Η στεγαστική κρίση εξελίσσεται σε ένα από τα πιο κρίσιμα κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα στην Ελλάδα και την Ευρώπη, με τα ενοίκια να αυξάνονται με ταχύτερους ρυθμούς από τα εισοδήματα και να επιβαρύνουν ολοένα και περισσότερο τα νοικοκυριά. Σύμφωνα με τη μελέτη του Κέντρου Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ), που βασίζεται σε στοιχεία της Eurostat, η Ελλάδα καταγράφει πλέον μία από τις πιο έντονες πιέσεις στην αγορά κατοικίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης .#money-grid-35365{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-35365>li.last{margin-right:0;}#money-grid-35365>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-35365>li{width:100%;}}
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η εικόνα είναι ήδη επιβαρυμένη. Το 2025 οι τιμές κατοικιών αυξήθηκαν κατά 5,5%, ενώ τα ενοίκια κατά 3,2%, επιβεβαιώνοντας μια μακροχρόνια ανοδική τάση. Ωστόσο, η Ελλάδα ξεχωρίζει αρνητικά: καταγράφει τη δεύτερη μεγαλύτερη αύξηση ενοικίων στην ΕΕ (+10,1%), γεγονός που αποτυπώνει την ένταση των πιέσεων στην εγχώρια αγορά .
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά αποτέλεσμα μιας μακράς και έντονα κυκλικής πορείας. Από το 2000 έως το 2011 τα ενοίκια αυξήθηκαν κατά περίπου 53%, για να ακολουθήσει μια βαθιά πτώση κατά την περίοδο της κρίσης (2011–2018), όπου υποχώρησαν κατά 26%. Η αγορά παρέμεινε στάσιμη έως το 2021, πριν εισέλθει ξανά σε έντονη ανοδική τροχιά από το 2022 και μετά, ξεπερνώντας το 2025 τα επίπεδα της προ κρίσης περιόδου .
Αντίστοιχα, οι τιμές αγοράς κατοικιών ακολούθησαν ακόμη πιο έντονες διακυμάνσεις. Μετά τον σχεδόν διπλασιασμό τους έως το 2008, κατέρρευσαν την περίοδο της κρίσης και στη συνέχεια ανέκαμψαν θεαματικά. Στην Αθήνα, οι τιμές αυξήθηκαν κατά περίπου 86% την περίοδο 2017–2025, ξεπερνώντας πλέον τα επίπεδα πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση .
Η βασική διαφορά της σημερινής φάσης σε σχέση με το παρελθόν είναι ότι η άνοδος των τιμών δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη αύξηση των εισοδημάτων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια δραματική επιδείνωση της προσιτότητας της στέγης, ιδίως στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Η εικόνα στην Αθήνα είναι ενδεικτική της κατάστασης. Το μέσο μηνιαίο ενοίκιο για διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου φτάνει τα 1.050 ευρώ, ενώ για δύο υπνοδωμάτια τα 1.400 ευρώ. Τα επίπεδα αυτά είναι συγκρίσιμα με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γεγονός που αναδεικνύει ένα κρίσιμο παράδοξο: οι τιμές έχουν «ευρωπαϊκό» ύψος, αλλά τα εισοδήματα παραμένουν σημαντικά χαμηλότερα .
Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην αναλογία ενοικίου προς εισόδημα. Για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στην Αθήνα, το ενοίκιο αντιστοιχεί στο 70,2% του μέσου μηνιαίου εισοδήματος, ενώ για δύο υπνοδωμάτια το ποσοστό εκτινάσσεται στο 93,6%. Στον μέσο όρο της ΕΕ, τα αντίστοιχα ποσοστά είναι μόλις 33,8% και 45,6%, γεγονός που υπογραμμίζει το μέγεθος της απόκλισης .
Η εξέλιξη αυτή έχει επιταχυνθεί τα τελευταία χρόνια. Από το 2023 και μετά, τα ενοίκια αυξάνονται με ρυθμούς 5% έως 10% ετησίως, την ώρα που ο γενικός πληθωρισμός αποκλιμακώνεται περίπου στο 3%, διευρύνοντας περαιτέρω την πίεση στα νοικοκυριά .
Οι αιτίες πίσω από αυτή την κατάσταση είναι πολλαπλές και αλληλένδετες. Από τη μία πλευρά, η ζήτηση έχει αυξηθεί σημαντικά λόγω της ανάκαμψης της οικονομίας, της ανάπτυξης του τουρισμού και της εξάπλωσης των βραχυχρόνιων μισθώσεων. Από την άλλη, η προσφορά κατοικιών παραμένει περιορισμένη, καθώς η οικοδομική δραστηριότητα κατέρρευσε την προηγούμενη δεκαετία και δεν έχει ακόμη ανακάμψει επαρκώς.
Παράλληλα, η εισροή ξένων επενδύσεων μέσω προγραμμάτων όπως η Golden Visa, η ύπαρξη μεγάλου αριθμού κλειστών κατοικιών και η αύξηση του κόστους κατασκευής επιβαρύνουν περαιτέρω την ισορροπία της αγοράς. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά όπου η ζήτηση αυξάνεται ταχύτερα από την προσφορά, οδηγώντας σε συνεχή άνοδο τιμών.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κατάσταση διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ χωρών, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να καταγράφονται κυρίως στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη. Ωστόσο, η ελληνική περίπτωση ξεχωρίζει λόγω του συνδυασμού υψηλών τιμών και χαμηλών εισοδημάτων, που καθιστά το πρόβλημα πιο οξύ.
Η στεγαστική κρίση δεν αποτελεί πλέον μόνο κοινωνικό ζήτημα, αλλά και σημαντικό οικονομικό κίνδυνο. Η υψηλή επιβάρυνση των νοικοκυριών περιορίζει την κατανάλωση, αυξάνει την οικονομική ανασφάλεια και επηρεάζει την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού, ιδίως των νέων.
Η αντιμετώπιση της κατάστασης απαιτεί συνδυασμό πολιτικών: ενίσχυση της προσφοράς κατοικιών, αξιοποίηση κενών ακινήτων, κίνητρα για νέες κατασκευές, αλλά και στοχευμένα μέτρα στήριξης των πιο ευάλωτων ομάδων. Σε διαφορετική περίπτωση, η πίεση στη στέγαση αναμένεται να παραμείνει – ή και να ενταθεί – τα επόμενα χρόνια.
#money-grid-34887{list-style:none;margin:0;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li{float:left;width:49%;min-width:250px;list-style:none;margin:0 1% 1% 0;;padding:0;overflow:hidden;}#money-grid-34887>li.last{margin-right:0;}#money-grid-34887>li.last+li{clear:both;}@media only screen and (max-width:768px) {#money-grid-34887>li{width:100%;}}The post ΚΕΦΙΜ: Τα ενοίκια στην Ελλάδα «τρέχουν» πιο γρήγορα από την Ευρώπη | Στο 70% του εισοδήματος το κόστος στην Αθήνα appeared first on ΧΡΗΜΑ & ΤΟΥΡΙΣΜΟΣ money-tourism.gr.
Διαβάστε περισσότερα
