Του
ΛΕΩΝΙΔΑ ΣΤΑΜΟΥ
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω
Για να υπογράψεις ένα δάνειο 5.000 ευρώ, ο νόμος απαιτεί δικαιοπρακτική ικανότητα. Δεν πρόκειται για τυπολατρία, αλλά για θεμελιώδη επιλογή της έννομης τάξης: Καμία δέσμευση δεν αναγνωρίζεται ως έγκυρη, αν αυτός που την αναλαμβάνει δεν μπορεί να κατανοήσει το περιεχόμενο και τις συνέπειές της. Ο Αστικός Κώδικας αφιερώνει ολόκληρο πλέγμα διατάξεων σε αυτήν την ιδέα, από την ανικανότητα προς δικαιοπραξία μέχρι τη δικαστική συμπαράσταση, και η νομολογία επί έναν αιώνα εξειδικεύει πότε η βούληση είναι προϊόν ελεύθερης και συνειδητής κρίσης και πότε όχι.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ότι ο νόμος απαιτεί επάρκεια, αλλά το ποιος την ελέγχει. Η δέσμευση, εξ ορισμού, αφορά τουλάχιστον δύο πρόσωπα, εκτός αν δεσμεύεσαι αποκλειστικά απέναντι στον εαυτό σου, και γι’ αυτό ο δεύτερος έχει λόγο, συμφέρον και δικαίωμα να κρίνει την ικανότητα του πρώτου. Ο δανειστής εξετάζει αν ο δανειολήπτης αντιλαμβάνεται τι υπογράφει, όχι από φιλανθρωπία, αλλά επειδή μια άκυρη σύμβαση στρέφεται και εναντίον του. Ο συμβολαιογράφος αρνείται να συμπράξει, αν αμφιβάλλει για τη συνείδηση των πραττομένων. Το δικαστήριο θέτει υπό συμπαράσταση όποιον δεν μπορεί να επιμεληθεί τις υποθέσεις του. Ο έλεγχος της επάρκειας δεν είναι προσβολή του προσώπου, είναι η προϋπόθεση για να έχει η υπογραφή του αξία. Και εδώ κρύβεται μια λεπτή αλήθεια, που συχνά διαφεύγει: Μπορεί εσύ να πιστεύεις ακράδαντα ότι κατανοείς και ο απέναντί σου να βλέπει καθαρά ότι δεν μπορείς. Η επάρκεια δεν είναι αυτοβεβαίωση, είναι κρίση που επικυρώνεται και από τον άλλον, ακριβώς επειδή ο άλλος θα υποστεί τις συνέπειες της δικής σου απόφασης.
Και τώρα ας κοιτάξουμε την κάλπη.
Η ψήφος είναι η βαρύτερη δικαιοπραξία που τελεί ποτέ ένας πολίτης. Δεν δεσμεύει έναν άνθρωπο απέναντι σε έναν δανειστή για 5.000 ευρώ, δεσμεύει δέκα εκατομμύρια ανθρώπους και μαζί τους τα παιδιά τους, που δεν ψήφισαν ποτέ, απέναντι σε προϋπολογισμούς εκατοντάδων δισεκατομμυρίων, σε δημόσιο χρέος που θα αποπληρώνεται επί γενιές, σε εκχωρήσεις κυριαρχίας προς υπερεθνικά όργανα, σε αποφάσεις πολέμου και ειρήνης, στην ίδια την Αναθεώρηση του Συντάγματος. Καμία υπογραφή σε κανένα συμβολαιογραφείο του κόσμου δεν παράγει τόσο εκτεταμένα αποτελέσματα όσο ένα σταυρουδάκι σε ένα ψηφοδέλτιο, πολλαπλασιασμένο επί εκατομμύρια.
Και όμως είναι η μόνη δικαιοπραξία για την οποία κανείς δεν ρωτά τίποτα. Ο «αντισυμβαλλόμενος» της ψήφου, δηλαδή όλοι οι υπόλοιποι που θα υποστούν τις συνέπειές της, δεν έχει κανένα δικαίωμα ελέγχου. Δεσμεύεις εμένα, την περιουσία μου, το μέλλον των παιδιών μου με την επιλογή σου, αλλά εγώ δεν δικαιούμαι ούτε καν να ρωτήσω αν κατάλαβες τι έκανες. Στο δάνειο των 5.000 ευρώ ο νόμος τοποθετεί τρεις δικλείδες, στη δέσμευση των δισεκατομμυρίων καμία. Αυτή η ασυμμετρία δεν είναι λεπτομέρεια, είναι το πιο καλά φυλαγμένο ταμπού του πολιτεύματός μας.
Ας τολμήσουμε, λοιπόν, το νοητικό πείραμα που απαγορεύεται: Ας εφαρμόσουμε στο εκλογικό σώμα τα κριτήρια με τα οποία το ίδιο το δίκαιο ορίζει τη διανοητική επάρκεια.
Πρώτο κριτήριο, η κατανόηση των συνεπειών. Πόσοι ψηφοφόροι μπορούν να εξηγήσουν, έστω αδρά, τι σημαίνει εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, τιτλοποίηση απαιτήσεων, δημοσιονομικός κανόνας, πρωτογενές πλεόνασμα, μεταφορά αρμοδιοτήτων σε θεσμούς που δεν εκλέγονται από κανέναν; Πόσοι από όσους ψήφισαν το 2010, το 2012, το 2015 θα μπορούσαν να περιγράψουν το περιεχόμενο της εξουσιοδότησης που έδιναν; Ψήφισαν για Μνημόνια που δεν διάβασαν, για δημοψηφίσματα των οποίων το ερώτημα παρέπεμπε σε έγγραφα που ελάχιστοι είχαν δει, για «μεταρρυθμίσεις» των οποίων το κείμενο κατατέθηκε στη Βουλή λίγες ώρες πριν από την ψήφιση. Αν ένας δανειολήπτης υπέγραφε έτσι, κάθε δικαστήριο θα δεχόταν ότι η βούλησή του έπασχε.
Δεύτερο κριτήριο, η επεξεργασία σύνθετων πληροφοριών. Επαρκής είναι όποιος αξιολογεί εναλλακτικές, σταθμίζει κόστος και όφελος, συγκρίνει πριν επιλέξει. Ο μέσος εκλογέας δεν συγκρίνει προγράμματα, συγκρίνει συνθήματα. Δεν σταθμίζει επιχειρήματα, σταθμίζει πρόσωπα, ύφος, δεκάλεπτα τηλεοπτικά στιγμιότυπα και συναισθήματα που του σέρβιραν άλλοι, προσεκτικά προμαγειρεμένα από επαγγελματίες της πειθούς. Και δεν φταίει απαραίτητα ο ίδιος: Η οικονομική επιστήμη το ονόμασε από τη δεκαετία του 1950 «ορθολογική άγνοια». Όταν η ψήφος σου είναι μία στα εκατομμύρια, το κόστος του να ενημερωθείς σοβαρά υπερβαίνει το προσδοκώμενο όφελος, και έτσι ο ορθολογικός άνθρωπος επιλέγει, ορθολογικότατα, να μην ξέρει. Το σύστημα παράγει άγνοια ως ισορροπία.
Τρίτο κριτήριο –το πιο αμείλικτο–, η προστασία των ιδίων συμφερόντων. Επαρκής είναι όποιος δεν πέφτει εύκολα θύμα εκμετάλλευσης. Ένα εκλογικό σώμα που επί δεκαετίες ανταμείβει όσους το εξαπάτησαν και τιμωρεί όσους του είπαν την αλήθεια, που εκλέγει και επανεκλέγει τους αρχιτέκτονες της χρεοκοπίας του, θα περνούσε ποτέ αυτό το τεστ; Με τα μέτρα του Αστικού Κώδικα, μεγάλο μέρος του δήμου θα χρειαζόταν δικαστικό συμπαραστάτη.
Θα μπορούσε κανείς να σταματήσει εδώ και να πει: Το πρόβλημα είναι η άγνοια, άρα η λύση είναι η γνώση. Υπάρχει όμως και κάτι βαθύτερο, που κάνει το ερώτημα πραγματικά ενοχλητικό. Η επάρκεια δεν εξαντλείται στην κατανόηση, γιατί μπορεί κάποιος να κατέχει άριστα τα μικροοικονομικά, τα μακροοικονομικά και τα νομικά, και, παρ’ όλα αυτά, η ιδιοτέλειά του να προηγείται σταθερά του γενικού καλού. Το δίκαιο το γνωρίζει αυτό πολύ καλά, γι’ αυτό και δεν εμπιστεύεται ούτε τους απολύτως ικανούς. Νομοθετεί υποχρεωτική ζώνη ασφαλείας για οδηγούς που γνωρίζουν άριστα τους κινδύνους της σύγκρουσης. Απαγορεύει την οδήγηση υπό μέθη σε ανθρώπους που κατανοούν πλήρως τη στατιστική των τροχαίων. Περιορίζει την αλόγιστη χρήση νερού σε πολίτες που αντιλαμβάνονται θεωρητικά τη λειψυδρία, αλλά ποτίζουν το γκαζόν τους μεσημέρι Αυγούστου. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, ο νομοθέτης παραδέχεται σιωπηρά μια σκληρή αλήθεια: Ο κατανοών δεν είναι κατ’ ανάγκη και συνετός. Όταν το ατομικό όφελος συγκρούεται με το συλλογικό, η γνώση από μόνη της δεν σώζει κανέναν.
Στην κάλπη το πρόβλημα διπλασιάζεται. Ψηφίζουν και όσοι δεν κατανοούν και όσοι κατανοούν άριστα, αλλά ψηφίζουν συνειδητά το ατομικό τους ρουσφέτι σε βάρος του συνόλου: Τον διορισμό, την επιδότηση, τη ρύθμιση που ευνοεί τον κλάδο τους, τη φοροαπαλλαγή που μετακυλίει το βάρος στον διπλανό. Ο πλέον «επαρκής» ψηφοφόρος του πελατειακού κράτους είναι συχνά ο πιο επικίνδυνος, ακριβώς επειδή ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Το ελληνικό πολιτικό σύστημα δεν στηρίχθηκε στην άγνοια των αφελών, στηρίχθηκε στην πλήρη επίγνωση των συναλλασσομένων.
Ιδού, λοιπόν, το «εξτρεμιστικό» συμπέρασμα, διατυπωμένο χωρίς περιστροφές: Αν κρίναμε το εκλογικό δικαίωμα με τα κριτήρια που κρίνουμε την υπογραφή ενός συμβολαίου, δηλαδή κατανόηση των συνεπειών, ικανότητα επεξεργασίας, προστασία συμφερόντων και προτεραιότητα της καλής πίστης έναντι της ιδιοτέλειας, η καθολική ψηφοφορία θα κατέρρεε αύριο το πρωί.
Και ακριβώς εδώ πρέπει να σταματήσει κανείς, πριν γλιστρήσει στην άβυσσο. Γιατί όποιος από τη διαπίστωση αυτή συνάγει ότι η ψήφος πρέπει να περιοριστεί, να ζυγιστεί ή να πιστοποιείται ξεχνά ότι κάθε ιστορική απόπειρα να φιλτραριστεί το εκλογικό σώμα, από την τιμηματική ψήφο (census suffrage, από το «τίμημα») του 19ου αιώνα μέχρι τα τεστ αναλφαβητισμού του Αμερικανικού Νότου, κατέληξε εργαλείο στα χέρια εκείνων ακριβώς που είχαν κάθε συμφέρον να αποκλείσουν τους ενοχλητικούς. Όποιος ορίζει το τεστ ορίζει και το αποτέλεσμα. Η επιστοκρατία (epistocracy, από το «επίσταμαι» = γνωρίζω) δεν είναι λύση, είναι το ίδιο πρόβλημα με άλλους δικαιούχους.
Το πραγματικό σκάνδαλο, άλλωστε, δεν είναι ότι ο πολίτης δεν επαρκεί. Είναι ότι κάποιοι φρόντισαν συστηματικά να μην επαρκεί, γιατί η ανεπάρκεια –γνωστική ή ηθική– δεν είναι φυσική κατάσταση, αλλά πολιτικό προϊόν, και μάλιστα το πιο προσοδοφόρο. Ένα εκπαιδευτικό σύστημα που βγάζει αποφοίτους ανίκανους να διαβάσουν έναν εκκαθαριστικό λογαριασμό ή μια δανειακή σύμβαση δεν είναι αποτυχημένο, είναι απολύτως επιτυχημένο ως προς αυτό που πραγματικά επιδιώκει. Μέσα Ενημέρωσης που ανήκουν σε επιχειρηματίες εξαρτημένους από τραπεζικό δανεισμό και κρατικές αναθέσεις δεν ενημερώνουν, διαμεσολαβούν συμφέροντα. Κόμματα που επί δεκαετίες αντάλλασσαν διορισμούς με ψήφους δεν καλλιέργησαν πολίτες, καλλιέργησαν πελάτες. Ο ανεπαρκής ψηφοφόρος είναι διαχειρίσιμος ψηφοφόρος και ο ιδιοτελής ψηφοφόρος είναι εξαγοράσιμος ψηφοφόρος. Το σύστημα δεν πάσχει από την ανεπάρκεια του δήμου, τρέφεται από αυτήν.
Γι’ αυτό και η απάντηση στο ερώτημα «πόσοι επαρκούμε;» δεν μπορεί να είναι λιγότεροι ψηφοφόροι. Μπορεί να είναι μόνο λιγότερη οργανωμένη άγνοια και λιγότερη θεσμοθετημένη ιδιοτέλεια: Πολιτική και οικονομική παιδεία ως πραγματική συνταγματική υποχρέωση και όχι ως ευχολόγιο, ριζική διαφάνεια στη σχέση χρήματος, μέσων και εξουσίας, λογοδοσία όσων ζουν και πλουτίζουν από τη σύγχυση των πολλών. Αν ο νομοθέτης βρήκε τον τρόπο να προστατεύσει τον οδηγό από τον εαυτό του με μια ζώνη ασφαλείας, μπορεί να βρει και τον τρόπο να προστατεύσει τη δημοκρατία από την καλλιεργημένη τύφλωση των πολιτών της, χωρίς να τους αφαιρέσει το τιμόνι.
Το αληθινά εξτρεμιστικό, τελικά, δεν είναι να θέσουμε το ερώτημα της επάρκειας. Εξτρεμισμός είναι να συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι δεν υπάρχει και να ονομάζουμε αυτήν την προσποίηση σεβασμό στη δημοκρατία.
ΤΟ ΠΑΡΟΝ
Ακολουθήστε το paron.gr στο Google News
➜
Ακολουθήστε το paron.gr στο MSN
➜
The post Λ. Στάμος: Καθολική ψηφοφορία και μερική κατανόηση: Το ερώτημα που κανείς δεν τολμά να θέσει appeared first on ΤΟ ΠΑΡΟΝ.
Διαβάστε περισσότερα
