Η πρώτη λέξη του τίτλου είναι ευφυέστατος νεολογισμός που τον είδα προχτές σε τίτλο άρθρου στην εφημερίδα μας, για τους κατοίκους της Κυψέλης που στα σπίτια τους έχουν παρατηρηθεί ρωγμές και καθιζήσεις εξαιτίας της διάνοιξης της σήραγγας για τη γραμμή 4 τουαθηναϊκού μετρό. Εδώ και περισσότερους από 5 μήνες, από τις 8 Μαΐου για την ακρίβεια, οι εργασίες έχουν σταματήσει ακριβώς επειδή σε πολλά κτίρια σημειώθηκαν επιφανειακές καθιζήσεις.
Ο όρος φυσικά έχει σχηματιστεί πάνω στο πρότυπο των σεισμόπληκτων, των κατοίκων μιας περιοχής που αναγκάζονται να μεταφερθούν σε προσωρινά καταλύματα επειδή τα σπίτια τους καταστράφηκαν ή έπαθαν ζημιές από σεισμό. Προσωρινά έγραψα, αλλά στο Αρκαλοχώρι, πέντε χρόνια μετά τον σεισμό της 27ης Σεπτεμβρίου 2021, περίπου 500 σεισμόπληκτοι ακόμα μένουν σε κοντέινερ και πρόχειρους οικίσκους. Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, έλεγε μια παροιμία.
Στο παρελθόν είχαμε κι άλλες λέξεις με το ίδιο δεύτερο συνθετικό: βομβόπληκτους, που καταστράφηκαν τα σπίτια τους από βομβαρδισμούς, χαλαζόπληκτους ή παγετόπληκτους αγρότες, καθώς και ανταρτόπληκτους – κατοίκους ορεινών κυρίως χωριών και κωμοπόλεων, που ο εθνικός στρατός εξανάγκασε να εκκενώσουν τα σπίτια τους και να μεταφερθούν πρόσφυγες σε καταυλισμούς κοντά σε αστικά κέντρα, ώστε να χάσουν οι αντάρτες του Δημοκρατικού Στρατού τις πηγές τροφοδοσίας τους.
Βέβαια έχουμε και άλλους ομοιοκατάληκτους όρους που δεν σημαίνουν υλική καταστροφή: τους προγονόπληκτους, ας πούμε, ή, χιουμοριστικά, τους τηλεορασόπληκτους. Για τον εθισμό στις κινητές συσκευές δεν έχει καθιερωθεί ανάλογος όρος, π.χ. κινητόπληκτος, απ’ όσο ξέρω.
Οσο για το πρώτο συνθετικό του όρου, το μετρό, είναι όρος ελληνογενής που μας ήρθε από τα γαλλικά, métro. Αποτελεί σύντμηση του Chemin de Fer Métropolitain, μητροπολιτικός σιδηρόδρομος δηλαδή. Η σύντμηση métro καταγράφεται πρώτη φορά το 1891, εννιά χρόνια πριν αρχίσει να λειτουργεί το μετρό του Παρισιού. Αλλά η έννοια του μητροπολιτικού σιδηροδρόμου προϋπήρχε από το 1863 για το μετρό του Λονδίνου (metropolitan railway, χωρίς τη σύντμηση).
Ο όρος μητρόπολη αρχικά σήμαινε την πόλη-κράτος που ιδρύει αποικίες: π.χ. μητρόπολη της Κέρκυρας ήταν η Κόρινθος· η μητέρα πόλη. Στη συνέχεια πήρε τη σημασία της πρωτεύουσας μιας περιοχής, και με την εμφάνιση του χριστιανισμού έφτασε να σημαίνει την έδρα του επισκόπου αλλά και τον ίδιο τον καθεδρικό ναό. Στα νεότερα χρόνια, μητροπολιτική περιοχή είναι μια πυκνοκατοικημένη αστική περιοχή που περιλαμβάνει μια μεγάλη κεντρική πόλη και τα προάστιά της, σε μεγάλη ακτίνα. Στην Ελλάδα έχουμε δύο μητροπολιτικά συγκροτήματα: Αθηνών και Θεσσαλονίκης.
Γυρίζουμε στο μετρό. Ο όρος «μετρόπληκτοι» είχε χρησιμοποιηθεί και το 2020 για τους καταστηματάρχες της Θεσσαλονίκης που ο τζίρος τους είχε πέσει κατακόρυφα λόγω των εργασιών· αλλά εκείνη η ζημιά ήταν οικονομική και πάντως παροδική. Οι σημερινοί της Κυψέλης βρίσκονται σε πολύ πιο δύσκολη θέση. Η εταιρεία, όπως και η πολιτεία, προσπαθούν να καθησυχάσουν· αλλά οι αρμόδιοι, που δίνουν τις διαβεβαιώσεις, κοιμούνται το βράδυ σε γερά σπίτια χωρίς καθιζήσεις.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
