Φρενάρει τη χρήση μηχανήματος βιοσυντονισμού στο ιατρείο της Μαρίας Καρυστιανού το Κεντρικό Συμβούλιο Υγείας.
Σύμφωνα με όσα έγιναν γνωστά, το θέμα της νομιμότητας του μηχανήματος προς το παρόν λήγει. Το μηχάνημα εντόπισε το ελεγκτικό κλιμάκιο του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ) στο ιδιωτικό της ιατρείο στη συμπρωτεύουσα. Όμως, τέλος θέτει οριστικά η σχετική γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ).
Η γνωμοδότηση, η οποία φέρει ημερομηνία 6 Οκτωβρίου 2026 και αριθμό πρωτοκόλλου 1027 εκδόθηκε ως απάντηση στο σχετικό έγγραφο ερώτημα του ιδίου του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης. Tο μηχάνημα εντόπισε το ελεγκτικό κλιμάκιο του Ιατρικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης (ΙΣΘ) στο ιδιωτικό της ιατρείο στη Θεσσαλονίκη.
Η ίδια η πρόεδρος της ΕΛΠΙΔΑ έχει εκφράσει επανειλημμένα την άποψη ότι υπάρχει κβαντική ιατρική και είναι νόμιμο το μηχάνημα «βιοσυντονισμού», διότι δεν είναι επεμβατικό, επομένως δεν χρειάζεται και άδεια. Έχει επισημάνει ότι όλα αυτά γίνονται σε μία προσπάθεια πολιτικής της εξόντωσης.
Σύμφωνα με τη σχετική γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ, την οποία παρουσίασε το iefimerida, το Συμβούλιο δεν εγκρίνει την εγκατάσταση και τη χρήση του μηχανήματος βιοσυντονισμού στο ιδιωτικό ιατρείο της παιδιάτρου, Μαρίας Καρυστιανού, ως μη επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο διαγνωστικής ή θεραπευτικής πρακτικής.
Η σχετική γνωμοδότηση του ΚΕΣΥ
Το ΚΕΣΥ, σύμφωνα με το δημοσίευμα, αναφέρει σχετικά στο έγγραφό του προς τον ΙΣΘ:
«Στην Ελλάδα δεν υπάρχει αναγνωρισμένη ιατρική ειδικότητα ή θεσμοθετημένη ιατρική εξειδίκευση με την ονομασία ”Κβαντική Ιατρική” ή ”Ολιστική Ιατρική” και, κατά συνέπεια, οι όροι αυτοί δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται ή να προβάλλονται ως τίτλοι αναγνωρισμένης ιατρικής ειδικότητας ή εξειδίκευσης.
Σε ό,τι αφορά στα μηχανήματα βιοσυντονισμού, βιοανάδρασης και συναφείς συσκευές ή μεθόδους, υπογραμμίζεται πως δεν υπάρχει επαρκής επιστημονική τεκμηρίωση της θεραπευτικής ή διαγνωστικής αποτελεσματικότητας και της ασφάλειάς τους. Κατά συνέπεια, η χρήση του ανωτέρω εξοπλισμού (μηχανήματα/συσκευές) και μεθόδων από ιατρούς σε φορείς πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας για διαγνωστικούς ή θεραπευτικούς σκοπούς δεν αποτελεί αποδεκτή ιατρική πρακτική και απαγορεύεται στο πλαίσιο της άσκησης ιατρικής, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας περί εφαρμογής επιστημονικά τεκμηριωμένων μεθόδων».
