Τελευταία νέα
Ελλάδα στο Συμβούλιο Ασφαλείας ΟΗΕ: «Η κατάπαυση του πυρός στη Γάζα πρέπει να φέρει μόνιμη ειρήνη» Ευάγγελος Μυτιληναίος: Η πρόταση Πούτιν για κοινή συνάντηση με Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ μπορεί να εξελιχθεί σε νέα Γιάλτα Νέα Δημοκρατία: Ανακοίνωσε έξι υποψήφιες για τις εκλογές του 2027 Παππάς: “Καλούμε τη νεολαία να βγει στο δρόμο” Πώς θα λειτουργεί ο «κουμπαράς» για παιδιά: Τα ποσά, οι επιλογές και ποιοι μπορούν να καταθέτουν χρήματα Τσίπρας: «Υπ’ αριθμόν ένα παράγοντας αποσταθεροποίησης ο Μητσοτάκης» – Αιχμές για το αδιέξοδο της νέας γενιάς ΝΔ: Ανακοινώθηκαν τρεις γυναίκες από την Αυτοδιοίκηση ως υποψήφιες βουλευτίνες Επτά έργα από την Ελλάδα στο πρόγραμμα LIFE της Κομισιόν – Χρηματοδότηση 390 εκατ. ευρώ για 135 projects σε όλη την Ευρώπη Νίκος Παππάς: «Καλούμε τη νεολαία να βγει στο δρόμο» Έξι υποψήφιες για τις βουλευτικές εκλογές του 2027 ανακοίνωσε η ΝΔ Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: Απόλυτη ψυχραιμία για τις προγραμματισμένες συγκεντρώσεις, η αντιμετώπιση συμπεριφορών όπως στη Γαλλία θα είναι αυστηρή Ο Τσίπρας για καφέ με φοιτητές στο Βόλο: «Να επενδύσουμε στους ανθρώπους που παράγουν και όχι στα λαμόγια»
Efsyn.gr

«Λυσιστράτη»: Η μοναδική ικανότητα του Σταμάτη Κραουνάκη

Αφού πρώτα ξεσήκωσε το Ηρώδειο, λίγες μόλις ημέρες πριν από το πολυετές κλείσιμο του μνημείου για τις αναγκαίες εργασίες συντήρησής του, κι αφού πέρασε για λίγο από το Θέατρο Δάσους της Θεσσαλονίκης, όπου συνάντησε κι εκεί τους βορειοελλαδίτες φίλους της κάτω από τα αστέρια, η «Λυσιστράτη» του Σταμάτη Κραουνάκη και της ομάδας του βρήκε επιτέλους στέγη σε έναν κλειστό θεατρικό χώρο: στη μεγάλη αίθουσα του «Ελληνικού Κόσμου».
Δεν γνωρίζω το κατά πόσον η μεταφορά αυτή υπήρξε στα αρχικά σχέδια της παραγωγής, όμως για εκείνους, τους πολλούς που βρέθηκαν στην Πειραιώς η ανταμοιβή ήταν μεγάλη. Γιατί ως μουσικοδραματικό έργο υψηλών αξιώσεων, τόσο στο επίπεδο της σύνθεσης όσο και σε εκείνο της εκτέλεσης, η «Λυσιστράτη» αυτή είχε ανάγκη από έναν κλειστό χώρο, με ελεγχόμενες ακουστικές συνθήκες, που θα μπορούσε να αναδείξει τον πλούτο της ενορχήστρωσης, τις λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στις φωνές και στα όργανα, την ίδια τη μουσική αρχιτεκτονική της. Και θα τολμήσω να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα: όχι μόνο χάρη στην αδιαμφισβήτητη καλλιτεχνική της αξία, αλλά κυρίως εξαιτίας της ίδιας της ειδολογικής της ταυτότητας, αυτή η «Λυσιστράτη» θα άξιζε να βρει μια θέση στο ρεπερτόριο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και, ειδικότερα, της Εναλλακτικής Σκηνής της.
Εκεί βρίσκεται ο φυσικός της χώρος, όπου θα μπορούσε επιτέλους να αντιμετωπιστεί ως αυτό που ουσιαστικά είναι. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι, μιλώντας γι’ αυτήν, να σταθούμε σε οτιδήποτε άλλο εκτός από το ίδιο το καλλιτεχνικό της επίτευγμα. Να παραβλέψουμε πρωτίστως ότι εδώ δεν έχουμε απλώς μια θεατρική «διασκευή» ή μεταφορά της αριστοφανικής κωμωδίας, αλλά τη μεταγραφή σε λιμπρέτο, σε ένα δραματουργικό, δηλαδή, κείμενο προορισμένο εξαρχής να πραγματωθεί μουσικά.
Και βέβαια, καθώς οι περισσότεροι παραμένουμε μουσικολογικά ανυποψίαστοι, ελάχιστα είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε όσα συντελούνται στο επίπεδο της ίδιας της σύνθεσης: την εντυπωσιακή πολυμορφία των μουσικών ιδιωμάτων, τις αδιάκοπες μετατοπίσεις ανάμεσα σε διαφορετικές ρυθμικές, μελωδικές και αρμονικές γλώσσες, τις αναφορές που διατρέχουν, οριζοντίως και καθέτως, ένα τεράστιο φάσμα της μουσικής παράδοσης, από το μπαρόκ μέχρι τον καρσιλαμά. Τη δημιουργική αναδιαμόρφωση ετερόκλητων μουσικών μορφών, την ευρηματική αξιοποίηση του σύντομου ποιητικού στίχου, με τη συμβολή της Λίνας Νικολακοπούλου και του Λάκη Λαζόπουλου και την οργανική ενσωμάτωσή του στη μουσική φράση. Τη συνύπαρξη πληθωρικών ενορχηστρωτικών αναπτύξεων με λιτές, σχεδόν δωρικές, μελωδικές γραμμές, τη διαρκή εναλλαγή της μελωδικής εξωστρέφειας με την εκφραστική οικονομία.
Και πάνω απ’ όλα τη θριαμβική συνάντηση δύο μεγάλων μουσικών παραδόσεων, της δυτικής έντεχνης μουσικής και των ανατολικών τροπικών ιδιωμάτων. Οχι με τη μορφή μιας επιφανειακής συρραφής ετερόκλητων στοιχείων, ούτε μέσα από την υπαγωγή της μιας παράδοσης στην άλλη, αλλά ως μια ουσιαστική συνθετική συνομιλία, στην οποία καθεμία διατηρεί την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της, συμβάλλοντας συγχρόνως στη διαμόρφωση μιας ενιαίας, απολύτως αναγνωρίσιμης μουσικοδραματικής γλώσσας. Εκεί ακριβώς βρίσκεται, πιστεύω, το μεγαλύτερο επίτευγμα του συνθέτη. Στην ικανότητά του να μεταπλάθει διαφορετικούς μουσικούς κόσμους σε ένα μουσικό σύμπαν αποκλειστικά δικό του.
Κι όλα αυτά να παρουσιάζονται, το τονίζω, χωρίς να διαρρηγνύεται η ενότητα της μουσικής γραφής, χωρίς να χάνεται ούτε στιγμή η ιδιαίτερη ηχητική ταυτότητα του έργου! Αρκεί να αναφέρω πως στο τέλος της παράστασης ο ίδιος ο συνθέτης έσπευσε να αγκαλιάσει θερμά μπροστά μας πριν από όλους τον μαέστρο του, Δημήτρη Ανδρεάδη, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του τον αρχιμάστορα της μουσικής πραγμάτωσης του έργου του, -χειρονομία που λέει περισσότερα από τις αναλύσεις μας.
Μα καθότι θεατρική δηλώνει πως είναι η στήλη, επιστρέφει γρήγορα σε όσα την αφορούν περισσότερο. Χωρίς αμφιβολία το πρόσωπο της ηρωίδας του Αριστοφάνη μοιάζει να συμπυκνώνει για τον Σταμάτη Κραουνάκη περισσότερες από μία ιδιότητες και υποστάσεις. Της γυναίκας, κατ’ αρχάς, που διατρέχει την Ιστορία ως ένα διαρκώς καταδιωγμένο πρόσωπο. Της ίδιας που, ενώ βρίσκεται παντού, παραμένει αόρατη, αποκλεισμένη από την επίσημη αφήγηση των γεγονότων. Εκείνης, ύστερα, που στέκει ακλόνητη στους αιώνες, σαν βράχος συνέπειας και μέτρου. Που χαρίζει στη ζωή το χρώμα, τους χυμούς και την ανεξάντλητη ζωτικότητά της. Της γυναίκας, τέλος, που διεκδικεί, κόντρα στους καιρούς και στους άνδρες, το μερίδιο που της αναλογεί στην ειρήνη και την αγάπη.
Είναι τόσο σύνθετο και ευρύχωρο το πρόσωπό της στη φαντασία του συνθέτη, ώστε αναρωτιέται κανείς αν παραμένει τελικά «γυναικείο» ή έχει ήδη μεταβληθεί σε μια πολύ ευρύτερη μορφή. Αν με άλλα λόγια, η δική του «Λυσιστράτη» δεν εκπροσωπεί πλέον παρά εκείνο το μέρος του εαυτού μας που εξακολουθεί, πεισματικά και παρά τις διαψεύσεις, να αντιστέκεται, να επιμένει και να καταφάσκει σε ό,τι ερωτικό, αλλότροπο, αναλλοίωτο και όμορφο υπάρχει σε αυτόν τον κόσμο… και σε όλους τους πιθανούς άλλους.
Γι’ αυτό και τη μεταφέρει ελεύθερα στο σήμερα, στο μακρινό και κοντινό χθες, στο ορατό και απώτερο αύριο, σαν να πρόκειται περισσότερο για πνεύμα που διαπερνά τα όρια των φύλων, των φυλών και των εποχών. Για να καταλήξει τελικά σε εκείνο που μοιάζει να αποτελεί τη βαθύτερη προσωπική ουτοπία του: σε έναν κόσμο αλληλοσυμπλήρωσης και αλληλοδιαδοχής, κόσμο τρυφερό και γελαστό, πλατύ και μεγάλο.
Κι αυτό μας φέρνει κοντά σε κάτι ακόμη, το οποίο αισθάνομαι την ανάγκη να σημειώσω. Πρόκειται άλλωστε για το ιδιαίτερο στοιχείο που κι άλλοτε έχω διαπιστώσει και καταγράψει με επίκεντρο τον ίδιο καλλιτέχνη. Μιλώ για την απαράμιλλη ενέργεια, τη σύμπνοια και, πάνω απ’ όλα, την ασύγκριτη συλλογικότητα που χαρακτηρίζει τους θιάσους του επί σκηνής. Είναι ευτύχημα πως από την πρώτη εκείνη διαπίστωση πριν χρόνια, -όταν σημείωνα πως το θέατρό μας θα άξιζε να μελετήσει συστηματικά τους όρους και τις διαδικασίες μέσα από τις οποίες γεννιέται ένα τέτοιο κλίμα-, έχουν εμφανιστεί και άλλες ομάδες που διαθέτουν ανάλογη σκηνική συνοχή και ομαδικό πνεύμα. Μα αυτό που συμβαίνει εδώ παραμένει ακόμη κάτι ξεχωριστό. Για μια ακόμη φορά είναι σαν να έχει καταλάβει τη σκηνή ο Διόνυσος. Οχι μόνο με την ορμή και την ακατάπαυστη ενέργειά του, αλλά με τη μεταδοτική ευφορία που καταργεί τις αποστάσεις ανάμεσα στους ερμηνευτές, μετατρέπει τη συλλογική δράση σε κοινή εμπειρία και παρασύρει τελικά το κοινό στη μέθεξή της. Είναι η ευωχία ενός μεγάλου συμποσίου, η χαρά της συνεύρεσης, η πανηγυρική κατάφαση στη ζωή. Μια γιορτή θεάτρου με την ουσιαστικότερη σημασία της λέξης.
Αυτός ο διονυσιακός θίασος έχει προεξάρχουσα τη χαρισματική Λένα Ουζουνίδου, που διατρέχει διαφορετικές εκδοχές της γυναικείας παρουσίας, μέχρι να καταλήξει στην εικόνα μιας Γυναίκας που ακόμη και στη δίνη του πολέμου ξέρει να γιορτάζει τον πόνο και να γλεντά τον θρήνο της. Δίπλα της, ο επιβλητικός και συνάμα αυτοσαρκαστικός Χριστόφορος Σταμπόγλης, το εξαιρετικά συγχρονισμένο κωμικό δίδυμο των Χρήστου Γεροντίδη και Στέλλας Κρούσκα, η φωνητική δεξιοτεχνία του Κώστα Μπουγιώτη, η εκφραστική ιδιαιτερότητα του Γιώργου Στιβανάκη και η λαϊκή αμεσότητα του Σάκη Καραθανάση συγκροτούν, μαζί με τις Αργυρώ Καπαρού, Σοφία Κουνιά, Πένυ Ξενάκη, Γεωργία Αμοργιανιώτη και τους υπόλοιπους συντελεστές, ένα σύνολο με αξιοσημείωτη ενέργεια και σκηνική συνοχή.
Το ενδιαφέρον βρίσκεται, είπαμε, λιγότερο στις επιμέρους ερμηνείες και περισσότερο στον τρόπο με τον οποίο αυτές συνομιλούν και αλληλοτροφοδοτούνται, συγκροτώντας μια κοινή σκηνική γλώσσα, όπου το λαϊκό συναντά το γκροτέσκο, το μουσικό το τελετουργικό και η κωμική υπερβολή τη συγκίνηση. Σε αυτή τη συλλογική διαδρομή εγγράφεται και η καταληκτική ψαλτική παρέμβαση του Θεολόγου Παπανικολάου, που μετατρέπει την εκρηκτική ευωχία της παράστασης σε μια απροσδόκητη στιγμή περισυλλογής, σαν να αναδύεται μέσα από τον θόρυβο της γιορτής η βαθύτερη ανάγκη για ειρήνη.
Μα δεν είναι κρίμα να ζει από εδώ και πέρα η «Λυσιστράτη» του Σταμάτη Κραουνάκη μόνο στη μνήμη μας; Δικαιούται κι άλλη σκηνική ζωή, -και μάλιστα σε περιβάλλον που θα επιτρέπει να αναδειχθούν και να εκτιμηθούν οι ξεχωριστές μουσικές και δραματουργικές αξιώσεις της.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...