Δέσμιοι στο πολλαπλά κακοποιητικό περιβάλλον δημόσιων και ιδιωτικών ιδρυμάτων, με καταστροφικές συνέπειες για τη σωματική, ψυχική και κοινωνική τους εξέλιξη, παραμένουν χιλιάδες άνθρωποι, καθώς η πολυδιαφημισμένη αποϊδρυματοποίηση καθυστερεί δραματικά.
Η μεγάλη πίεση στις δομές ανηλίκων αποκαλύπτει το ντροπιαστικό κενό κοινωνικής ένταξης εξαιτίας του οποίου πολλοί είτε συνεχίζουν να μένουν σε αυτές μετά την ενηλικίωσή τους είτε αναγκάζονται να μετακινηθούν σε μονάδες χρονίως πασχόντων μαζί με ηλικιωμένους.
Τη δεύτερη -μη- επιλογή αναγκάζεται να ακολουθήσει σε λίγες μέρες ένας νεαρός άνδρας, ο οποίος έχει λάβει εντολή να φύγει από το Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Αττικής, γιατί οι μικρές υποστηρικτικές σε αυτό δομές διαβίωσης δεν αρκούν για τον φιλοξενούμενο πληθυσμό.
Τον ίδιο κίνδυνο θα αντιμετωπίσουν αμέσως μετά η Ναταλία, ο Αχμέτ, ο Μάριος και ο Σπύρος, αν και οι βλάβες τους δεν τους εμποδίζουν να ζήσουν εκτός ιδρυμάτων. Οι ίδιοι είχαν περιγράψει στην ταινία «Εχω κάτι να πω» (2023) τις απάνθρωπες επιπτώσεις της ιδρυματοποίησης και τον φόβο να μη γίνει ποτέ πράξη η επιθυμία τους να μείνουν σε σπίτι μόνοι ή με συνοδούς.
Η οργάνωση Tandem έθεσε την περασμένη εβδομάδα το ζήτημα στη Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής και εμφανίζεται αισιόδοξη σε ό,τι αφορά την εξεύρεση λύσης για τους πέντε. Εκφράζει όμως παράλληλα έντονο προβληματισμό για τις επόμενες γενιές, λόγω της διαπιστωμένης έλλειψης δομών, τονίζοντας την ανάγκη ενός μεσοπρόθεσμου θεσμικού σχεδίου με ευκαιρία να μεγαλώσουν για όλα τα παιδιά σε οικογένειες και με τελικό στόχο το οριστικό κλείσιμο των ιδρυμάτων.
Τα πρόσωπα της βίας
Κάτι τέτοιο όμως εξακολουθεί εν έτει 2026 να μοιάζει όνειρο θερινής νυκτός. Οι απάνθρωπες συνθήκες διαβίωσης σε Παράρτημα ΑμεΑ του Αγ. Νικόλαου Λασιθίου, που αποκαλύφθηκαν πριν λίγο καιρό, δεν αποτελούν σπάνια εξαίρεση.
Αναπηρικές οργανώσεις και αλληλέγγυοι έχουν αναδείξει, μάταια, φαινόμενα κακοποίησης και κακομεταχείρισης εγκαταλειμμένων ατόμων από την πολιτεία, που δεν έχει εξασφαλίσει ένα ενιαίο σύστημα εποπτείας των δημόσιων και ιδιωτικών δομών.
Τα αποτελέσματα ίδια εδώ και δεκαετίες. Απουσία ιδιωτικότητας, ελλιπής υγιεινή και φροντίδα, φυσική και χημική καθήλωση, μέσω μηχανικής καθήλωσης και υπέρμετρης χρήσης φαρμάκων, αντίστοιχα, φυσική βία από εργαζόμενους και συστημική βία από τον εγκλεισμό απέναντι σε άτομα που αδυνατούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους και να εκθέσουν την παραβίαση των δικαιωμάτων τους.
Ελάχιστες οι Στέγες Αυτόνομης Διαβίωσης
Η Εθνική Συνομοσπονδία Ατόμων με Αναπηρία επανέλαβε πρόσφατα πως οι ΣΥΔ είναι ελάχιστες και δεν επαρκούν για να καλύψουν τις τεράστιες ανάγκες, ενώ πρωτοβάθμιοι, δευτεροβάθμιοι και τριτοβάθμιοι αναπηρικοί φορείς καταγγέλλουν μονίμως την έλλειψη ενός ολοκληρωμένο συστήματος υπηρεσιών υποστήριξης στην κοινότητα με επαρκή χρηματοδότηση και διεπιστημονική λειτουργία, που θα επιτρέψει στους ωφελούμενους να βγουν από τα ιδρύματα.
Σε ό,τι αφορά τον αριθμό των παιδιών στα ιδρύματα, το υπουργείο αναφέρει πως αυτός μειώθηκε από 1.564 το 2021 σε 1.104 το 2026, από τα οποία μόνο 170 ανάπηρα. Και υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση με ένα «συνεκτικό σχέδιο μεταρρυθμίσεων και όχι με ευχολόγια ή ιδεολογικές γενικεύσεις» επιχειρεί να καλύψει το διαχρονικό έλλειμμα του κράτους, που δεν «διέθετε επαρκείς κοινοτικές υπηρεσίες, δομές υποστήριξης οικογενειών και εξειδικευμένα προγράμματα αναδοχής», καθώς τα «παιδιά με βαριές ή σύνθετες αναπηρίες χρειάζονται αυξημένη και εξειδικευμένη φροντίδα σε 24ωρη βάση».
Σταματούν δύο προγράμματα
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως δύο προγράμματα που χρηματοδοτούνταν από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας ολοκληρώνονται στο τέλος του ερχόμενου Ιούνη, χωρίς να έχουν πετύχει τους στόχους τους.
Μόλις στο 40% διαμορφώθηκε η απορροφητικότητα του προγράμματος Μονάδων Ημιαυτόνομης Διαβίωσης, που απευθυνόταν μόνο σε 200 παιδιά και νεαρούς ενήλικες ηλικίας 15 έως 26 ετών και τελικά εκδόθηκαν μόλις 80 πράξεις τοποθέτησης σε δομές μέχρι τα μέσα Μαΐου.
Στο Πρόγραμμα Πρώιμης Παιδικής Παρέμβασης, που αφορούσε 2.500 παιδιά ηλικίας 0-6 ετών με αναπηρία, αναπτυξιακές δυσκολίες ή αυξημένη πιθανότητα εμφάνισής τους, ενεργοποιήθηκαν 1.266 vouchers για την παροχή υπηρεσιών υποστήριξης στα παιδιά και στις οικογένειές τους από πιστοποιημένους παρόχους ανά τη χώρα.
Ξεχασμένη η αναδοχή
Από το 2020 έως σήμερα έχουν ολοκληρωθεί 1.223 υιοθεσίες και 726 αναδοχές, αλλά η υποστήριξη του θεσμού της επαγγελματικής αναδοχής για παιδιά με αυξημένες ανάγκες φροντίδας δεν φαίνεται να επιταχύνεται, όπως υποστηρίζει το υπουργείο.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι παρατηρούνται σημαντικές καθυστερήσεις στην υλοποίηση του σχετικού προγράμματος, καθώς χρειάζεται να προχωρήσει η εκπαίδευση τόσο των φορέων εποπτείας της αναδοχής όσο και των γονέων.
Σκορπίζουν εκατομμύρια σε δομές
Τα στοιχεία των δύο συναρμόδιων γ.γ. Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας και Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής αποδεικνύουν την κυριαρχία του ιδρυματικού μοντέλου και δη των ιδιωτικών δομών.
Περίπου 1.385 ενήλικες διαβιούν στα δημόσια Κέντρα Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφερειών (ΚΚΠΠ) και υπερτριπλάσιοι, 4.584, στις ιδιωτικές δομές (ΝΠΙΔ), που χρηματοδοτεί το ΥΚΟΙΣΟ με ετήσια δαπάνη περί τα 57,4 εκατομμύρια ευρώ. Σύμφωνα με το υπουργείο, οι ιδιωτικές Μονάδες Φροντίδας Ηλικιωμένων και τα Θεραπευτήρια Χρονίων Παθήσεων ανέρχονται σε 334, με διαθέσιμες κλίνες πάνω από 18.000.
Ομως, το υπουργείο δεν απάντησε στο ερώτημα της «Εφ.Συν.» πόσα άτομα μένουν σήμερα στις Στέγες Υποστηριζόμενης Διαβίωσης (ΣΥΔ), αναφέροντας απλώς πως άδεια ίδρυσης και λειτουργίας διαθέτουν 158 ΣΥΔ συνολικής δυναμικότητας 853 φιλοξενούμενων, μία Στέγη Αυτόνομης Διαβίωσης (ΣΑΔ) δυναμικότητας 48 και έξι οικοτροφεία ασυλικού τύπου δυναμικότητας 245.
ΒΙΑ, ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΨΗ ΚΑΙ ΑΔΙΕΞΟΔΟ
Γροθιά στο στομάχι οι μαρτυρίες πρώην φιλοξενούμενων
Οι νοσοκόμες περνούσαν από όλους γρήγορα γρήγορα σαν να ήμασταν προϊόντα σε εργοστάσιο. Μας έγδυναν όλους μαζί, σαν να είμαστε στο Αουσβιτς και ένας ένας περνάγαμε για μπάνια. Αν κάποιος χρειαζόταν πολύ παραπάνω υποστήριξη, πήγαινε απλά χαμένος
Μνήμες από το παρελθόν της βάρβαρης καθημερινότητας σε ιδρύματα ανασύρουν δύο άνθρωποι που έχουν βγει πια από αυτά και στέκονται παράλληλα στα σημερινά προβλήματα της έλλειψης ίσων ευκαιριών κοινωνικοποίησης και του βαθιά ριζωμένου στίγματος.
Σαν φυλακή χαρακτηρίζει τη ζωή του και σαν αποθήκη το ίδρυμα μιλώντας στην «Εφ.Συν.» 42χρονος με αναπηρία: «Ημουν κανονικά φυλακισμένος. Δεν κάναμε τίποτα, δεν ασχολιόντουσαν μαζί μας. Δεν τους έλεγχε κανείς. Μας έσωζαν οι εθελοντές, που περιμέναμε να έρθουν για επίσκεψη και για να μας βγάλουν βόλτα.
Το έγκλημα ήταν ότι δούλευαν μόνο νοσοκόμες, που περνούσαν από όλους γρήγορα γρήγορα σαν να ήμασταν προϊόντα σε εργοστάσιο. Μας έγδυναν όλους μαζί, σαν να είμαστε στο Αουσβιτς και ένας ένας περνάγαμε για μπάνια. Αν κάποιος χρειαζόταν πολύ παραπάνω υποστήριξη, πήγαινε απλά χαμένος.
Αν συνέβαινε κάτι, το παιδί δεν είχε θάρρος να απευθυνθεί κάπου. Γιατί μετά μένεις μόνος με αυτόν που κατήγγειλες. Οταν πρωτοπήγα, ήμουν 6-8 ετών, κρατούσα το μπεμπιλίνο που μου είχε ξεκολλήσει για να μην πέσει και μου έδωσαν σφαλιάρα. Το είπα στη μητέρα μου, το είπε στη διοίκηση και με φώναξαν στο γραφείο να μου ζητήσουν τον λόγο. Εβαλαν τον τραυματιοφορέα να με πετάξει στο κρεβάτι με τα παπούτσια. Θυμάμαι μια νοσοκόμα που μας τρομοκρατούσε, χτύπαγε κάποια παιδιά. Της άρεσε να είναι ο φόβος και ο τρόμος. Σε μια Τσιγγάνα που είχε ζητήσει χαρτί να σκουπιστεί, έδωσε αλουμινόχαρτο.
Προτιμώ στο σπίτι αλλά είναι σχετικό. Παιδιά που βγήκαν σε σπίτια κατέληξαν σαν σε μικρό ίδρυμα, χωρίς την παρουσία εθελοντών. Παρατήρησα μετά την πανδημία να μη βγαίνουν έξω, σχεδόν καθόλου. Να είναι μόνο στα κινητά τους.
Να μπεις απλά να μείνεις σε ένα σπίτι δεν σημαίνει τίποτα. Και όχι μόνο όταν δεν έχεις οικογένεια. Ενας από τους πιο περιοριστικούς παράγοντες για κάποιον που έχει αναπηρία είναι οι δικοί του άνθρωποι. Μοιάζει να είναι ικανοποιημένοι από το να έχει το παιδί φαΐ και τηλεόραση ή και να παίρνουν τα προνόμια που παρέχει η αναπηρία».
Τρομακτικό να αρρωσταίνουμε όλα μαζί
Μια διαρκή προσπάθεια να επιβιώσει αυτόνομα περιγράφει η Βιβή σε podcast της Tandem, στο πλαίσιο καμπάνιας ευαισθητοποίησης και συλλογής υπογραφών με τίτλο «Τα ιδρύματα δεν είναι λύση».
«Μικρή με είχαν πάει σε έναν θάλαμο με ένα βρακάκι τσόχινο. Και ήμουνα στον έκτο και θα έπρεπε να με πάνε στον τρίτο που ήταν τα πιο μεγάλα παιδιά. Μετά τσακωνόντουσαν, του θαλάμου του έκτου με τον τρίτο, ποιος θα αναλάβει την ευθύνη του τσόχινου…
Θυμάμαι όταν αρρωσταίναμε, πάλι μικρά, όλα μαζί, 30-40 παιδιά, με δύο νοσοκόμες, έβηχε όλος ο θάλαμος όταν περνάγαμε κοκκύτη ή όταν είχαμε ιλαρά, όλοι μαζί. Ηταν λίγο τρομακτικό.
Θυμάμαι και ωραίες στιγμές, που πάλι ήμασταν όλα μαζί και είχε μια ελληνική ταινία ασπρόμαυρη (…) Μια φυσικοθεραπεύτρια, που με είχε πολύ αγκαλιάσει, την ένιωθα λίγο σαν μητέρα.
Στην Πεντέλη είχε έρθει μια κυρία που με συμπάθησε πάρα πολύ και της είχα πει ψέματα ότι δεν είχα γονείς για να με πάρει σπίτι της. Πάρα πολλά παιδιά μέναμε πίσω. Τα περισσότερα. […] Το να βγω στον έξω κόσμο ήτανε πολύ οδυνηρή εμπειρία, διότι υπήρχε πολλή μοναξιά, πολλή απόρριψη. Οπότε σκέφτηκα ότι ίσως είναι καλύτερα να γυρίσω ξανά στο ίδρυμα, όπου ήταν οι φίλοι μου, οι παρέες μου. Σίγουρα υπήρχε μια μεγαλύτερη αποδοχή.
Βέβαια καταλάβαινα ότι όχι το ίδρυμα τόσο, αλλά η αναπηρία μου με στιγμάτιζε […] Λιγότερες ευκαιρίες σε όλα. Στις φιλίες, στις παρέες, στις γνωριμίες με ανθρώπους. Και αποφάσισα να γυρίσω πίσω στο ίδρυμα.
Για μια ιστορική αναγνώριση και επανόρθωση της βλάβης
Το κράτος όχι μόνο δεν άνοιξε ποτέ ουσιαστικά τη συζήτηση για την επανόρθωση των βλαβών που προκάλεσε σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν αναγνώρισε ποτέ καν την ίδια τη ζημιογόνο δράση ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας
ΤΟΥ ΒΑΣIΛΗ ΙΩΑΚΕΙΜIΔΗ*
Ενα έγκλημα μπορεί να συντελεστεί τόσο μέσω πράξεων όσο και μέσω παραλείψεων. Στην ιστορία της παιδικής προστασίας στην Ελλάδα συνυπήρξαν και οι δύο αυτοί παράγοντες, με τρόπο συστηματικό και διαγενεακά τραυματικό. Τα βασικά στοιχεία αυτής της αδικίας εκφράστηκαν μέσω της μαζικής ιδρυματοποίησης, των παράνομων ή παράτυπων υιοθεσιών και με τη διαχρονική άρνηση συγκρότησης ενός συνεκτικού, καθολικού και διαφανούς συστήματος παιδικής προστασίας.
Αν και ιδρυματικές μορφές παιδικής προστασίας υπήρχαν ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η απαρχή των κεντρικά οργανωμένων εγκλεισμών παιδιών εντοπίζεται στη δεκαετία του 1940, με τη δημιουργία των διαβόητων παιδουπόλεων της Φρειδερίκης στη διάρκεια του εμφύλιου. Οι χώροι αυτοί, που σε πολλές περιπτώσεις λειτουργούσαν με όρους στρατιωτικοποιημένης επιτήρησης, παράλληλα με τη «φιλοξενία» είχαν ως στόχο την πολιτική και κοινωνική πειθάρχηση. Τα έγκλειστα παιδιά αντιμετωπίστηκαν είτε ως «ανταρτόπληκτα» είτε ως «πολιτικά ύποπτα» λόγω καταγωγής ή και πολιτικών πεποιθήσεων των οικογενειών τους.
Από τη δεκαετία του 1950, μέσα στο περιβάλλον του τιμωρητικού μεταπολεμικού συντηρητισμού, της έμφυλης ανισότητας και της εκκλησιαστικής κυριαρχίας στον χώρο της πρόνοιας, χιλιάδες γυναίκες που απέκτησαν παιδιά εκτός γάμου ή ζούσαν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας βρέθηκαν αντιμέτωπες με τον στιγματισμό. Αντί για υποστήριξη και φροντίδα βίωσαν την τραυματική εμπειρία της απομάκρυνσης των παιδιών τους. Πολλά από αυτά είτε βίωσαν τον εγκλεισμό στα τότε ιδρύματα είτε «δόθηκαν» για υιοθεσία, συχνά με σκιώδεις και συνοπτικές διαδικασίες, σε ευκατάστατες οικογένειες.
Ακόμα όμως και στα μεταπολιτευτικά χρόνια, η παιδική προστασία παρέμεινε χωρίς επαρκή στελέχωση, σχεδιασμό και συντονισμό. Οικογένειες που βιώνουν αντιξοότητα, φτώχεια ή ψυχοκοινωνικές δυσκολίες δεν υποστηρίζονται έγκαιρα και επαρκώς. Αντίθετα, βρίσκονται συχνά αντιμέτωπες με μηχανισμούς επιτήρησης, ποινικοποίησης και τελικά απομάκρυνσης των παιδιών τους. Συχνά ακόμη και σήμερα παιδιά οδηγούνται σε ιδιωτικές ή δημόσιες δομές με αποδεδειγμένα κακοποιητική λειτουργία. Μερικά από αυτά μάλιστα βρέθηκαν -σε μια σχεδόν παγκόσμια πρωτοτυπία- να βιώνουν μακρόχρονο εγκλεισμό σε παιδιατρικά νοσοκομεία, χωρίς να υφίσταται κάποιο θέμα υγείας!
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, θεσμική βία βίωσαν με δυσανάλογο τρόπο παιδιά από κοινωνικά αποκλεισμένες ομάδες: παιδιά Ρομά, προσφυγόπουλα και παιδιά με αναπηρία. Οι εικόνες των ανάπηρων παιδιών στα Λεχαινά, δεμένων σε κλουβιά, των ρακένδυτων παιδιών Ρομά και των προσφυγόπουλων που επιβίωναν σε χώρους βίας και αναξιοπρέπειας είναι γνωστές. Και όμως, ποτέ δεν κατάφεραν να «στοιχειώσουν» πραγματικά το συλλογικό μας συνειδητό.
Πίσω λοιπόν από ιστορίες κακοποίησης που σποραδικά εμφανίζονται στη δημόσια συζήτηση με όρους ηθικού πανικού, βρίσκεται μια βαθύτερη κρίση που δεν αφορά μόνο την αποτυχία του συστήματος πρόνοιας αλλά και τη διαχρονική έκθεσή τους σε συνθήκες τραύματος, κακοποίησης και άρνησης των δικαιωμάτων τους.
Το κράτος όχι μόνο δεν άνοιξε ποτέ ουσιαστικά τη συζήτηση για την επανόρθωση των βλαβών που προκάλεσε σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους, αλλά δεν αναγνώρισε ποτέ καν την ίδια τη ζημιογόνο δράση ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος πως, πριν κάθε συζήτηση για «αποϊδρυματοποίηση» ή αναμόρφωση του συστήματος παιδικής προστασίας, στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου πρέπει να τεθεί μια διαδικασία ιστορικής και κοινωνικής λογοδοσίας.
Η λογοδοσία αυτή πρέπει να διαμορφωθεί στη βάση τριών σταδίων αναγνώρισης και επανόρθωσης:
◗ Της δημόσιας συγγνώμης από την πολιτεία προς όσους υπέστησαν θεσμική παραμέληση, κακοποίηση, ιδρυματική βία ή εξαναγκαστικούς διαχωρισμούς οικογενειών ως μια ουσιαστική και συμβολική πράξη δημοκρατικής ωριμότητας και συλλογικής μεταμέλειας, όχι ως μια υποκριτική χειρονομία.
◗ Της ανεξάρτητης και διαφανούς διερεύνησης και χαρτογράφησης των ιστορικών πρακτικών της παιδικής προστασίας, με ουσιαστική συμμετοχή επιζώντων, οικογενειών και επαγγελματιών.
◗ Της ανάπτυξης πρακτικών και πολιτικών συλλογικής και ατομικής επανόρθωσης της βλάβης. Το κράτος, στο πλαίσιο της επανορθωτικής δικαιοσύνης, πρέπει να πάρει απτά μέτρα υποστήριξης των ατόμων που βίωσαν τη διαγενεακή βία.
Πρόσφατα, χώρες όπως η Ισπανία, που συγκλονίστηκε από αποκαλύψεις εκατοντάδων χιλιάδων παράνομων υιοθεσιών της φρανκικής περιόδου, και η Ιρλανδία, όπου αποκαλύφθηκαν ακραίες μορφές κακοποίησης και παραμέλησης παιδιών σε εκκλησιαστικά ιδρύματα, εκκίνησαν διαδικασίες ιστορικής αναγνώρισης και επανόρθωσης.
Και στη χώρα μας, μόνο μέσα από την αναγνώριση της ιστορικής αλήθειας μπορεί να ανοίξει ο δρόμος για ουσιαστικές πολιτικές επανορθωτικής δικαιοσύνης, κοινωνικής αποκατάστασης και πραγματικής μεταρρύθμισης του πεδίου της παιδικής προστασίας. Ισως το πιο δύσκολο βήμα για μια κοινωνία δεν είναι μόνο να αναγνωρίσει τη βία που άσκησε στο παρελθόν, αλλά να τοποθετήσει επιτέλους στο επίκεντρο τις οικογένειες και τα παιδιά, διαμορφώνοντας όρους για ένα συνεκτικό, μη στιγματιστικό και καθολικό σύστημα παιδικής προστασίας στο μέλλον.
*Πρόεδρος του Τμήματος Κοινωνικής Εργασίας του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής
Διαβάστε περισσότερα
