Τελευταία νέα
Παραιτήθηκε από βουλευτής και από το ΣΥΡΙΖΑ η Κατερίνα Νοτοπούλου ΣΥΡΙΖΑ: Παραιτήθηκε από βουλευτής η Κατερίνα Νοτοπούλου Επεισόδια στο Θριάσιο: Νέο ρατσιστικό παραλήρημα Λατινοπούλου κατά των Ρομά Αλέξης Τσίπρας: Σήμερα ξέρω καλά και τι θέλω να πετύχω και το πώς να το πετύχω. ΣΥΡΙΖΑ: Οι απαντήσεις της Αν. Σαπουνά στα αιτήματα για δημοσιοποίηση ονομάτων της ΚΕ Ελευσίνα: Εργατικό ατύχημα στο λιμάνι κατά την εκφόρτωση φορτηγού πλοίου Κεσσές κατά Βορίδη για το «μπλόκο» στην κατάθεση Ντίλιαν: «Υποθάλπτει» τον θύτη Επεισόδιο Χατζηβασιλείου με Νταβούτογλου για το Κυπριακό: «Έχουμε εισβολή από το 1974, αποδεχθείτε την πραγματικότητα» Παραιτήθηκε η Νοτοπούλου από τον ΣΥΡΙΖΑ Ο λαβύρινθος του Αδωνη και ο μίτος του Κυριάκου ΔΥΠΑ: Ξεκινούν την Πέμπτη οι αιτήσεις για τις 150.000 επιταγές αγοράς βιβλίων – Οι δικαιούχοι Θεσσαλονίκη: Η αστυνομία άνοιξε δρόμο για ετοιμόγεννη – Σε 12 λεπτά από τα ΚΤΕΛ στο Ιπποκράτειο
Efsyn.gr

Καλοκαιρινή επιστροφή στα σπουδαία κλασικά

Old time classic, ένα από τα σημαντικότερα φιλμ νουάρ και μία από τις σπουδαιότερες ταινίες του Τζον Χιούστον, η «Ζούγκλα της Ασφάλτου» (1950) που συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση του υποείδους των heist movies και αποτελεί μέχρι και σήμερα μια εντυπωσιακή ψυχογραφία χαρακτήρων, επιστρέφει κάθε τόσο στις κινηματογραφικές αίθουσες και δη στα θερινά -όπως συνέβη π.χ. την προηγούμενη εβδομάδα όταν προβαλλόταν στο «Σινέ Παναθήναια».
Η ταινία είναι βασισμένη βέβαια στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Γουίλιαμ Ράιλι Μπέρνετ (1899–1982), το οποίο κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μέδουσα (2014), σε μετάφραση Αρίστου Γιαννόπουλου. Ο Μπέρνετ υπήρξε ένας από τους βασικούς εκπροσώπους της hard-boiled αστυνομικής λογοτεχνίας, συγγραφέας, μεταξύ άλλων, του «Μικρός Καίσαρας» (εκδ. Εξάντας,1986, μτφρ. Βικτώρια Τράπαλη) και του «High Sierra» (εκδ. Μέδουσα, 2017, μτφρ. Ντίνα Σώτηρα), με το πρώτο να έχει επίσης μεταφερθεί στο σινεμά από τον Μέρβιν Λιρόι (1900-1987) και να θεωρείται μία από τις πρώτες κλασικές γκανγκστερικές ταινίες στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.
«Η ζούγκλα της ασφάλτου» αφηγείται την προσπάθεια μιας ομάδας κακοποιών, που ζουν σε μια ανώνυμη παραποτάμια πόλη των μεσοδυτικών Ηνωμένων Πολιτειών, να ληστέψουν ένα κοσμηματοπωλείο. Εγκέφαλος της επιχείρησης είναι ο Ντοκ Ρίντενσνάιντερ, ένας έμπειρος εγκληματίας που μόλις αποφυλακίστηκε. Για να βάλει σε εφαρμογή το σχέδιό του συνεργάζεται με τον ευυπόληπτο δικηγόρο Αλόνζο Εμεριχ που χρηματοδοτεί την επιχείρηση, τον αρχηγό του υποκόσμου Κομπ, τον διαρρήκτη χρηματοκιβωτίων Λούι Τσιαβαρέλι, τον οδηγό Γκας Μίνιον και τον μπράβο Ντιξ Χάντλεϊ. Παρότι το σχέδιό τους μοιάζει αλάνθαστο στα χαρτιά, η επιχείρηση καταλήγει σε αποτυχία, καθώς οι προσωπικές φιλοδοξίες, οι αδυναμίες και οι προδοσίες των μελών της ομάδας οδηγούν σταδιακά στη διάλυση της φαινομενικά τέλειας ληστείας.
Ο συγγραφέας, μέσα από μια σχεδόν δημοσιογραφική, αλλά όπου χρειάζεται ατμοσφαιρική γραφή, σκιαγραφεί με λιτότητα και ακρίβεια τους αντιήρωές του, συνθέτοντας παράλληλα ένα διεισδυτικό πορτρέτο της αμερικανικής κοινωνίας της μεταπολεμικής περιόδου.
Μέσα από πυκνούς διαλόγους και λεπτομερείς περιγραφές, ο Μπέρνετ καταφέρνει να δημιουργήσει δύο επίπεδα ανάγνωσης: το πρώτο είναι η ιστορία μιας ληστείας που πηγαίνει τελείως λάθος (η έκβασή της μοιάζει προκαθορισμένη ήδη από την αρχή και η αποτυχία της διαφαίνεται από πολύ νωρίς), δημιουργώντας ένα μυθιστόρημα γεμάτο αγωνία και ένταση, χωρίς να ηρωοποιεί κανέναν από τους χαρακτήρες του. Αντίθετα, συνθέτει ένα μωσαϊκό χαρακτήρων καταδικασμένων να αποτύχουν. Διεφθαρμένοι, ηθικά έκπτωτοι, ανεξαρτήτως κοινωνικού υπόβαθρου, όλοι αναζητούν μια διέξοδο, αδυνατώντας να απελευθερωθούν από το παρελθόν τους.
Δημιουργεί μια εφιαλτική κάθοδο που οδηγεί αναπόφευκτα στον σωματικό και ψυχικό θάνατο. Σκιαγραφεί μια πόλη βυθισμένη σε ένα αιώνιο σκοτάδι, χαμένη, εγκλωβισμένη στη διαφθορά και το έγκλημα, φτωχοποιημένη και χωρίς διέξοδο. Ακόμη και στο τέλος, όταν η ιστορία μετατοπίζεται προς την εξοχή και απομακρυνόμαστε από το σκοτεινό, άγριο αστικό τοπίο, τίποτα δεν μοιάζει να αλλάζει πραγματικά. Η επιστροφή στην εξοχή και στα άλογα, που τόσο ονειρεύεται ο Ντιξ, δεν χρωματίζεται με φωτεινά, αισιόδοξα χρώματα αλλά με την απαισιοδοξία που διατρέχει όλο το βιβλίο. Δεν υπάρχει λύτρωση, παρά μόνο σκοτάδι.
Ο Χιούστον μετέφερε το μυθιστόρημα στον κινηματογράφο μόλις ένα χρόνο αφότου εκδόθηκε (1949), ακολουθώντας σχεδόν πιστά την πλοκή και απέδωσε εξαίσια τον ρεαλισμό του Μπέρνετ στη μεγάλη οθόνη σκηνοθετώντας ένα έργο που αποτελεί ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στην ιστορία του φιλμ νουάρ, αλλά και μια νέα προσέγγιση του είδους. Καθοδήγησε εξαιρετικά ολόκληρο το λαμπερό καστ του που αποτελείται από τους Στέρλινγκ Χέιντεν, Λούις Κάλχερν, Τζιν Χέιγκεν, Τζέιμς Γουίτμορ, Σαμ Τζάφε και Τζον ΜακΙντάιρ – ανάμεσά τους μάλιστα εμφανίζεται και η Μέριλιν Μονρόε σε έναν από τους πρώτους κινηματογραφικούς ρόλους της. Εδωσε έμφαση στις ερμηνείες, στις εκφράσεις των χαρακτήρων, στις σιωπές και στις σωματικές τους κινήσεις, τονίζοντας τη δυσοίωνη ατμόσφαιρα κι αποκαλύπτοντας παράλληλα πολλά για τους ίδιους και την ψυχική τους κατάσταση.
Με σύνθετα πλάνα, όπου η δράση στο βάθος παίζει κυρίαρχο ρόλο, η σκηνοθεσία του Χιούστον αιχμαλώτιζε την ουσία του βιβλίου, διεισδύοντας κάτω από την τυπική ιστορία μιας ληστείας και φέρνοντας στο προσκήνιο το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο του Μπέρνετ. Οι χαρακτήρες του αποκόβονται από τη στερεοτυπική απεικόνιση των ηρώων του φιλμ νουάρ και ως αντιήρωες κινούνται μέσα στο πλαίσιο μιας ευρύτερης κοινωνικής κριτικής για την Αμερική της μεταπολεμικής περιόδου, αλλά και μιας ανάλυσης της ανθρώπινης φύσης, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από τις κοινωνικές νόρμες και την αναγκαιότητα πράξεων που πηγάζουν από το ένστικτο της επιβίωσης. Ταυτόχρονα ο Χιούστον αποκάλυψε το αδιέξοδο των χαρακτήρων που ζουν σε μια χώρα χτισμένη πάνω στο αφήγημα του αμερικανικού ονείρου.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...