14/04/2026

Το πρόσφατο δημοσίευμα για την πορεία της αγοράς ακινήτων στην Ελλάδα, καθώς και η διαφήμιση στο αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος για φτηνή αγορά ακινήτου πριν φύγει κάποιος από τη χώρα, αποτυπώνουν με σαφήνεια μια βαθιά κοινωνική στρέβλωση: η χώρα μετατρέπεται σε «ασφαλές επενδυτικό καταφύγιο» για ξένα κεφάλαια, ενώ οι ίδιοι οι Έλληνες πολίτες αποκλείονται από το δικαίωμα στη στέγη.
Η διαρκής άνοδος των τιμών, σε συνδυασμό με στάσιμους μισθούς και αυξανόμενο κόστος ζωής, οδηγεί σε μια αγορά που δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά τις αποδόσεις των επενδυτών.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι τυχαία αλλά αποτέλεσμα διαχρονικών πολιτικών επιλογών. Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας επιταχύνει και εντείνει μια πορεία εμπορευματοποίησης της κατοικίας, προωθώντας πολιτικές που ενισχύουν τη ζήτηση από ξένα κεφάλαια και funds, χωρίς καμία ουσιαστική προστασία για τους πολίτες. Οι βάσεις αυτής της εμπορευματοποίησης τέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ άνοιξε τον δρόμο για τη μαζική είσοδο επενδυτικών κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων, προώθησε το καθεστώς των πλειστηριασμών και δεν διαμόρφωσε ένα συνεκτικό πλαίσιο κοινωνικής κατοικίας. Και οι δύο αντιμετώπισαν τη στέγη ως πεδίο επενδυτικής δραστηριότητας, αφήνοντας απροστάτευτη την κοινωνία.
Σήμερα, η έλλειψη προσιτών ακινήτων είναι εκρηκτική. Η αγορά συγκεντρώνεται σε κατοικίες υψηλότερων τιμών, ενώ τα ακίνητα που αντιστοιχούν στις δυνατότητες της μέσης ελληνικής οικογένειας εξαφανίζονται. Η ιδιοκατοίκηση, που αποτελούσε θεμέλιο κοινωνικής σταθερότητας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε προνόμιο για λίγους, με τους νέους και τα χαμηλά και μεσαία εισοδήματα να βρίσκονται ουσιαστικά εκτός αγοράς, ενώ η εκτόξευση των τιμών μεταφέρεται άμεσα στα ενοίκια, δημιουργώντας συνθήκες ασφυξίας. Τα νοικοκυριά αναγκάζονται να δαπανούν υπέρογκο ποσοστό του εισοδήματός τους για στέγαση, να περιορίζουν βασικές ανάγκες ή να καταφεύγουν σε λύσεις ανάγκης. Η κατοικία παύει να είναι κοινωνικό δικαίωμα και μετατρέπεται σε ακριβό εμπόρευμα.
Την ίδια στιγμή, οι πλειστηριασμοί συνεχίζονται και εντείνονται, με αποτέλεσμα χιλιάδες ακίνητα – ακόμη και πρώτες κατοικίες – να περνούν σε τράπεζες και επενδυτικά funds. Το ιδιωτικό χρέος παραμένει βραχνάς για την κοινωνία, ενώ το θεσμικό πλαίσιο προστατεύει τους πιστωτές και όχι τους πολίτες. Η επανεκκίνηση της στεγαστικής πίστης αφορά ελάχιστους, λειτουργεί ως μηχανισμός περαιτέρω αύξησης των τιμών, ενώ η εισροή ξένων επενδύσεων, σε συνδυασμό με πολιτικές όπως η Golden Visa που διατηρεί και ενισχύει η σημερινή κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, επιτείνει την πίεση στην αγορά. Οι κατοικίες μετατρέπονται σε επενδυτικά και τουριστικά προϊόντα, οι κάτοικοι εκτοπίζονται από τις γειτονιές τους, οι πόλεις αλλάζουν χαρακτήρα και η κοινωνική συνοχή διαρρηγνύεται.
Το ΜέΡΑ25 τονίζει ότι απαιτείται άμεση ριζική αλλαγή πορείας, με προστασία της πρώτης κατοικίας από πλειστηριασμούς, ουσιαστική ρύθμιση των ενοικίων, ανάπτυξη δημόσιου αποθέματος κοινωνικής κατοικίας και περιορισμός της κερδοσκοπίας από funds και μεγάλα επενδυτικά σχήματα.
Η στέγη δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως χρηματοοικονομικό προϊόν. Είναι θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα των πολιτών που οφείλει να διασφαλίζεται για όλους και για όλες.
Ανακοινώσεις ΜέΡΑ25
