Για «την ανάγκη η χώρα να αποκτήσει ένα νέο Συνταγματικό πλαίσιο, που να συμβαδίζει με την εποχή μας», μίλησε πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας στη Βουλή κατά τη συζήτηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. O Kυριάκος Μητσοτάκης επιτέθηκε στην αντιπολίτευση και περισσότερο στο ΠΑΣΟΚ και στον Νίκο Ανδρουλάκη, λέγοντας ότι παρά το γεγονός ότι συγκλίνουν σε τουλάχιστον 15 άρθρα, επιλέγει να μην στηρίξει τις παρεμβάσεις της κυβέρνησης «απλώς και μόνο επειδή τις επεξεργάστηκε η πλειοψηφία». Για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, χαρακτήρισε «αναχρονιστική» την απαγόρευση λειτουργίας τους παρά τις μαζικές αντιδράσεις του εκπαιδευτικού κόσμου, ενώ επέμεινε στη σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση. «Το βάρος της ευθύνης περνά στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά», είπε κλείνοντας.Όπως ανέφερε, οι προτάσεις της Νέας Δημοκρατίας οδηγούν «σε ένα κράτος ευρωπαϊκό, σύγχρονο, θεσμικά θωρακισμένο, λειτουργικά πολύ πιο αποτελεσματικό, μακριά από παλιές παθογένειες και ανοιχτό πάντα σε μεταρρυθμίσεις υπέρ των Ελλήνων πολιτών».
Ο κ. Μητσοτάκης χαρακτήρισε τη συγκυρία «άκρως συμβολική», καθώς η συζήτηση στη Βουλή συμπίπτει με την 52η επέτειο από την αποκατάσταση της Δημοκρατίας.
Επίθεση στη Δούρου: Όταν συγκυβερνούσατε με τον Καμμένο συμμετείχατε στη γιορτή της Δημοκρατίας – Τώρα ανακαλύψατε ξαφνικά δήθεν ακροδεξιά στοιχεία
«Είναι μία ευκαιρία να τιμήσουμε όσους αντιστάθηκαν στη χούντα και όσους οικοδόμησαν στη συνέχεια τον νέο κοινοβουλευτισμό», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η πρόκληση σήμερα είναι «να ενδυναμώσουμε το πολίτευμα, να δώσουμε νέα πνοή στη δημόσια ζωή και να μετατρέψουμε την πολύπλευρη εμπειρία της μεταπολίτευσης από μνήμη σε κινητήρια δύναμη της χώρας».
Στην αρχή της ομιλίας του, ο πρωθυπουργός συνεχάρη τη Ρένα Δούρου για την εκλογή της στην ηγεσία της Κοινοβουλευτικής Ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, εκφράζοντας ωστόσο την απορία του για την επιλογή ορισμένων κομμάτων να μη συμμετάσχουν στην ετήσια δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας για την επέτειο της αποκατάστασης της Δημοκρατίας.
«Αρνούνται να προσέλθουν στην ετήσια δεξίωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, όπου όλοι μαζί τιμούμε αυτούς οι οποίοι αγωνίστηκαν για να επανέλθει η Δημοκρατία», ανέφερε.
Απευθυνόμενος στην κ. Δούρου, ο κ. Μητσοτάκης είπε: «Θεωρώ ότι κάνατε λάθος κυρία Δούρου και νομίζω ότι έχετε ακόμα χρόνο, είστε και νεοεκλεγείσα, να αναθεωρήσετε την άποψή σας».
Στη συνέχεια πρόσθεσε: «Όταν συγκυβερνούσατε με τον κύριο Καμμένο συμμετείχατε κανονικά σε αυτή τη γιορτή της Δημοκρατίας και καλά κάνατε. Τώρα ανακαλύψατε ξαφνικά ότι έχουν παρεισφρήσει δήθεν ακροδεξιά στοιχεία σε αυτή τη δεξίωση».
«Η αντιπολίτευση αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων»
Περνώντας στο αντικείμενο της συζήτησης, ο πρωθυπουργός σημείωσε ότι η σημερινή κοινοβουλευτική γενιά καλείται να δώσει «τη δική της ώθηση» στις βασικές καταβολές του Συντάγματος, σχεδόν 50 χρόνια μετά το πρώτο μεταδικτατορικό Σύνταγμα, το οποίο, όπως ανέφερε, θεμελίωσε ο ιδρυτής της Νέας Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής.
«Εξ αρχής υποστήριξα την ευρεία διαβούλευση, ώστε να υπάρξουν συνθέσεις γύρω από τους κορυφαίους κανόνες που θα διέπουν από εδώ και στο εξής την πολιτική ζωή, τη λειτουργία του κράτους και της πολιτείας», τόνισε.
Ωστόσο, άσκησε κριτική στην αντιπολίτευση, υποστηρίζοντας ότι δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις της διαδικασίας.
«Δεν μπορώ να ισχυριστώ δυστυχώς το ίδιο για την αντιπολίτευση, η οποία έδειξε ότι αδυνατεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων», είπε.
Όπως ανέφερε, «τα ακραία κόμματα αρκέστηκαν σε μία τυφλή άρνηση που αντλούν από το αντικυβερνητικό τους μένος», ενώ για το ΠΑΣΟΚ σημείωσε ότι «δηλώνει ένα αμήχανο “παρών”, το οποίο ουσιαστικά ισοδυναμεί με “απών”».
Παράλληλα, κατηγόρησε την αντιπολίτευση ότι θέτει τους κομματικούς υπολογισμούς πάνω από το πνεύμα και το γράμμα του Συντάγματος, υπογραμμίζοντας πως η διαδικασία της αναθεώρησης απαιτεί ευρύτερες συναινέσεις.
«Από τη στάση της μειοψηφίας καθορίζεται η επιτυχία μιας αναθεώρησης»
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στη συνταγματική ιστορία της χώρας, σημειώνοντας ότι η επιτυχία μιας αναθεώρησης «δεν καθορίζεται τόσο από την πρόταση της πλειοψηφίας, όσο από τη στάση της μειοψηφίας και κατ’ εξοχήν της αξιωματικής αντιπολίτευσης».
Μίλησε για τη στάση της Νέας Δημοκρατίας ως αξιωματικής αντιπολίτευσης κατά την αναθεώρηση του 2001-2002, λέγοντας ότι τότε είχε συμμετάσχει ενεργά στη διαδικασία και είχε υπερψηφίσει σειρά άρθρων.
«Διαμορφώθηκε έτσι ένα πεδίο πραγματικής συναίνεσης και σύνθεσης, με διάθεση να αντιμετωπίσουν τα δύο μεγάλα κόμματα από κοινού αυτή τη μεγάλη πρόκληση», ανέφερε.
Απαντώντας στις αιτιάσεις περί «λευκής επιταγής», ο πρωθυπουργός είπε: «Όποιος σήμερα διατείνεται ότι τάχα δίνει λευκή επιταγή ουσιαστικά περιφρονεί τη λαϊκή επιλογή».
Επίθεση σε Ανδρουλάκη: «Συμφωνούμε σε τουλάχιστον 15 άρθρα, γιατί επιμένετε σε αυτή τη στάση»
Ο κ. Μητσοτάκης απευθύνθηκε προσωπικά στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, λέγοντας ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει τη στάση του κόμματος, καθώς, όπως υποστήριξε, υπάρχει συμφωνία στον πυρήνα των αλλαγών σε αρκετά άρθρα.
«Παρά το γεγονός ότι φαίνεται να συμφωνούμε στον πυρήνα αλλαγής σε αρκετά άρθρα, τουλάχιστον 15, γιατί επιμένετε σε αυτή τη στάση;», διερωτήθηκε.
Παράλληλα σημείωσε ότι «μετά από 52 χρόνια δημοκρατικής ζωής δεν είναι δυνατόν να έχουμε κόμματα τα οποία να συμφωνούν επί της ουσίας με πολλές κυβερνητικές προτάσεις, αλλά να τις υπονομεύουν μόνο και μόνο επειδή τις επεξεργάστηκε η πλειοψηφία».
Χαρακτήρισε, μάλιστα, αυτή τη στάση «βαθιά αντιθεσμική» και «δηλωτική πολιτικής ανεπάρκειας».
«Επικράτησαν οι γνωστές κομματικές προτεραιότητες»
Παρουσιάζοντας τη θέση της κυβέρνησης, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι η Νέα Δημοκρατία καταθέτει «μια καλά μελετημένη εισήγηση αναθεώρησης 33 άρθρων και διατάξεων», επιμένοντας, όπως τόνισε, στις συνθέσεις.
Παράλληλα, ευχαρίστησε τον εισηγητή της κυβερνητικής πλειοψηφίας Ευριπίδη Στυλιανίδη, τον πρόεδρο της αρμόδιας Επιτροπής Μάκη Βορίδη, καθώς και όλους τους βουλευτές που συμμετείχαν στη διαδικασία.
Κλείνοντας το συγκεκριμένο σκέλος της ομιλίας του, υποστήριξε ότι η εικόνα από τη συμμετοχή των βουλευτών της αντιπολίτευσης στην Επιτροπή ήταν διαφορετική από τη στάση που, όπως είπε, κράτησαν στην Ολομέλεια.
«Οι βουλευτές της αντιπολίτευσης προσήλθαν με διάθεση να καταθέσουν προτάσεις. Όταν όμως ήρθε η ώρα της ψηφοφορίας, φαίνεται να επικράτησαν οι γνωστές κομματικές προτεραιότητες», ανέφερε.
Στη συνέχεια της ομιλίας του, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αναφέρθηκε στις αλλαγές που, σύμφωνα με τον ίδιο, απαιτούνται ώστε το Σύνταγμα να ανταποκριθεί στις νέες προκλήσεις.
Ο πρωθυπουργός αναγνώρισε ότι το Σύνταγμα του 1975 «έχει αποδειχθεί εξαιρετικά ανθεκτικό», καθώς, όπως είπε, «μετά τη δικτατορία στερέωσε τον κοινοβουλευτισμό, ενώ πρόσφατα μας πέρασε μέσα από τις συμπληγάδες μιας οικονομικής κρίσης και μιας πανδημίας».
Όπως ανέφερε, το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε «και καινοτόμο και διορατικό», ωστόσο σήμερα καλείται «να συμβαδίσει με τις προτεραιότητες της τρίτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, να καλύψει κενά και να επικαιροποιήσει πλευρές του», ιδίως καθώς «συνεχώς συμπληρώνεται από το ευρωπαϊκό δίκαιο».
Ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι οι προηγούμενες προσπάθειες αναθεώρησης, το 2008 και το 2019, δεν οδήγησαν σε όλες τις αναγκαίες αλλαγές, με αποτέλεσμα, όπως είπε, η χώρα να χάσει «πολύτιμο χρόνο και μεγάλες ευκαιρίες».
«Αναχρονιστική η απαγόρευση λειτουργίας των ιδιωτικών πανεπιστημίων»
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο ζήτημα των μη κρατικών πανεπιστημίων, χαρακτηρίζοντας «παντελώς αναχρονιστική και μοναδική στα παγκόσμια δεδομένα» την απαγόρευση λειτουργίας τους.
Απευθυνόμενος στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ, Νίκο Ανδρουλάκη, ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε στη στάση του κόμματος κατά την αναθεώρηση του 2008, λέγοντας ότι τότε «άλλαξε στάση την τελευταία στιγμή, υποκύπτοντας ενδεχομένως σε εσωκομματικές πιέσεις και υπολογισμούς».
«Χάσαμε ουσιαστικά 20 χρόνια και έχει έρθει η ώρα επιτέλους να μπορέσουμε να εναρμονίσουμε το Σύνταγμά μας με μια νέα πραγματικότητα», τόνισε.
Ο πρωθυπουργός παρουσίασε σειρά θεμάτων που, όπως είπε, πρέπει να αποτελέσουν αντικείμενο συζήτησης στο πλαίσιο της αναθεώρησης.
Μεταξύ αυτών ανέφερε:
την πιθανότητα θεσμοθέτησης κάποιου είδους προληπτικού ελέγχου συνταγματικότητας των νομοσχεδίων, ώστε να αποφεύγεται η ανατροπή νόμων από το Συμβούλιο της Επικρατείας ακόμη και μετά από πολλά χρόνια,
τη θέσπιση κανόνων για τα δημοψηφίσματα, ώστε να μην επαναληφθούν, όπως είπε, φαινόμενα όπως το δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015,
τη συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής ισορροπίας, προκειμένου η χώρα να μην οδηγηθεί ξανά σε συνθήκες κρίσης και χρεοκοπίας,
την προστασία των πολιτών από την αναδρομική επιβολή φόρων,
τη συνταγματική κατοχύρωση της προσιτής στέγης.
«Όλα αυτά η Αριστερά δεν τα ψηφίζει, διότι θα γράψει τελικά αυτή η ψηφοφορία ποιος ψήφισε τι», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ο κ. Μητσοτάκης διερωτήθηκε επίσης γιατί, όπως είπε, «η Αριστερά αρνείται να ψηφίσει μια διάταξη προστασίας της πρώτης στέγης» ή γιατί «η εντός εισαγωγικών πατριωτική δεξιά αρνείται να ψηφίσει τη συνταγματική προστασία της γλώσσας και της ελληνικής σημαίας».
«Να κατοχυρωθεί συνταγματικά η σύνδεση της μονιμότητας στο Δημόσιο με την αξιολόγηση»
Ο πρωθυπουργός αναφέρθηκε ακόμη και στο σχέδιο της κυβέρνησης να συνδεθεί συνταγματικά η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων με την αξιολόγηση.
«Να κατοχυρώσουμε στο Σύνταγμα τη σύνδεση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων με την έννοια της αξιολόγησης, σε μια σχέση αμφίδρομη μεταξύ υφισταμένων και προϊσταμένων, με έναν και μοναδικό στόχο: την εξυπηρέτηση του πολίτη», είπε.
Παράλληλα έκανε λόγο για την ανάγκη συνταγματικών προβλέψεων για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, τη διαχείριση των υδάτων και την ανάπτυξη των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην τεχνητή νοημοσύνη, σημειώνοντας ότι το Σύνταγμα θα πρέπει να αντιμετωπίσει «την τεράστια πρόκληση» που δημιουργείται για τα δικαιώματα των πολιτών, αλλά και τις ευκαιρίες που προσφέρει η νέα τεχνολογία.
Όπως είπε, η αντιμετώπιση της τεχνητής νοημοσύνης δεν πρέπει να γίνει «με τρόπο περιοριστικό», αλλά με σαφείς κανόνες, ώστε να λαμβάνεται υπόψη από τον συνταγματικό νομοθέτη.
«Το εκλογικό σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνο την αντιπροσωπευτικότητα αλλά και την κυβερνησιμότητα της χώρας»
Ο πρωθυπουργός έθεσε επίσης ζητήματα που αφορούν τη λειτουργία του πολιτεύματος, όπως η κατάργηση, όπως είπε, «της προσχηματικής επίκλησης εθνικού θέματος για την προκήρυξη εκλογών», ώστε η Βουλή να μπορεί να διαλύεται με πιο καθαρούς όρους.
Παράλληλα υποστήριξε ότι το εκλογικό σύστημα θα πρέπει να διασφαλίζει όχι μόνο την αντιπροσωπευτικότητα αλλά και την κυβερνησιμότητα της χώρας.
Αναφέρθηκε ακόμη στην ανάγκη να αποκτήσει συνταγματική κατοχύρωση η υποχρέωση του κυβερνητικού σχεδιασμού να εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο και να δημοσιοποιείται κάθε χρόνο, ώστε να ελέγχεται από τους πολίτες.
«Αυτό προβλέπεται σήμερα στον νόμο του επιτελικού κράτους. Θεωρούμε ότι πρέπει να αποκτήσει και μία συνταγματική κάλυψη», σημείωσε.
Κλείνοντας το συγκεκριμένο σκέλος, ο κ. Μητσοτάκης διερωτήθηκε: «Ποιος θα διαφωνούσε και γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε πράξη από κοινού τουλάχιστον κάποιες από αυτές τις θέσεις;».
Οι τρεις θεσμικές παρεμβάσεις της Νέας Δημοκρατίας
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του στη Βουλή, στάθηκε σε τρεις συγκεκριμένες θεσμικές αλλαγές που προτείνει η Νέα Δημοκρατία στο πλαίσιο της συνταγματικής αναθεώρησης.
Πρώτη ανέφερε την επέκταση της επιστολικής ψήφου στις εθνικές εκλογές και για τους εκλογείς που βρίσκονται εντός Ελλάδας.
«Μια σημαντική πρωτοβουλία για να αντιμετωπιστεί όσο το δυνατόν η απειλή της αποχής και της αδράνειας», σημείωσε, απευθυνόμενος παράλληλα στον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, λέγοντας ότι αναμένει τη συμφωνία του σε αυτή την πρόταση.
Δεύτερη θεσμική αλλαγή που ανέδειξε αφορά «τη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης και του αυτοδιοίκητου των δικαστηρίων απέναντι στην εκάστοτε κυβέρνηση».
Ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η κυβέρνηση έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη που εκφράζεται μέσω της ψήφου των δικαστών για την επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων.
«Προτείνουμε τη θεσμική κατοχύρωση αυτής της πολιτικής, με την κυβέρνηση υποχρεωτικά να επιλέγει μεταξύ τριών υποψηφίων που οι ίδιοι οι δικαστές θα επιλέγουν για την ηγεσία της», ανέφερε.
Πρόσθεσε ότι αντίστοιχη διαδικασία θα μπορούσε να ισχύσει και για τις ανεξάρτητες αρχές.
«Είναι πρωτοβουλίες που κόβουν τις γέφυρες ανάμεσα στη δικαστική και την εκτελεστική εξουσία, με στόχο την ανάκτηση της εμπιστοσύνης και από τις δύο πλευρές», σημείωσε.
Αναθεώρηση άρθρου 86, για την ευθύνη των υπουργών
Τρίτη θεσμική παρέμβαση που παρουσίασε ο πρωθυπουργός αφορά την αλλαγή του άρθρου 86 του Συντάγματος για την ευθύνη των υπουργών.
Ο κ. Μητσοτάκης αναφέρθηκε στην προσωπική του εμπλοκή στη συζήτηση του 2006, όταν, όπως είπε, ως νέος βουλευτής είχε συμμετάσχει στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος.
Υπενθύμισε ότι τότε είχε καταθέσει επιστολή προς συναδέλφους του ζητώντας να εξεταστεί η αναθεώρηση του άρθρου 86, τόσο ως προς το ζήτημα της σύντομης παραγραφής όσο και ως προς τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή χειρίζεται υποθέσεις που αφορούν πολιτικά πρόσωπα.
«Από αυτούς που υπέγραψαν τη σχετική πρόταση, εγώ έχω την τιμή να είμαι πρωθυπουργός. Ο Κώστας Τασούλας είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας», ανέφερε, καταθέτοντας την επιστολή στα πρακτικά της Βουλής.
Ο πρωθυπουργός τόνισε ότι υπάρχει πλέον ευρύτερη συμφωνία πως «δεν μπορούμε να μετατρεπόμαστε εμείς ως βουλευτές σε εισαγγελείς» και ότι η αρμοδιότητα διερεύνησης τέτοιων υποθέσεων πρέπει να επιστρέψει στη Δικαιοσύνη.
Όπως ανέφερε, θα μπορούσαν να εξεταστούν διαφορετικά μοντέλα, όπως η διενέργεια προκαταρκτικής έρευνας από εισαγγελέα Εφετών, η εισήγηση για άσκηση δίωξης από τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ή ακόμη και ένα μικτό όργανο με συμμετοχή δικαστών.
Η Βουλή, σύμφωνα με τον κ. Μητσοτάκη, θα πρέπει να περιορίζεται στην τελική απόφαση για την άσκηση δίωξης πολιτικού προσώπου μέσω ονομαστικής ψηφοφορίας.
«Θα είναι πάρα πολύ δύσκολο για μία πλειοψηφία του Κοινοβουλίου, σε περίπτωση που ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου έχει εισηγηθεί δίωξη, να μη συμφωνήσει τελικά με αυτή την πρόταση», υπογράμμισε.
«Το βάρος της ευθύνης περνά στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά»
Κλείνοντας την ομιλία του, ο πρωθυπουργός υποστήριξε ότι η συζήτηση στη Βουλή κατέδειξε τις διαφορετικές θέσεις των κομμάτων, αλλά και τη διάθεση της κυβέρνησης για συνεννόηση.
«Νομίζω ότι σαφής έχει γίνει και η πολιτική λογική που τις πλαισιώνει, όπως βέβαια και η διάθεση συνεννόησης, που νομίζω ότι υπήρξε κάτι παραπάνω από προφανής», ανέφερε.
Ενόψει της ονομαστικής ψηφοφορίας που θα ακολουθήσει, τόνισε ότι «το βάρος της ευθύνης περνά τώρα στον κάθε βουλευτή ξεχωριστά».
Ο κ. Μητσοτάκης υποστήριξε ότι η αναθεώρηση του Συντάγματος αποτελεί ευκαιρία για να δοθεί στη χώρα «ένας καταστατικός χάρτης» που θα επιτρέψει στο πολιτικό σύστημα και στη δημόσια διοίκηση να κινηθούν σε «έναν δρόμο αναγέννησης».
Στόχος, όπως είπε, είναι ένας κρατικός μηχανισμός «πιο γρήγορος, πιο αποτελεσματικός, πιο φιλικός» προς τους πολίτες, αλλά και ένα πολιτικό σύστημα που θα μπορέσει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας.
«Το πιο πολύτιμο συστατικό της δημοκρατίας, το οποίο σίγουρα έχει τρωθεί στους καιρούς μας, δεν είναι άλλο από την αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Πολιτείας και πολίτη», τόνισε.
Καταλήγοντας, ο πρωθυπουργός ανέφερε ότι «ένα νέο Σύνταγμα σημαίνει πολλά περισσότερα από όσα δηλώνει ο τίτλος του».
«Σημαίνει ότι η θεσμική ομπρέλα η οποία τα επόμενα χρόνια θα καλύπτει τις σχέσεις του κράτους με την κοινωνία και την οικονομία θα έχει πραγματικά εκσυγχρονιστεί», σημείωσε.
Και πρόσθεσε ότι η ανάγκη αυτή είναι ακόμη μεγαλύτερη «στην ταραγμένη γειτονιά στην οποία ζούμε», σε μια περίοδο παγκόσμιων γεωπολιτικών και οικονομικών ανατροπών.
«Γι’ αυτό και σας καλώ», κατέληξε ο πρωθυπουργός.
