«Πάρτε με στην άκρη της Γης, πάρτε με στη χώρα των θαυμάτων. Μου φαίνεται πως η δυστυχία θα ήταν λιγότερο επώδυνη κάτω απ’ τον ήλιο». Το τραγουδούσε ο Σαρλ Αζναβούρ το 1967, έναν χρόνο πριν από τον Μάη του ’68. Ενα ιδιαίτερα δημοφιλές στη Γαλλία τραγούδι, ένα στιγμιαίο όνειρο φυγής από μια μίζερη ζωή και μια λαχτάρα ανακάλυψης ενός διαφορετικού κόσμου. Αυτό το τραγούδι ακούγεται και χορεύεται σε πλατείες και συγκεντρώσεις αυτές τις μέρες της νεολαιίστικης εξέγερσης, ίσως επειδή η επιθυμία της φυγής και η αναζήτηση ενός αλλιώτικου κόσμου δεν ανήκουν αποκλειστικά σε μια γενιά.
Απρόσμενο, αλήθεια, τραγούδια και μελωδίες άλλων ιστορικών και κοινωνικών εποχών να γίνονται η φωνή μιας νέας γενιάς που δηλώνει πως «Κάτω από το πεζοδρόμιο είναι ο υπόνομος» σε αντίθεση με το περίφημο «Κάτω από το πεζοδρόμιο είναι η παραλία» των εξεγερμένων νέων του Μάη του ’68. Γιατί νέοι άνθρωποι, με συγκεκριμένα αιτήματα για καλύτερες συνθήκες σπουδών και ζωής, επιλέγουν στίχους που μιλούν για έρωτα, μοναξιά, ματαιωμένα όνειρα και μποέμικη ζωή;
Πολλές μπορεί να είναι οι ερμηνείες. Ισως οι νέοι αναγνωρίζουν σε αυτά τα τραγούδια οικεία συναισθήματα. Ισως πάλι οικειοποιούνται μια μουσική κληρονομιά μετατρέποντάς την σε έκφραση των δικών τους στερήσεων, προσδοκιών και εμπειριών μέσα σε ένα διαφορετικό ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.
Ακούγοντας μια τεράστια γκάμα δημιουργικών διασκευών παλιών γαλλικών τραγουδιών στο TikTok και άλλες ψηφιακές πλατφόρμες, έχω την εντύπωση ότι οι νέοι και οι νέες ανακαλύπτουν και επανανοηματοδοτούν ένα πολύχρωμο μουσικό υλικό επιχειρώντας μια επανασύνδεση με συλλογικές μνήμες. Τραγουδώντας από τη «Διεθνή» μέχρι το «Emmenez moi» και το «La Bohème» μοιάζουν να ανακαλύπτουν συγκινήσεις που εκφράζουν δικές τους ανάγκες και διεκδικήσεις στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, της κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους, των έντονων ταξικών ανισοτήτων και της βίαιης κρατικής καταστολής.
Οταν όμως τα παλιά τραγούδια επανερμηνεύονται από τους νέους, κάτι άλλο συμβαίνει. Ενας ηλικιωμένος μπορεί να αναγνωρίζει σε αυτά τη δική του νεότητα και ένας νέος ποικίλα συναισθήματα που τον αφορούν. Μπορούν και οι δύο να συναντηθούν στον ίδιο ρυθμό, ακόμα κι αν δεν αποδίδουν στο τραγούδι το ίδιο νόημα. Αυτό που μεταδίδεται δεν είναι μόνο μια μελωδία ή ένας στίχος. Είναι η δυνατότητα υπέρβασης του εγκλωβισμού σε διαφορετικές γενιές με διαφορετικές ατομικές και κοινωνικές εμπειρίες αλλά και με κοινά συναισθήματα, επιθυμίες και προσδοκίες στο παρόν. Μια δυνατότητα συνάντησης που οι σύγχρονες κοινωνίες, με τους πολλαπλούς διαχωρισμούς τους, αποδυναμώνουν.
Η επιστροφή των νέων σε παλιά δημοφιλή ή επαναστατικά τραγούδια δεν εκφράζει νοσταλγία ενός ωραιοποιημένου παρελθόντος χρόνου. Αντίθετα, μπορεί να δηλώνει την ανάγκη τους να ιδιοποιηθούν συλλογικές μνήμες αναζητώντας μια αίσθηση συνέχειας μέσα σε μια χρονικότητα με διαρκείς τομές και ασυνέχειες, γρήγορες εναλλαγές και εφήμερες καταναλωτικές επιθυμίες.
Η μουσική, με την ιδιαίτερη δύναμη ενεργοποίησης συναισθημάτων και συγκινήσεων, γίνεται τόπος συνάντησης ανάμεσα σε γενιές που οι κοινωνικές και πολιτιστικές μεταβολές απομακρύνουν. Το παρελθόν παύει να είναι μια απολιθωμένη κληρονομιά και μετατρέπεται σε ζωντανή κοινωνική εμπειρία, ανοιχτή στις ανάγκες, τις επιθυμίες και τα αιτήματα του παρόντος.
Μια κοινωνία δεν οικοδομείται μόνο μέσω της μετάδοσης του ιστορικού και πολιτιστικού παρελθόντος στους νέους, ούτε μέσα σε ψυχρές σχολικές αίθουσες, κάποιες από τις οποίες καταρρέουν.
Οικοδομείται κυρίως όταν οι ίδιοι οι νέοι επιλέγουν τι θέλουν να κρατήσουν από το παρελθόν, πώς το ερμηνεύουν και σε τι τους χρησιμεύει στο παρόν.
Το ερώτημα επομένως είναι ευρύτερο. Σε μια κοινωνία όπου οι παραδόσεις αποδυναμώνονται και οι πολιτιστικές αναφορές ανανεώνονται με ξέφρενους ρυθμούς μήπως οι νέοι αναζητούν μέσα από αυτά τα τραγούδια όχι μια επιστροφή στο χθες, αλλά έναν τρόπο να συνδεθούν με τους άλλους, με την Ιστορία και με τον ίδιο τους τον εαυτό;
*Ομότιμη καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
