Με τον πρωτότυπο και ευφάνταστο τίτλο «Ιδεοτρόπια» κυκλοφόρησε η καινούργια ποιητική συλλογή του Ιωάννη Βάλλιου από τις εκδόσεις Ιωλκός. Ο τίτλος, δηλωτικός του περιεχομένου, υπόσχεται την περιδιάβαση του αναγνώστη στον τρόπο και τον τόπο των ιδεών, αλλά και τον τροπισμό της ψυχής του στο ανοιχτό φως, στην απλωσιά της καθαρότητας της διαύγειας και της λάμψης, η οποία μαγνητίζει και συλλαμβάνει την κυτταρική νοητική ουσία στο αρχέγονο γίγνεσθαι, ανυψώνοντας τον στοχασμό στο τελευταίο πλατύσκαλο της κλίμακας της ουράνιας καταγωγής του.
Στο απέριττο εξώφυλλο του βιβλίου, οι τέσσερις κυπάρισσοι, στο πράσινο χρώμα της ζωής, της ελπίδας και της φύσης, συνθέτουν αναπαραστατικά ως ιδεόγραμμα την κατά των πυθαγορείων θεώρηση Τετρακτύν, σύμβολο τόσο της ευταξίας και της αρμονίας του σύμπαντος κόσμου όσο και των αρθρωμένων δομικών ενοτήτων του έργου του Βάλλιου.
Η γραμμική εξελικτική σχηματική αποτύπωση υποδηλώνει την έννοια της αέναης κίνησης και του χρόνου, ως πραγματικού χώρου και τόπου, που εγκιβωτίζει το έλλογο ον στην ιστορική του διάσταση, ατομικά και κοινωνικά, μέχρι την επίτευξη της τελικής ολοκλήρωσής του. Οι ευθυτενείς οξυκόρυφες απολήξεις μάλιστα των κυπάρισσων, στο κάτω μέρος του εξωφύλλου, ως περήφανες αιχμές δοράτων, μοιάζουν να διαπερνούν το διάκενο αναζητώντας προς τα άνω τον φυσικό τους προορισμό και καταδεικνύοντας ολοφάνερα τον, επίσης, με πράσινα γράμματα, τίτλο του έργου, που στέκει ψηλά ως φωτεινό μετέωρο στο ουράνιο στερέωμα.
Στην πρώτη ενότητα εστιακός τόπος είναι η μονάδα, ο προσωπικός-εσωτερικός χώρος της ατομικής συνείδησης, η οποία έρχεται αντιμέτωπη με τη φθορά, την απώλεια και τον θάνατο, την αλλοτρίωση και την αποδέσμευσή της από τα σκοτάδια του εφήμερου βίου και της περατότητας, αποζητώντας την απαλλαγή της από τις σπηλαιώδεις, κατά Πλάτωνα, σκιές των ειδώλων που την κρατούν δέσμια και κατακυριευμένη στον κόσμο της πλάνης. Ο χρόνος είναι ο μέγας κριτής, είναι ο τόπος που μας φιλοξενεί, είναι το μέγεθος που μας περιέχει και το περιέχουμε.
«Ποιος είσαι, τι κάνεις στη ζωή μου;/ Περνάς χωρίς να λογαριάζεις τις επιθυμίες μας./ Κάνεις τον βράχο άμμο, το κύμα αφρό,/ δύεις τον ήλιο, για να ανατείλεις τα άστρα./ Λέω πως είσαι μόνο μια κλωστή συνείδησης/ ανάμεσα σε διαδοχικές εικόνες,/ αλλά επιμένεις να χαράζεις/ στη ζωή μας τα σημάδια σου./ Ωσπου να μας αφήσεις χωρίς ανάσα/ —όπως ήρθαμε σε αυτόν τον κόσμο—,/ χωρίς την πανοπλία του εγωισμού,/ είσαι αυτός που αρχίζεις να μου λείπεις./ Χρόνε, παραμένεις το στοιχειωμένο φάντασμα/ του μυαλού μου.» (ΣΑΝ ΤΟ ΝΕΡΟ ΠΟΥ ΚΥΛΑΕΙ).
Ιωάννης Βάλλιος, Ιδεοτρόπια | Σελ. 56, Εκδόσεις Ιωλκός
Στη δεύτερη ενότητα, ακολούθως, η οπτική μετατόπιση στην έξω χώρα και ώρα αναδιατάσσει την ποιητική συνείδηση και την τοποθετεί στις εκ των πραγμάτων ορίζουσες συντεταγμένες μιας ευρύτερης θέασης που επιτρέπει την καθολική κατόπτευση του πεδίου της κοινωνικής της αναφοράς, άλλοτε συγκαταβατικά και άλλοτε δηκτικά. «Ετσι έμαθαν να ζουν,/ στη γη των λωτοφάγων./ Από το πουθενά να έρχονται/ και στο περίπου να πηγαίνουν.» (Η ΓΗ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ). Το αρχέγονο φυσικό κάλλος της ελληνικής γης σε συνδυασμό με το βάθος της αδιάλειπτης ιστορικής και πολιτισμικής της συνέχειας, παρά τις στενωπούς, αισθητοποιούν τις Ιδέες, μοιάζουν σαν προσκυνηματικοί τόποι ενός καθαγιασμένου συναισθήματος που οδηγεί την ποιητική συνείδηση στη μεταρσίωση και στη συνένωσή της, μέσω της μνήμης και της ανάμνησης, με την πρώτη αλήθεια της θείας καταγωγής της.
Στην τρίτη κατά σειρά ενότητα, ο δημιουργός καταθέτει την αγωνία και την έντονη ανησυχία του για τον καταδυναστευτικό ρόλο που έχει απερίσκεπτα αποδοθεί πλέον στην ανεξέλεγκτη κυριαρχία των σύγχρονων ψηφιακών μέσων και της τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή μας λόγω της ματαιοδοξίας, της αλαζονείας και της αυτιστικά αυτάρεσκης αντίληψης του ανθρώπου, που αναγορεύει, διαπράττοντας ύβριν, την επίπλαστη «κραταιά» παντοδυναμία του σε θεϊκή εντολή, με απροσδόκητες επιπτώσεις για το μέλλον μας και τη φύση.
Η τελευταία καταληκτική ενότητα αποτελεί μια ωδή στην ποίηση. Ο αυτοαναφορικός της χαρακτήρας υπηρετεί την εξύμνηση της απαράμιλλης αξίας της τέχνης των λέξεων, της τέχνης που τίκτει το σώμα και το σχήμα των ιδεών, τις καθιστά Λόγον, σημείον κοινωνίας και επικοινωνίας της ανθρώπινης διάνοιας με τη θεία ουσία. «Ιδέες που γίνατε λέξεις,/ στοιβαχτήκατε σε προτάσεις,/ γεννήσατε νόημα,/ ανοίγοντας έναν φεγγίτη,/ για να κοιτάει η ψυχή μου ψηλά.» (Η ΠΟΙΗΣΗ).
Ο Ιωάννης Βάλλιος με την παρούσα ποιητική συλλογή εξυψώνει τον ποιητικό λόγο στις μυθικές του διαστάσεις, υποβάλλοντας στον αναγνώστη τον τροπισμό του φωτός και της έκλαμψης των ιδεών, καθότι στην αληθινή ποίηση «Νους ορή και νους ακούει, τάλλα δε τυφλά και κωφά» (Επίχαρμος).
*Φιλόλογος, ποιητής
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
