Σκληρή επίθεση στην κυβέρνηση και προσωπικά στον Κυριάκο Μητσοτάκη εξαπέλυσε η Θεώνη Κουφονικολάκου, σε συνέντευξή της στον Alpha Radio 98.9 και τον Γιώργο Ευγενίδη, συνδέοντας την κοινωνική δυσαρέσκεια με την ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση και την έλλειψη προοπτικής για τη νέα γενιά.
Παράλληλα, η εκπρόσωπος τύπου της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, Θεώνη Κουφονικολάκου, άσκησε κριτική στους κυβερνητικούς χειρισμούς στην εξωτερική πολιτική, με αιχμή το τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ επανέφερε ερωτήματα για την ιδιότητα και τον διορισμό του κ. Μπεκίρη στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή.
Απαντώντας στις κυβερνητικές αναφορές περί σταθερότητας, η κ. Κουφονικολάκου χαρακτήρισε τον πρωθυπουργό «νούμερο ένα παράγοντα αποσταθεροποίησης», υποστηρίζοντας ότι οι πολιτικές του έχουν οδηγήσει νέους ανθρώπους να αισθάνονται πως «δεν έχουν όνειρα, δεν έχουν προοπτική, δεν βρίσκουν στέγη, δεν μπορούν να ανταποκριθούν στο κόστος ζωής».
Στο επίκεντρο της παρέμβασής της βρέθηκαν οι κινητοποιήσεις των νέων. Η ίδια απέρριψε τη σύνδεση της πολιτικής διαμαρτυρίας με βίαια επεισόδια, σημειώνοντας ότι μια τέτοια ταύτιση «γίνεται εκ του πονηρού». Όπως τόνισε, η πολιτική συμμετοχή και η ειρηνική διεκδίκηση αποτελούν δικαιώματα των πολιτών, ενώ η φωνή των νέων πρέπει να ακούγεται. «Είμαστε με την πολιτική συμμετοχή, με την ειρηνική διαμαρτυρία, με την έκφραση των παιδιών. Δεν είμαστε με τα βίαια επεισόδια», ξεκαθάρισε.
Για να περιγράψει την κοινωνική πίεση, επικαλέστηκε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία το 67% των πολιτών στην Ελλάδα δηλώνει ότι αισθάνεται φτωχό, έναντι 17% κατά μέσο όρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρθηκε επίσης στις επιδόσεις της χώρας στην αγοραστική δύναμη, στην ενεργειακή φτώχεια, στη στεγαστική επιβάρυνση, στον κίνδυνο φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς και στις ακάλυπτες ανάγκες υγείας.
Κατά την εκτίμησή της, η εικόνα αυτή υπονομεύει την κοινωνική συνοχή και την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Επανέλαβε, πάντως, την αντίθεσή της στη βία, τονίζοντας: «Δε θέλουμε τυφλό θυμό, δε θέλουμε βία, δε θέλουμε επεισόδια. Θέλουμε ειρηνικές διαμαρτυρίες, κινητοποιήσεις, συλλογικές διεκδικήσεις».
Στο πεδίο της εξωτερικής πολιτικής, η κ. Κουφονικολάκου εστίασε στις εξελίξεις γύρω από το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Υποστήριξε ότι η πλευρά Χάφταρ εγκαταλείπει στην πράξη την προηγούμενη αντίθεσή της στη συμφωνία, εξέλιξη που, όπως εκτίμησε, ενισχύει διπλωματικά την Τουρκία και δυσχεραίνει τις ελληνικές θέσεις για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.
Αντιπαραβάλλοντας τις εξελίξεις αυτές με τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί ισχυρών συμμαχιών, κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι οδηγεί τη χώρα «από εθνική ήττα σε εθνική ήττα». Στην κριτική της συμπεριέλαβε την εγκατάλειψη του EastMed, την υπόθεση του Oruc Reis και τις εξελίξεις γύρω από την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου.
Παρέπεμψε, ακόμη, στις δηλώσεις του υπουργού Εξωτερικών, Γιώργου Γεραπετρίτη, περί προόδου στις σχέσεις με τη Λιβύη, υπενθυμίζοντας ότι η κυβέρνηση είχε παρουσιάσει τις επαφές με τον Χάφταρ ως βήμα για την ανατροπή του τουρκολιβυκού μνημονίου. «Πώς φτάσαμε από το εκεί στο σήμερα; Ποια λάθη έγιναν;», διερωτήθηκε.
Ως προς τις επόμενες κινήσεις, ζήτησε εντονότερη διπλωματική πίεση προς τη Λιβύη μέσω της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των συμμάχων της Ελλάδας, με σαφή σύνδεση του σεβασμού του διεθνούς δικαίου με τις διμερείς και ευρωλιβυκές σχέσεις. Τάχθηκε υπέρ της διατήρησης ανοιχτού του ενδεχομένου κυρώσεων τόσο κατά της Λιβύης όσο και κατά της Τουρκίας.
Παράλληλα, υποστήριξε την ανάγκη αλλαγής στρατηγικής, με επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια στην Ανατολική Μεσόγειο και οριοθετήσεις με όμορες χώρες. Έκανε λόγο για επιστροφή σε μια «πολυδιάστατη ενεργητική εξωτερική πολιτική», με συμμαχίες που θα αποφέρουν συγκεκριμένα διπλωματικά αποτελέσματα.
Στο ίδιο πλαίσιο, χαρακτήρισε θετική αλλά ανεπαρκή την καταδίκη του τουρκολιβυκού μνημονίου από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, υποστηρίζοντας ότι και η αντίστοιχη καταδίκη του 2019 δεν συνοδεύτηκε από ουσιαστική πίεση. Αναφέρθηκε επίσης στην αμυντική συνεργασία Τουρκίας και Γαλλίας και στη χρήση ελληνικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων και του λιμανιού της Αλεξανδρούπολης από τις ΗΠΑ, θέτοντας ζήτημα ανταλλαγμάτων για την Ελλάδα.
Ξεχωριστό σκέλος της συνέντευξης αποτέλεσαν τα ερωτήματα για τον κ. Μπεκίρη. Η κ. Κουφονικολάκου ανέφερε ότι εμφανίζεται ως διευθυντής στο γραφείο του πρωθυπουργού στη Βουλή, χωρίς, όπως υποστήριξε, να έχει προσκομιστεί ΦΕΚ διορισμού του. Ζήτησε απαντήσεις για το καθεστώς απασχόλησης και αμοιβής του, την υποβολή δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και το εάν διαθέτει πτυχίο.
Όταν ο δημοσιογράφος επισήμανε ότι ο κ. Μπεκίρης προτίθεται να κινηθεί νομικά και να δώσει εξηγήσεις, η ίδια επέμεινε ότι οι απαντήσεις οφείλονται από την κυβέρνηση, καθώς τα ερωτήματα αφορούν τη διαφάνεια και τον έλεγχο της λειτουργίας του πρωθυπουργικού γραφείου.
ΠΑΣΟΚ:Tο “κλειδί” της δεύτερης θέσης και οι επόμενες κινήσεις Ανδρουλάκη
