Η υπόθεση της 92χρονης γυναίκας με αναπηρία στη Θεσσαλονίκη, η οποία κινδύνευε να χάσει το σπίτι της, έχει προκαλέσει έντονη κοινωνική αναστάτωση, αναδεικνύοντας για ακόμη μία φορά το ζήτημα της προστασίας της κατοικίας και τις συνέπειες της στεγαστικής κρίσης. Η κινητοποίηση εργατικών σωματείων και πολιτών έξω από την κατοικία της στην Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης είχε ως αποτέλεσμα να ανασταλεί προσωρινά η διαδικασία της έξωσης.
Την εξέλιξη γνωστοποίησε ο εκπρόσωπος των σωματείων, Γιάννης Κουρμούλης, ο οποίος ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε επικοινωνία αρχικά με το Γραφείο των Δικαστικών Επιμελητών και στη συνέχεια με τη δικηγόρο που εκπροσωπεί την Εθνική Τράπεζα, η οποία έχει αναλάβει τη σχετική διαδικασία.
Στο μήνυμα που απέστειλαν προς την τράπεζα, οι εκπρόσωποι των σωματείων υπογράμμισαν ότι η γυναίκα είναι 92 ετών, έχει πιστοποιημένη αναπηρία 87% και αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας. Επιπλέον, βρίσκεται σε εξέλιξη δικαστική διαμάχη σχετικά με τη διεκδίκηση της κυριότητας του ακινήτου μέσω χρησικτησίας.
Με βάση τα παραπάνω, ζήτησαν να μην πραγματοποιηθεί η έξωση μέχρι να υπάρξει ολοκλήρωση της δικαστικής διαδικασίας, ενώ παράλληλα απευθύνθηκαν στους δικαστικούς επιμελητές ζητώντας να μην εκτελεστεί η προγραμματισμένη ενέργεια. Το αίτημα για την αναβολή της έξωσης έγινε αποδεκτό, ενώ η πλευρά της τράπεζας δεσμεύτηκε να εξετάσει το ενδεχόμενο αναστολής της διαδικασίας. Τα σωματεία ζήτησαν επίσης να ενημερωθούν εγκαίρως, εφόσον υπάρξει νέα εξέλιξη και προγραμματιστεί εκ νέου η απομάκρυνση της ηλικιωμένης από το σπίτι της.
Η 92χρονη είναι χαμηλοσυνταξιούχος και η κατοικία στην οποία διαμένει αποτελεί το μοναδικό της σπίτι. Σύμφωνα με την Ένωση Ενοικιαστών/στριών Θεσσαλονίκης, το ακίνητο περιήλθε στην ιδιοκτησία της Εθνικής Τράπεζας έπειτα από πλειστηριασμό που πραγματοποιήθηκε το 2021. Έκτοτε, παρά την ηλικία της και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, παραμένει αντιμέτωπη με τον κίνδυνο να χάσει τη στέγη της.
Η συγκεκριμένη υπόθεση προκάλεσε αντιδράσεις και κινητοποίησε συλλογικότητες, εργατικά σωματεία και πολίτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν έξω από το σπίτι της προκειμένου να αποτρέψουν την έξωση. Η Ένωση Ενοικιαστών/στριών Θεσσαλονίκης, μαζί με την Επιτροπή Εργατικών Σωματείων Θεσσαλονίκης Ενάντια στους Πλειστηριασμούς, απηύθυνε κάλεσμα συμπαράστασης, επισημαίνοντας ότι η απώλεια κατοικίας δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο κοινωνικό πρόβλημα.
Όπως τονίζουν οι συλλογικότητες, η αντιμετώπιση της κατοικίας ως επενδυτικού προϊόντος και η προτεραιότητα που δίνεται στις οικονομικές απαιτήσεις των τραπεζών δημιουργούν συνθήκες ανασφάλειας για ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά. Υποστηρίζουν ότι η προστασία της πρώτης κατοικίας πρέπει να αποτελεί βασική κοινωνική προτεραιότητα και ότι κανένας άνθρωπος δεν θα πρέπει να βρίσκεται μόνος απέναντι στον κίνδυνο της έξωσης.
Την ίδια στιγμή, έντονο προβληματισμό προκαλεί και το υπό διαβούλευση νομοσχέδιο για την προστασία των δανειοληπτών, με τον Πανελλήνιο Σύλλογο Δανειοληπτών Νόμου Κατσέλη να εκφράζει σοβαρές αντιρρήσεις για το περιεχόμενο των προτεινόμενων ρυθμίσεων. Σύμφωνα με τον Σύλλογο, οι αλλαγές που προωθούνται ενδέχεται να μην προσφέρουν την αναγκαία προστασία στους οφειλέτες, αλλά αντίθετα να διευκολύνουν τις τράπεζες, τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.
Σημαντικό μέρος της κριτικής αφορά το άρθρο 23, το οποίο προβλέπει ότι οι συμφωνίες αναδιάρθρωσης οφειλών που προκύπτουν μέσα από τον εξωδικαστικό μηχανισμό θα αποκτούν χαρακτήρα εκτελεστού τίτλου. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την ερμηνεία του Συλλόγου, ότι σε περίπτωση που ο δανειολήπτης δεν καταφέρει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της ρύθμισης, ο πιστωτής θα έχει τη δυνατότητα να ξεκινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης χωρίς να χρειάζεται να προηγηθεί έκδοση διαταγής πληρωμής από δικαστήριο.
Ο Σύλλογος εκτιμά ότι μια τέτοια εξέλιξη περιορίζει τα περιθώρια δικαστικής προστασίας των οφειλετών, καθώς η δυνατότητα αμφισβήτησης των σχετικών ενεργειών μεταφέρεται σε μεταγενέστερο στάδιο, όταν ενδέχεται να έχουν ήδη δρομολογηθεί κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων. Για τον λόγο αυτό θέτει ζητήματα σχετικά με τη συνταγματικότητα της διάταξης, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να επηρεάζονται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και η διασφάλιση της ιδιοκτησίας.
Αντιδράσεις προκαλεί επίσης ο τρόπος με τον οποίο προβλέπεται να υπολογίζονται οι συνολικές οφειλές. Με βάση τις διατάξεις που περιγράφει ο Σύλλογος, το ποσό που θα προκύπτει από το αρχικό κεφάλαιο, τους τόκους και τις πρόσθετες επιβαρύνσεις θα μπορεί να φτάνει έως και το τριπλάσιο του αρχικού δανείου. Για τις αγροτικές οφειλές προβλέπεται ανώτατο όριο ίσο με το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου.
Οι σχετικές ρυθμίσεις αφορούν διάφορες κατηγορίες δανείων, όπως στεγαστικά, καταναλωτικά, επιχειρηματικά και αγροτικά, ανεξάρτητα από το εάν η διαχείρισή τους γίνεται από τραπεζικά ιδρύματα ή εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Ωστόσο, ο Σύλλογος θεωρεί ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν οδηγεί σε πραγματική ελάφρυνση των δανειοληπτών, καθώς εξακολουθεί να επιτρέπει τη διαμόρφωση χρεών που αντιστοιχούν στο 300% του αρχικού ποσού.
Παράλληλα, επισημαίνει ότι δεν προβλέπεται επανεξέταση των παλαιότερων οφειλών, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου έχουν ήδη υπογραφεί συμφωνίες αναγνώρισης χρεών που υπερβαίνουν κατά πολύ το αρχικό δανειακό κεφάλαιο. Έτσι, δανειολήπτες που έχουν δεσμευτεί σε ιδιαίτερα υψηλές οικονομικές υποχρεώσεις ενδέχεται να παραμείνουν εγκλωβισμένοι σε ρυθμίσεις που δυσκολεύονται να εξυπηρετήσουν.
Επιπρόσθετα, ο Πανελλήνιος Σύλλογος Δανειοληπτών Νόμου Κατσέλη διαφωνεί με την πρόβλεψη για καταβολή προκαταβολής κατά τη διαδικασία απευθείας διαπραγμάτευσης με τον πιστωτή. Το ποσό αυτό μπορεί, σύμφωνα με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, να ανέλθει έως το 15% του αρχικού κεφαλαίου. Ο Σύλλογος υποστηρίζει ότι η συγκεκριμένη απαίτηση ενδέχεται να αποκλείσει από τη δυνατότητα διακανονισμού ανθρώπους που επιθυμούν να ρυθμίσουν τις υποχρεώσεις τους, αλλά δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν ένα τόσο μεγάλο ποσό προκαταβολικά.
Όπως αναφέρει, μέχρι σήμερα η απαίτηση προκαταβολής αποτελούσε κυρίως πρακτική ορισμένων εταιρειών διαχείρισης δανείων κατά τις διαπραγματεύσεις με τους οφειλέτες και όχι μια γενική νομοθετική υποχρέωση. Εκτιμά, επομένως, ότι η ενσωμάτωσή της στο νέο πλαίσιο ενδέχεται να δημιουργήσει ακόμη μεγαλύτερες δυσκολίες σε νοικοκυριά που βρίσκονται ήδη σε οικονομική αδυναμία.
Επιφυλάξεις εκφράζονται και για τη διάταξη που προβλέπει ότι, όσο τηρείται κανονικά μια συμφωνημένη ρύθμιση, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πλειστηριασμός ή άλλη πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης. Ο Σύλλογος θεωρεί ότι η συγκεκριμένη πρόβλεψη δεν συνιστά ουσιαστικά νέο μέτρο προστασίας, καθώς αποτυπώνει μια ήδη θεμελιώδη αρχή του δικαίου, σύμφωνα με την οποία οι συμβατικές υποχρεώσεις πρέπει να τηρούνται από τα εμπλεκόμενα μέρη.
Στην ανακοίνωσή του υπογραμμίζει ότι η πραγματική προστασία των δανειοληπτών απαιτεί παρεμβάσεις που θα εξασφαλίζουν βιώσιμες λύσεις και όχι απλώς επανάληψη υφιστάμενων νομικών αρχών. Επισημαίνει ακόμη ότι η αδυναμία αποπληρωμής ενός δανείου δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ο οφειλέτης δεν επιθυμεί να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, αλλά συχνά αντανακλά την οικονομική κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει.
Πολλές από τις προτάσεις ρύθμισης που διαμορφώνονται μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ή από τους servicers, σύμφωνα με τον Σύλλογο, δεν ανταποκρίνονται στις πραγματικές οικονομικές δυνατότητες των νοικοκυριών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα αρκετοί δανειολήπτες να αδυνατούν να τηρήσουν τις συμφωνίες, παρά την πρόθεσή τους να διευθετήσουν τις οφειλές τους.
Καταλήγοντας, ο Σύλλογος ζητά ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο αντιμετώπισης του ιδιωτικού χρέους, με ουσιαστικές εγγυήσεις για την προστασία της πρώτης κατοικίας και ρυθμίσεις που θα λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές αντοχές των πολιτών. Παράλληλα, καλεί τους αρμόδιους να εξετάσουν προσεκτικά τη συμβατότητα των προτεινόμενων διατάξεων με τις συνταγματικές εγγυήσεις και να διασφαλίσουν ότι οι νέες παρεμβάσεις θα προσφέρουν πραγματική ανακούφιση στους δανειολήπτες και όχι πρόσθετα εμπόδια.
Διαβάστε περισσότερα
