Τελευταία νέα
Κωνσταντίνος Τασούλας από Βιάννου και Ιεράπετρα: «Να μην ξεχνάμε εκείνα τα εγκλήματα, για να μην επαναληφθούν» Η ΕΛΑΣ επιμένει για το επίδομα ανεργίας: Έχουν περάσει τρεις ημέρες και ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραμένει στη θέση του [βίντεο] Τραγωδία στο Ηράκλειο: Νεκρός 22ρονος σε τροχαίο και μοτοσικλέτα Η ατάκα Ανδρουλάκη για το… ντου των Τούρκων: «Το Μητσοτάκης ή Ερντογάν είναι αποκάλυψη της φαιδρότητας» Live η συνέντευξη του Νίκου Ανδρουλάκη στη ΔΕΘ CNN για Ερυθρά Θάλασσα: Επικό φιάσκο για ΗΠΑ και Σαουδική Αραβία – Το παρασκήνιο και το blame game Ο εφιάλτης γίνεται κανονικότητα ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ: «Η κοινωνία χρειάζεται ανακούφιση τώρα και όχι υποσχέσεις για το 2027 και το 2029» Η μετά τη ΔΕΘ «εποχή» για τον Μητσοτάκη: Ψυχρολουσία και στο βάθος… Σαμαράς Πολιτική κηδεία για τον Σπύρο Χαλβατζή Κόκκινο σκουφί, μαύρα τετράδια Ηράκλειο: Παρών στις εκδηλώσεις για το Ολοκαύτωμα της Βιάννου ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας
Efsyn.gr

Κόκκινο σκουφί, μαύρα τετράδια

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα κοριτσάκι που φορούσε κόκκινο σκουφί – όχι επειδή το απαιτούσε το παραμύθι, αλλά επειδή τα υπόλοιπα χρώματα είχαν αρχίσει να ξεφτίζουν προς το μαύρο. Ενα πρωί η μητέρα της της έδωσε ένα καλάθι με ψωμί, κρασί και δύσκολες ερωτήσεις. «Θα πας στη γιαγιά», είπε. «Και πρόσεχε στον δρόμο! Το δάσος είναι γεμάτο σπουδαίους άντρες».
Ο πρώτος καθόταν κάτω από μια βελανιδιά και μ’ ένα τεράστιο ψαλίδι πετσόκοβε (επιμελούνταν δηλαδή) την «Ερημη Χώρα» του Ελιοτ. «Ποιος είστε;» ρώτησε το κορίτσι. «Εζρα Πάουντ. Βοήθησα τον Ελιοτ, στήριξα τον Τζόις και είμαι ο μεγαλύτερος ποιητής του 20ού αιώνα». «Τι ωραία! Μα… τι έχετε εκεί πίσω;».
Ο Πάουντ έκρυψε πίσω από την πλάτη του ένα μικρόφωνο του Μουσολίνι. Από μέσα ακουγόταν φασιστική προπαγάνδα. «Τι περίεργο» σκέφτηκε το κορίτσι. «Τόσο μεγάλος ποιητής χωράει στο τσεπάκι ενός φασίστα;».
Λίγο παρακάτω συνάντησε έναν γιατρό να εξετάζει φτωχούς. Ηταν και τρανός συγγραφέας. «Είμαι ο Σελίν», είπε. «Εγραψα το “Ταξίδι στην άκρη της νύχτας”. Εβγαλα από τη γαλλική πρόζα το κολάρο και της έδωσα δρόμο και ιδρώτα». «Και τι έχετε στην τσάντα;».
Ο Σελίν προσπάθησε να κρύψει τα αντισημιτικά και ρατσιστικά του λιβελογραφήματα. «Παράξενος γιατρός. Μα ν’ ακούει τον βήχα των απόκληρων, αλλά όχι τον θόρυβο του δικού του μίσους;» αναρωτήθηκε το κοριτσάκι.
Συνεχίζοντας, βρήκε έναν κύριο να κοιτάζει μια πέτρα. «Τι κοιτάτε;». «Αναρωτιέμαι τι σημαίνει “Είναι”. Λέγομαι Χάιντεγκερ». «Και αυτό το μαύρο που κρατάτε, τι είναι ως Είναι;». Ο φιλόσοφος βιάστηκε να κλείσει τα «Μαύρα Τετράδιά» του. Από το σακάκι του προεξείχε η κομματική ταυτότητα των ναζί, καθώς ήταν ενεργό μέλος τους, κι απ’ το κεφάλι του η πρυτανική τήβεννος. Είχε στοχαστεί το Είναι μέχρι εξαντλήσεως, αλλά για τον ναζισμό ζήτησε να επανέλθει μετά τον πόλεμο. Δεν επανήλθε ακριβώς…
Φτάνοντας η μικρή στο σταυροδρόμι, είδε το συνεργείο καθαρισμού της Ιστορίας: χλωρίνη, γόμα και μια σαρώστρα γεμάτη σιγουριά. Ολα επί το έργον.
«Να σβήσουμε και τα βιβλία;» γύρισαν και τη ρώτησαν. Ξαφνιάστηκε. «Οχι», απάντησε ενστικτωδώς. «Αφήστε τα όλα στα ράφια!»
Με τα πολλά, έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς. Ο λύκος την περίμενε στο κρεβάτι φορώντας κύρος, προσφορά και άψογο βιογραφικό για νυχτικιά. «Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλο έργο;». «Για να με θαυμάζεις, παιδί μου». «Γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλη φήμη;». «Για να μη με αμφισβητείς, παιδί μου». «Τόσο μεγάλες παρέες;». «Για να μη μιλήσει κανείς!».
Το κορίτσι άφησε κάτω το καλάθι. Είχε ακούσει πως κάποιος σπουδαίος έκανε κακό σε κάποια ανώνυμη. Αρχισε να φοβάται. «Και αυτά τα μεγάλα δόντια;» ψέλλισε. «Για να καταπιώ μαζί με την πράξη μου κι όποιον τολμήσει να τη χωρίσει από το έργο μου».
Τότε, έγινε κάτι που δεν περίμενε κανείς – μήτε ο παραμυθάς ο ίδιος… Το κορίτσι γέλασε τρανταχτά.
«Λάθος παραμύθι, λύκε. Το έργο σου δεν είν’ συγχωροχάρτι. Δεν μειώνει τη βία, δεν εξαγοράζει την κακοποίηση, δεν μετατρέπει το ταλέντο σε ελαφρυντικό. Μα μήτε το έργο σου θα σου αφήσω. Εγινε ήδη μνήμη, εργαλείο, κάποτε ίσως γίνει και εξέγερση. Εγινε δικό μας».
Και τότε, απολύτως ξαφνικά, ο λύκος έμεινε χωρίς προβιά, χωρίς βάθρο και δίχως άλλοθι. Το έργο παρέμεινε στο ράφι. Για να θυμίζει πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει ένας άνθρωπος δημιουργώντας, και πόσο χαμηλά πράττοντας.
Και, καμιά φορά, για να καταθέτει εναντίον του.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...