Οι τιμές των καυσίμων έχουν ήδη εκτοξευθεί και οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή προμηνύουν νέες διαδοχικές ανατιμήσεις τους προσεχείς μήνες. Ο πρωθυπουργός στην πρόσφατη συνέντευξή του προανήγγειλε μέτρα μόνο για το πετρέλαιο θέρμανσης ώστε αυτό να μην ξεπεράσει το 1,75€/λίτρο, τιμή που είναι απαγορευτική για τη συντριπτική πλειοψηφία των νοικοκυριών ακόμα και αν δικαιούνται επίδομα θέρμανσης.
Τα εισοδηματικά κριτήρια άλλωστε για να λάβει ένα νοικοκυριό το επίδομα θέρμανσης είναι τέτοια που αποκλείουν μεγάλο μέρος όσων χρειάζονται πραγματικά ενίσχυση.
Η κυβέρνηση επικαλείται τους ευρωπαϊκούς δημοσιονομικούς κανόνες για να υποστηρίξουν ότι εάν δεν αποφασιστεί μια νέα ρήτρα διαφυγής δεν μπορούν να παρέμβουν. Το συγκεκριμένο επιχείρημα ωστόσο είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, οι δημοσιονομικοί κανόνες της Ευρώπης ζητούν από τις κυβερνήσεις σύνεση στη δημοσιονομική διαχείριση και όρια δαπανών. Τα όρια δαπανών είναι σε συνάρτηση με τα έσοδα του κράτους από κάθε πηγή φορολογίας, έμμεση ή άμεση. Κριτήριο επομένως για τα όρια δαπανών είναι τα έσοδα της προηγούμενης χρονιάς και η εκτίμηση εσόδων της τρέχουσας χρονιάς.
Τα έσοδα του κράτους από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης (ΕΦΚ) είναι σταθερά ανεξάρτητα από την τιμή των καυσίμων καθώς επηρεάζεται αποκλειστικά από την κατανάλωση. Οι τιμές καυσίμων και οι εκτιμήσεις τιμών διάθεσης του πετρελαίου θέρμανσης καθιστούν περίπου βέβαιο ότι η κατανάλωση θα μειωθεί. Η διατήρηση επομένως των ίδιων εσόδων από τον ΕΦΚ προϋποθέτει παρέμβαση για τη διατήρηση της κατανάλωσης στα ίδια περίπου επίπεδα.
Το μεταβαλλόμενο όμως από την τιμή καυσίμων έσοδο του κράτους είναι ο ΦΠΑ (24%), που υπολογίζεται επί της καθαρής τιμής και του ΕΦΚ. Στην πράξη δηλαδή όσο περισσότερο αυξάνεται η τιμή καυσίμων τόσο αυξάνονται και τα έσοδα του κράτους από τον ΦΠΑ. Η ορθολογική επομένως κίνηση για τη διατήρηση ίδιου επιπέδου εσόδων είναι η προσαρμογή των συντελεστών ΦΠΑ ώστε να διατηρηθεί η τιμή σε επίπεδα που δεν θα πιέσουν τις δημοσιονομικές αντοχές και ταυτόχρονα θα μπορεί να χαρακτηριστεί ακριβή μεν ανεκτή δε.
Η εξίσωση που απαιτείται να επιλυθεί είναι σχετικά απλή για τις υπηρεσίες του κράτους που έχουν στη διάθεσή τους όλα τα δεδομένα. Η κυβέρνηση όμως επιλέγει να μην πάρει ουσιαστικά κανένα μέτρο παρά το ότι όλοι γνωρίζουν ότι η αύξηση του κόστους μεταφορών θα προκαλέσει ανατιμήσεις στο σύνολο της παραγωγικής και εφοδιαστικής αλυσίδας. Ανατιμήσεις που δύσκολα ή με εξαιρετική βραδύτητα αποκλιμακώνονται ακόμα και όταν οι τιμές καυσίμων επιστρέψουν σε πιο φυσιολογικά επίπεδα.
Το ερώτημα βεβαίως είναι γιατί η κυβέρνηση ενώ επιλέγει να αυξάνει συνολικά τα δημόσια έσοδα μέσω της υπερφορολόγησης, την ίδια στιγμή επικαλείται ως άλλοθι τη δημοσιονομική πειθαρχεία. Η απάντηση φαίνεται να είναι ότι έχει κάνει την πολιτική επιλογή να διατηρεί σε οριακά επίπεδα την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών ώστε η πλειονότητα των πόρων της οικονομίας να κατευθύνεται σε ανελαστικές δαπάνες, η αγορά των οποίων ελέγχεται κατά κανόνα από ισχυρούς οικονομικούς πρωταγωνιστές.
Κοινώς, η διατήρηση της αγοραστικής δύναμης της συντριπτικής πλειοψηφίας των νοικοκυριών στα σημερινά επίπεδα οδηγεί στον οικονομικό συγκεντρωτισμό, στην ασφυξία συγκεκριμένων κλάδων της οικονομίας. Περιορίζεται κατ’ επέκταση ο μεγάλος αριθμός επιχειρήσεων και προκύπτει διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό για μεγάλους ομίλους με φυσική συνέπεια τη συρρίκνωση των ελεύθερων επαγγελματιών και των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.
Η χειραγώγηση της κοινής γνώμης ώστε να μην διεκδικήσουν την πολιτική ανατροπή στην κατεύθυνση που έχει λάβει η οικονομία γίνεται μέσω της επίκλησης δημοσιονομικών κινδύνων και μέσω της χορήγησης επιδομάτων υπό την μορφή διαφόρων και προσωρινών pass.
Δεν είναι επομένως ανίκανη η κυβέρνηση για το τι ακριβώς συμβαίνει στην ελληνική κοινωνία. Έχει κάνει μια πολιτική επιλογή, σαφώς διατυπωμένη στην έκθεση Πισσαρίδη και όλα τα υπόλοιπα είναι η επικοινωνιακή διαχείριση που επιλέγει ώστε να μην συνειδητοποιεί η κοινή γνώμη ότι η οικονομική στενότητα που βιώνει είναι αποτέλεσμα καθαρών πολιτικών επιλογών.
Οι πολίτες επομένως στις επερχόμενες εκλογές οφείλουν να αντιληφθούν τις πολιτικές επιλογές και τις προτεραιότητες κάθε κόμματος. Εάν επιθυμούν αντιστροφή του δόγματος οικονομικής πολιτικής οφείλουν να επιλέξουν ένα κόμμα σαν την ΕΛΑΣ, το οποίο έχει καταθέσει στο δημόσιο διάλογο ένα πολιτικό πρόγραμμα τεκμηριωμένο, κοστολογημένο και άμεσα εφαρμόσιμο για την αλλαγή κατεύθυνσης. Για εμάς προτεραιότητα είναι η συντριπτική πλειοψηφία των ελληνικών νοικοκυριών. Για την κυβέρνηση αντιθέτως, η ισχνή μειοψηφία των μεγάλων ομίλων.
* Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Οργάνωση και Διοίκηση Επιχειρήσεων IE Business School, Μαδρίτη, Σύμβουλος στο Δημοτικό 7ο Διαμέρισμα Αθηνών, Μέλος Εθνικού Συμβουλίου ΕΛΑΣ
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
