Η φωνή και το μουσικό ταλέντο του γαλουχήθηκαν στα ηπειρώτικα μοιρολόγια και τα πανηγύρια, δοκιμάστηκε στα λαϊκά πάλκα της δεκαετίας του ’60, μετέφερε τον «τρόπο» και την παράδοση των Χαλκιάδων στην Αμερική και τον Καναδά, συναντήθηκε με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στα έργα που σημάδεψαν τη Μεταπολίτευση.
Ο Λάκης Χαλκιάς, που έφυγε από τη ζωή το βράδυ της Κυριακής από καρδιακές επιπλοκές, στα 83 του, δεν υπήρξε απλώς ένας σπουδαίος ερμηνευτής. Υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που απέδειξαν ότι το δημοτικό τραγούδι είναι μια ζωντανή τέχνη που μπορεί να γονιμοποιεί το λαϊκό, το έντεχνο και τη σύγχρονη δημιουργία. Οσο για το μέταλλό του ήταν από αυτά τα τόσο σπουδαία και διακριτά που καθορίζουν τα τραγούδια και την ερμηνεία σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι αδύνατον να μην την ανακαλείς νοερά στο άκουσμα και μόνον του τίτλου ενός τραγουδιού.
Ο Λάκης Χαλκιάς είχε γεννηθεί στα Ιωάννινα στις 30 Αυγούστου 1943 ως Μιχάλης Χαλκιόπουλος. Ηταν γιος του μεγάλου κλαρινίστα Τάσου Χαλκιά και μέλος της τέταρτης γενιάς της ιστορικής μουσικής οικογένειας των Χαλκιάδων, της οικογένειας που σφράγισε τη δημοτική μουσική της Ηπείρου (και τελικά όλης της Ελλάδας) για περισσότερο από ενάμιση αιώνα.
Ο ίδιος περιέγραφε συχνά τα πρώτα του ακούσματα ως την πραγματική του μουσική μαθητεία. «Ανατράφηκα, μεγάλωσα και γαλουχήθηκα με τα ηπειρώτικα τραγούδια. Το κλαρίνο του πατέρα μου αντηχεί ακόμη στα αυτιά μου, στο μυαλό μου και στην ψυχή μου», είχε πει. Θυμόταν πως μωρό ακόμα άκουγε τον πατέρα του και τα αδέλφια του να κάνουν πρόβες στο σπίτι. Για εκείνον η μουσική δεν ήταν επάγγελμα που επέλεξε αργότερα· ήταν το φυσικό περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγάλωσε.
Από τα επτά του χρόνια τραγουδούσε, επιδιώκοντας παράλληλα να μάθει κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι. Στα 16 του εργαζόταν ήδη ως επαγγελματίας μουσικός και δύο χρόνια αργότερα ηχογραφούσε τους πρώτους του δίσκους στην Columbia με τραγούδια του Θεόδωρου Δερβενιώτη και του Κώστα Βίρβου.
Η δεκαετία του 1960 τον βρήκε δίπλα σε κορυφαίες μορφές του λαϊκού τραγουδιού. Συνεργάστηκε με τη Σωτηρία Μπέλλου, τον Στέλιο Καζαντζίδη, τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον Μανώλη Αγγελόπουλο, τον Γιώργο Ζαμπέτα, ενώ γνώρισε και συνεργάστηκε με εμβληματικές προσωπικότητες του ρεμπέτικου, όπως ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Γιάννης Παπαϊωάννου. Δεν εγκατέλειψε ποτέ τη βασική του μουσική «πηγή»: τα καλοκαίρια επέστρεφε πάντα στις ρίζες του, τραγουδώντας με την οικογενειακή κομπανία σε πανηγύρια, γάμους και λαϊκές γιορτές σε όλη την ελληνική ύπαιθρο.
Από τα επτά του χρόνια τραγουδούσε, επιδιώκοντας παράλληλα να μάθει κιθάρα, μπουζούκι, λαούτο, τζουρά και ούτι (ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΑΡΧΕΙΟΥ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI)
Συνεργάστηκε βέβαια και με κορυφαίους ερμηνευτές της δημοτικής μουσικής. Ανάμεσά τους ο Γιώργος Παπασιδέρης, ο Δημήτρης Ζάχος, ο Χρόνης Αηδονίδης, ο Αλέκος Κιτσάκης και η Δόμνα Σαμίου, ενώ υπήρξε μέλος του Συλλόγου προς Διάδοση της Εθνικής Μουσικής του Σίμωνα Καρά, συμμετέχοντας ενεργά στην προσπάθεια διάσωσης και ανάδειξης της ελληνικής μουσικής παράδοσης.
Το 1967 εγκαταστάθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, όπου παρέμεινε έως το 1971. Εργάστηκε ως τραγουδιστής και μουσικός σε ελληνικά κέντρα, ενώ είχε την ευκαιρία να συνεργαστεί με τον Αντονι Κουίν στην τηλεοπτική μεταφορά του «Ζορμπά» με τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη. Η περίοδος της απουσίας του από την Ελλάδα τού επέτρεψε να κάνει καίριες παρατηρήσεις για τη θέση της ελληνικής μουσικής στον κόσμο και για τη βαθιά ανάγκη της ομογένειας να κρατήσει ζωντανή την πολιτιστική της ταυτότητα.
Η επιστροφή του στην Ελλάδα, το 1971, σηματοδότησε και έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς της πορείας του. Μετά από παρότρυνση του ιστορικού διευθυντή της Columbia, Τάκη Λαμπρόπουλου, συνεργάστηκε με τον Γιάννη Μαρκόπουλο – συνεργασία που έμελλε να αποδειχτεί καθοριστική και για τους δύο. Η φωνή του ταυτίστηκε με μερικά από τα σημαντικότερα έργα του συνθέτη: τον «Στρατή Θαλασσινό» σε ποίηση Γιώργου Σεφέρη, τη «Θητεία» σε στίχους Μάνου Ελευθερίου, τους «Μετανάστες» του Γιώργου Σκούρτη, τον «Θεσσαλικό Κύκλο», αλλά και τους «Ελεύθερους Πολιορκημένους» πάνω στην ποίηση του Διονύσιου Σολωμού.
Η ερμηνεία του στη «Φάμπρικα», το εμβληματικό τραγούδι των «Μεταναστών», έγινε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές της ελληνικής δισκογραφίας της δεκαετίας του ’70. Η λιτή, δωρική φωνή του απέδωσε με μοναδική αμεσότητα το βίωμα της μετανάστευσης, της εργασιακής αποξένωσης και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, συνδέοντας το τραγούδι με μια ολόκληρη εποχή. Το τραγούδι ήταν συμβατό και με το πολιτικό ον Λάκης Χαλκιάς που δεν έκρυψε ποτέ τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Στάθηκε διαχρονικά κοντά στο ΚΚΕ και αργότερα, το 2007, ήταν υποψήφιος βουλευτής του κόμματος, θεωρώντας ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να συμμετέχει ενεργά στον δημόσιο βίο και να παίρνει θέση απέναντι στα κοινωνικά ζητήματα.
Το 1974 συμμετείχε στη μεγάλη περιοδεία του Γιάννη Μαρκόπουλου στις ΗΠΑ μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη. Εμφανίστηκαν σε ιστορικούς χώρους όπως το Carnegie Hall και το Lincoln Center της Νέας Υόρκης, σε συναυλίες που έμειναν αξέχαστες για την ελληνική ομογένεια.
Η συνεργασία του με τον Μαρκόπουλο δεν τον εμπόδισε να ακολουθήσει μια εξαιρετικά πολυσχιδή διαδρομή στον χώρο που θα αποκαλούσαμε αργότερα «έντεχνο». Συνεργάστηκε με τον Μίκη Θεοδωράκη, τον Χρήστο Λεοντή, τον Νίκο Μαμαγκάκη, τον Λουκιανό Κηλαηδόνη, τον Χρήστο Νικολόπουλο, τον Μάριο Τόκα, τον Γιώργο Κατσαρό και πολλούς ακόμη συνθέτες, ερμηνεύοντας κατά κύριο λόγο έργα μελοποιημένης ποίησης.
Το 1978 κυκλοφόρησε τους σημαντικούς δίσκους «Τραγούδια της Ελλάδας» και «Τα παραδοσιακά μας τραγούδια», στους οποίους συμμετείχε ολόκληρη η οικογένεια των Χαλκιάδων, επιβεβαιώνοντας τη διαρκή προσήλωσή του στη δημοτική μουσική.
Δεν περιορίστηκε όμως στον ρόλο του ερμηνευτή. Ο Λάκης Χαλκιάς μελοποίησε αποσπάσματα από την «Ιλιάδα» του Ομήρου, συμμετείχε στην παρουσίαση της «Οδύσσειας» του Νίκου Καζαντζάκη σε μουσική Νίκου Μαμαγκάκη στο Ηρώδειο και το 2002 παρουσίασε εκεί το έργο ζωής του, «2.500 χρόνια ελληνική μουσική – Από τον Ομηρο μέχρι σήμερα», μια φιλόδοξη προσπάθεια να αναδειχτεί η ιστορική συνέχεια της ελληνικής μουσικής δημιουργίας.
Στην πορεία του πραγματοποίησε περισσότερες από 2.000 συναυλίες στην Ελλάδα και το εξωτερικό, υπηρετώντας με συνέπεια την πεποίθηση ότι η μουσική παράδοση δεν αποτελεί μουσειακό έκθεμα αλλά ζωντανό οργανισμό που συνεχίζει να εξελίσσεται. Η φωνή του, αναγνωρίσιμη από την πρώτη νότα, παραμένει συνδεδεμένη με έργα που έχουν περάσει στη συλλογική μας μνήμη και εξακολουθούν να υπενθυμίζουν ότι η παράδοση δεν επιβιώνει μόνο όταν διασώζεται, αλλά όταν συνεχίζει να ερμηνεύεται και να αξιοποιείται με σεβασμό και τόλμη.
Συλλυπητήρια
Στο συλλυπητήριο μήνυμά της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη αποχαιρέτησε έναν «από τους μεγάλους εκπροσώπους της μουσικής μας παράδοσης». Και αναγνώρισε ότι ο Χαλκιάς υπήρξε «άνθρωπος με αταλάντευτες πολιτικές πεποιθήσεις, τις οποίες υπηρέτησε πιστά και με συνεπή κοινωνική στράτευση» κι ακόμα «γνήσιος εκφραστής των συλλογικών αγωνιών του λαού, αφήνοντας παρακαταθήκη τη μακρά και γόνιμη πορεία του στην τέχνη, αλλά και το απαράμιλλο ήθος και την υπερήφανη στάση της ζωής του». Ο υπουργός Εθνικής Αμυνας Νίκος Δένδιας χαρακτήρισε τον Λάκη Χαλκιά εμβληματική μορφή της ελληνικής μουσικής και άξιο συνεχιστή της παράδοσης της οικογένειας των Χαλκιάδων, επισημαίνοντας ότι, μαζί με τον Νίκο Ξυλούρη και τον Χαράλαμπο Γαργανουράκη, συνέβαλε στη δημιουργική συνάντηση της δημοτικής μουσικής με το έντεχνο τραγούδι μέσα από έργα του Γιάννη Μαρκόπουλου και άλλων σημαντικών συνθετών. Το ΠΑΣΟΚ υπογράμμισε ότι υπήρξε αυθεντικός εκφραστής της ηπειρώτικης παράδοσης, που έφερε το δημοτικό τραγούδι κοντά στις νεότερες γενιές και συνέδεσε τη φωνή του με κορυφαία τραγούδια της Μεταπολίτευσης, όπως τα «Μαλαματένια λόγια». Ο ΣΥΡΙΖΑ έκανε λόγο για έναν σπουδαίο λαϊκό καλλιτέχνη που ένωσε το παραδοσιακό, το ρεμπέτικο και το έντεχνο τραγούδι, αφήνοντας ανεξίτηλο αποτύπωμα στον ελληνικό πολιτισμό. Και το ΚΚΕ, σε εκτενή ανακοίνωσή του, απέδωσε τιμή στον «συναγωνιστή» Λάκη Χαλκιά, αναδεικνύοντας τόσο την καλλιτεχνική του προσφορά όσο και τη διαρκή παρουσία του στους κοινωνικούς και πολιτικούς αγώνες, τη συμβολή του στη διάσωση της ελληνικής μουσικής παράδοσης και τη στενή του σχέση με το κόμμα επί δεκαετίες.
Διαβάστε περισσότερα
