον, όπως την είχε αποτυπώσει ήδη ο Θουκυδίδης πριν από σχεδόν δυόμισι χιλιετίες: «Βίαιος διδάσκαλος ο πόλεμος». Αυτό ακριβώς αντιμετωπίζουμε σήμερα και με αυτό καλούμαστε να διαχειριστούμε και να προωθήσουμε τα συμφέροντα της πατρίδας μας, ιδιαίτερα μετά την έναρξη της πολεμικής σύγκρουσης με το Ιράν.Ο πόλεμος αποτελεί τον απόλυτο καταλύτη εξελίξεων. Ανατρέπει ισορροπίες, επιβάλλει αναθεώρηση σχεδιασμών και δοκιμάζει διακρατικές σχέσεις, συμφωνίες και συμμαχίες. Μέσα σε αυτό το αβέβαιο και ασταθές διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα βρίσκεται σε προνομιακή θέση. Και αυτό γιατί, τα τελευταία χρόνια, η ελληνική διπλωματία — συχνά με προσωπική παρέμβαση του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη — έχει οικοδομήσει σταθερές σχέσεις εμπιστοσύνης και συνεργασίας με σχεδόν όλα τα κράτη της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου.Ποτέ άλλοτε δεν υπήρξαν τόσο συστηματικές επαφές και αποστολές ελληνικών αντιπροσωπειών στην περιοχή. Από την Αίγυπτο έως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Ελλάδα έχει συνάψει στρατηγικές συμφωνίες και μνημόνια συνεργασίας που αφορούν επενδύσεις, ενέργεια, διασυνδεσιμότητα και αμοιβαία στήριξη. Αυτή ακριβώς η στρατηγική συμπόρευση με τα κράτη της περιοχής αποτελεί την καλύτερη εγγύηση ότι τα ελληνικά συμφέροντα — από τη ναυτιλία έως τις επενδύσεις και το εμπόριο — θα προστατευθούν απέναντι στις αναταράξεις που προκαλεί η κρίση.
–Πρόσφατα συμμετείχατε στη Σύνοδο στο Ντουμπρόβνικ. Σε μια περίοδο που η Βόρεια Μακεδονία και η Αλβανία βρίσκονται συχνά στο επίκεντρο της εσωκομματικής κριτικής για τη στάση τους, πώς η οικονομική διπλωματία μπορεί να λειτουργήσει ως «ήπια ισχύς» (soft power) για να διασφαλιστούν τα εθνικά μας συμφέροντα, χωρίς να δίνεται η αίσθηση στο εσωτερικό της χώρας ότι γίνονται υποχωρήσεις σε πολιτικό επίπεδο;
Στη Σύνοδο του Ντουμπρόβνικ ήταν εμφανές ότι η ενέργεια βρίσκεται πλέον στον πυρήνα της σύγχρονης οικονομικής διπλωματίας.
Η Ελλάδα οφείλει να παρακολουθεί στενά όλες τις εξελίξεις στα Βαλκάνια — είτε στην Αλβανία είτε στη Βόρεια Μακεδονία είτε γενικότερα στη γειτονιά μας. Και αυτό ακριβώς κάνουμε, με συχνές αποστολές και ενεργή παρουσία στην περιοχή. Ωστόσο, υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά: η Ελλάδα είναι πλήρες και ισχυρό μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με θεσμικό βάρος, διεθνές κύρος και καθοριστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων.
Η χώρα μας δε λειτουργεί αμυντικά ούτε φοβικά. Αντιθέτως, αξιοποιεί την οικονομική διπλωματία ως εργαλείο επιρροής, σταθερότητας και συνεργασίας, προωθώντας τα εθνικά της συμφέροντα μέσα από σχέσεις αμοιβαίου οφέλους. Η Ελλάδα ανήκει στον πυρήνα της Ευρώπης — οριστικά και αμετάκλητα — και αυτό είναι το μεγαλύτερο στρατηγικό της πλεονέκτημα.
–Κύριε Θεοχάρη, η συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της περασμένης Πέμπτης αποτέλεσε τον προθάλαμο για το Εθνικό Συνέδριο της ΝΔ το διάστημα που θα γίνει στα μέσα Μαΐου. Ποιες είναι οι διαπιστώσεις σας από αυτή τη συνεδρίαση;Το κυρίαρχο συναίσθημα στη συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας ήταν η δύναμη της ενότητας και της κοινής ευθύνης. Πολλοί περίμεναν ότι θα εμφανίζονταν εσωκομματικές εντάσεις ή διασπαστικές τάσεις. Δε συνέβη τίποτε τέτοιο. Αντίθετα, υπήρξε ουσιαστικός διάλογος, γόνιμη κριτική και ειλικρινής ανταλλαγή απόψεων.
Όπως επισήμανε και ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η Νέα Δημοκρατία παραμένει η βασική δύναμη σταθερότητας, ασφάλειας και προοπτικής για τη χώρα. Και αυτό δεν αφορά μόνο την αποτροπή επιστροφής σε δύσκολες περιόδους του παρελθόντος, αλλά κυρίως το σχέδιο για την Ελλάδα του 2030.
Η επιτυχία της παράταξης είναι συλλογική υπόθεση. Και ακριβώς αυτή η ενότητα εξηγεί γιατί, παρά τα επτά χρόνια διακυβέρνησης, η Νέα Δημοκρατία εξακολουθεί να διατηρεί σαφές πολιτικό προβάδισμα.
–Εκφράστηκε ο προβληματισμός βουλευτών της παράταξης σχετικά με τη λειτουργία του «επιτελικού κράτους» και την απόσταση μεταξύ κυβέρνησης και Κοινοβουλευτικής Ομάδας;
Στη συνεδρίαση εκφράστηκαν προβληματισμοί σχετικά με τη λειτουργία του επιτελικού κράτους, κάτι απολύτως θεμιτό σε μια δημοκρατική παράταξη. Ωστόσο, μέσα από τη συζήτηση αποσαφηνίστηκαν οι ρόλοι και οι στοχεύσεις αυτής της θεσμικής καινοτομίας.
Το επιτελικό κράτος αφορά την αποτελεσματικότερη λειτουργία της εκτελεστικής εξουσίας και όχι τον περιορισμό του ρόλου της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Αντιθέτως, δημιουργεί καλύτερο συντονισμό και μεγαλύτερη ταχύτητα στη λήψη αποφάσεων, ιδιαίτερα σε σύνθετα ζητήματα που απαιτούν κεντρική διαχείριση, όπως η ψηφιακή μεταρρύθμιση του κράτους, το gov.gr, το κυκλοφοριακό ή η υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης.
Δεν υπήρξε ποτέ πραγματική απόσταση ανάμεσα στην κυβέρνηση και την Κοινοβουλευτική Ομάδα της Νέας Δημοκρατίας. Υπήρξε μόνο ως επιθυμία των πολιτικών μας αντιπάλων.
–Ποιο είναι το προσωπικό σας «στοίχημα» που θα θέλατε να παρουσιάσετε στους νεοδημοκράτες βουλευτές, ώστε η οικονομική εξωστρέφεια να πάψει να θεωρείται μια τεχνοκρατική άσκηση και να μετατραπεί σε κεντρικό πολιτικό αφήγημα που ενώνει την παραδοσιακή βάση με το σύγχρονο κέντρο;
Η οικονομική εξωστρέφεια δεν είναι μια τεχνοκρατική έννοια. Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή που συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ενίσχυση της μεσαίας τάξης και τη διεθνή ισχύ της χώρας.Από το 2019, η εξωστρέφεια απέκτησε θεσμικό χαρακτήρα μέσα από το Ετήσιο Πρόγραμμα Εξωστρέφειας του Υπουργείου Εξωτερικών, το οποίο οργανώνει με συστηματικό τρόπο την ενίσχυση των εξαγωγών, την προσέλκυση επενδύσεων και τη στήριξη της επιχειρηματικότητας.
Τα αποτελέσματα αυτής της προσπάθειας είναι μετρήσιμα: οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου αυξήθηκαν περίπου κατά 60% την περίοδο 2019-2024, ενώ οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών έφτασαν τα 100 δισ. ευρώ το 2024. Και οι προοπτικές έως το 2030 παραμένουν ιδιαίτερα θετικές, με περαιτέρω αύξηση επενδύσεων, δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και ενίσχυση του διεθνούς αποτυπώματος της Ελλάδας.Η οικονομική διπλωματία δεν αφορά μόνο αριθμούς και δείκτες. Αφορά τη θέση της Ελλάδας στον κόσμο και την ικανότητά της να δημιουργεί ευκαιρίες και προοπτική για τους πολίτες της.
–Στην ατζέντα της ΚΟ βρίσκεται ο «πυρήνας των 30 άρθρων» για την αναθεώρηση του Συντάγματος (άρθρα 16, 86 κ.λπ.). Από την εμπειρία σας στις επαφές με ξένους θεσμικούς επενδυτές και ομολόγους σας, πόσο καθοριστική θεωρείτε την απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (Άρθρο 16) για την ενίσχυση του brand name «Ελλάδα» ως κόμβου καινοτομίας στην Ανατολική Μεσόγειο;Η απελευθέρωση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης είναι κομβικής σημασίας για το μέλλον της χώρας. Η δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών πανεπιστημίων αποτελεί μια αναγκαία μεταρρύθμιση που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της εποχής και ενισχύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της Ελλάδας.
Η αλήθεια είναι ότι το θεσμικό πλαίσιο θα έπρεπε να είχε εκσυγχρονιστεί εδώ και πολλά χρόνια. Και αυτό γίνεται ακόμη πιο εμφανές στις επαφές μας με ξένους επενδυτές και ακαδημαϊκούς φορείς, όπου το ενδιαφέρον για την Ελλάδα ως εκπαιδευτικό και επενδυτικό προορισμό είναι έντονο.
Στόχος μας είναι η Ελλάδα να εξελιχθεί σε διεθνή εκπαιδευτικό κόμβο στην Ανατολική Μεσόγειο — έναν τόπο όπου φοιτητές από την Ευρώπη, τη Μέση Ανατολή, την Ασία και ολόκληρο τον κόσμο θα μπορούν να σπουδάζουν σε υψηλού επιπέδου ιδρύματα, σε ένα ασφαλές και ποιοτικό περιβάλλον.
Παράλληλα, οι Έλληνες φοιτητές θα αποκτήσουν περισσότερες επιλογές και πρόσβαση σε διεθνώς αναγνωρισμένα πανεπιστήμια χωρίς να χρειάζεται να φύγουν στο εξωτερικό.
Διαβάστε περισσότερα
