Η κυβέρνηση, αντί να απολογείται για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η δημόσια παιδεία, επιλέγει να στήσει εκ των προτέρων ένα σκηνικό φόβου γύρω από τις πανεκπαιδευτικές κινητοποιήσεις. Με φόντο τις ταραχές στη Γαλλία, κυβερνητικά στελέχη επισείουν τον κίνδυνο επεισοδίων, επαναλαμβάνουν το «δεν θα γίνουμε Γαλλία» και προετοιμάζουν ένα σκηνικό αστυνομικής επιτήρησης, λες και το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας δεν είναι τα άδεια ταμεία των πανεπιστημίων, τα πανάκριβα ενοίκια και η αδυναμία χιλιάδων νέων να ανταποκριθούν στο κόστος των σπουδών τους, αλλά οι ίδιοι οι νέοι που διαμαρτύρονται.
Πριν ακόμη ακουστούν τα συνθήματα των διαδηλωτών, η κυβέρνηση μοιάζει να έχει ήδη αναζητήσει τους ενόχους για επεισόδια που δεν έχουν συμβεί. Η ΕΛ.ΑΣ. προετοιμάζει εκτεταμένους ελέγχους, πιθανές προσαγωγές, αυξημένη αστυνομική παρουσία και στενή επιτήρηση των συγκεντρώσεων, ενώ εξετάζονται ακόμη και περιορισμοί στη λειτουργία σταθμών του μετρό. Αστυνομικές δυνάμεις αναμένεται να αναπτυχθούν σε κρίσιμα σημεία της πρωτεύουσας, ενώ ο φόβος των επεισοδίων έχει οδηγήσει, σύμφωνα με δημοσιεύματα, ακόμη και επιχειρήσεις του κέντρου να τοποθετήσουν προστατευτικά μεταλλικά φύλλα στις προσόψεις τους.
Το μήνυμα είναι σαφές: η κυβέρνηση θέλει να προλάβει την κοινωνική αντίδραση πριν αυτή πάρει διαστάσεις, επενδύοντας στην εικόνα μιας χώρας που απειλείται από την ανομία. Μόνο που η κοινωνική διαμαρτυρία δεν αποτελεί από μόνη της απειλή για τη δημοκρατία. Αντίθετα, απειλή για την αξιοπιστία της πολιτικής εξουσίας είναι η αδυναμία της να απαντήσει στα πραγματικά προβλήματα και η προσπάθεια να μετατρέψει κάθε μαζική κινητοποίηση σε ζήτημα ασφάλειας.
Ο υπουργός Προστασίας του Πολίτη, Μιχάλης Χρυσοχοΐδης, προαναγγέλλει αυστηρή αντιμετώπιση, επικαλούμενος παράλληλα την ανάγκη αυτοσυγκράτησης σε περίπτωση αστυνομικής βίας κατά μαθητών. Η εκπρόσωπος Τύπου της ΕΛ.ΑΣ., Κωνσταντία Δημογλίδου, μιλά για επιχειρησιακό σχεδιασμό που καλύπτει ακόμη και το χειρότερο σενάριο. Όμως, όταν η κρατική μηχανή κινητοποιείται με τέτοια ένταση απέναντι σε μια διαδήλωση που δεν έχει καν πραγματοποιηθεί, το ερώτημα δεν είναι μόνο πόσοι αστυνομικοί θα βρίσκονται στους δρόμους, αλλά γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να καλλιεργεί αυτό το κλίμα.
Η εύκολη επίκληση της Γαλλίας λειτουργεί ως βολικό πολιτικό άλλοθι. Αντί να συζητά για την υποχρηματοδότηση των πανεπιστημίων, τις ελλείψεις προσωπικού, τις ανεπαρκείς υποδομές και τη φοιτητική μέριμνα που δεν καλύπτει τις ανάγκες των νέων, η κυβερνητική ρητορική μεταφέρει τη συζήτηση στα πιθανά επεισόδια. Αντί να απαντά γιατί η φοίτηση σε μια άλλη πόλη έχει μετατραπεί σε οικονομικό άθλο, προειδοποιεί για εικόνες καταστροφής. Αντί να εξηγήσει πώς θα εξασφαλιστεί η πρόσβαση στη δημόσια και δωρεάν παιδεία, προβάλλει τον φόβο της αναταραχής.
Και κάπως έτσι, οι μαθητές, οι φοιτητές και οι εκπαιδευτικοί αντιμετωπίζονται περίπου ως εν δυνάμει ύποπτοι. Οι διεκδικήσεις τους υποβαθμίζονται σε κομματικά παιχνίδια, οι κινητοποιήσεις τους παρουσιάζονται ως πιθανός πρόλογος ταραχών και κάθε αναφορά στη γαλλική νεολαία αξιοποιείται για να στηθεί ένα αφήγημα επικείμενης αποσταθεροποίησης. Πρόκειται για μια βολική αντιστροφή της πραγματικότητας: αντί να λογοδοτεί η εξουσία για τις πολιτικές της, καλούνται οι πολίτες να απολογηθούν επειδή διαμαρτύρονται.
Στο μεταξύ, τα προβλήματα δεν περιμένουν να ολοκληρωθεί ο αστυνομικός σχεδιασμός. Οι φοιτητές που συγκεντρώθηκαν στην πλατεία Συντάγματος έστησαν σκηνές και διοργάνωσαν συναυλία διαμαρτυρίας, αναδεικνύοντας τις συνθήκες που κάνουν τις σπουδές ολοένα δυσκολότερες. Τα ενοίκια έχουν γίνει δυσβάσταχτα, οι τιμές στα σούπερ μάρκετ πιέζουν τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς και τα έξοδα μετακίνησης και διαβίωσης προστίθενται σε ένα ήδη βαρύ κόστος. Για αρκετούς νέους, η εισαγωγή σε ένα πανεπιστήμιο μακριά από το σπίτι τους δεν εξασφαλίζει ότι θα μπορέσουν και να φοιτήσουν σε αυτό.
Οι φοιτητικοί σύλλογοι ζητούν μεγαλύτερη κρατική χρηματοδότηση, προσλήψεις διδακτικού και διοικητικού προσωπικού, σύγχρονες υποδομές και ουσιαστική ενίσχυση της στέγασης και της σίτισης. Με άλλα λόγια, διεκδικούν τις στοιχειώδεις προϋποθέσεις για να μπορούν να σπουδάζουν χωρίς να εξαρτώνται από το πορτοφόλι της οικογένειάς τους. Η απάντηση που περιμένουν δεν είναι περισσότερα περιπολικά, ούτε προειδοποιήσεις για το τι συνέβη στο Παρίσι. Είναι συγκεκριμένα μέτρα που θα κάνουν τη δημόσια παιδεία πραγματικά προσβάσιμη.
Η κυβέρνηση, ωστόσο, μοιάζει να αισθάνεται μεγαλύτερη άνεση όταν συζητά για την ασφάλεια των διαδηλώσεων παρά όταν καλείται να εξηγήσει τις κοινωνικές συνθήκες που τις προκαλούν. Το σύνθημα «δεν θα γίνουμε Γαλλία» επαναλαμβάνεται σαν πολιτικό ξόρκι, λες και η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να εξαφανιστεί με μια προειδοποίηση. Όμως, οι νέοι δεν χρειάζονται μαθήματα φόβου. Χρειάζονται σχολεία που λειτουργούν, πανεπιστήμια με επαρκείς πόρους και τη δυνατότητα να ζουν και να σπουδάζουν χωρίς να βυθίζονται στα χρέη και στην ανασφάλεια.
Την ίδια στιγμή, η προσπάθεια να συνδεθούν προκαταβολικά οι κινητοποιήσεις με επεισόδια ενισχύει την πολιτική πόλωση. Η υπόθεση του στελέχους της ΕΛΑΣ Πάνου Λαμπρινίδη-Στάχτου, του οποίου η φράση «άντε, και στα δικά μας» για τα γεγονότα στη Γαλλία προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, χρησιμοποιήθηκε για να τροφοδοτήσει νέες αντιπαραθέσεις. Ο ίδιος υποστήριξε ότι τα λόγια του παραποιήθηκαν και ότι υπερασπίζεται τις ειρηνικές κινητοποιήσεις. Το περιστατικό δείχνει πόσο εύκολα η πολιτική συζήτηση απομακρύνεται από τα αιτήματα των νέων και εγκλωβίζεται σε έναν διαρκή καβγά για προθέσεις και υποτιθέμενες απειλές.
Η αντιπολίτευση και οι οργανώσεις που στηρίζουν τις κινητοποιήσεις ζητούν να δοθεί προτεραιότητα στη δημόσια εκπαίδευση, στη στέγαση και στο κόστος ζωής. Ο δήμαρχος Αθηναίων, Χάρης Δούκας, εξέφρασε τη στήριξή του στους φοιτητές, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε τις μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες ζωτικό στοιχείο της δημοκρατίας. Η Νέα Αριστερά κάλεσε σε μαζική συμμετοχή, προκαλώντας αντιδράσεις για το σύνθημά της «Κάν’ το όπως το Παρίσι». Στο πλευρό των διεκδικήσεων τάχθηκαν επίσης το ΚΚΕ, οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς και η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» της Μαρίας Καρυστιανού.
Αυτό που διακυβεύεται, τελικά, δεν είναι αν η Αθήνα θα αντιγράψει τις εικόνες της Γαλλίας, αλλά αν η κυβέρνηση θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει την κοινωνική δυσαρέσκεια ως πρόβλημα επικοινωνιακής διαχείρισης και αστυνόμευσης. Η δημόσια τάξη είναι υποχρέωση της Πολιτείας, όπως υποχρέωσή της είναι και η προστασία του δικαιώματος στη διαμαρτυρία. Δεν μπορεί όμως η επίκληση της ασφάλειας να γίνεται μόνιμο καταφύγιο κάθε φορά που οι πολίτες απαιτούν απαντήσεις.
Οι επέτειοι του Πολυτεχνείου και της 6ης Δεκεμβρίου πλησιάζουν, και η κυβέρνηση φαίνεται ήδη να προετοιμάζει το έδαφος με προειδοποιήσεις για ενδεχόμενες ταραχές. Αντί να αναρωτηθεί γιατί οι νέοι αισθάνονται ότι δεν έχουν χώρο, προοπτική και ουσιαστική στήριξη, επιλέγει να τους υπενθυμίσει πόσο ισχυρός μπορεί να είναι ο μηχανισμός καταστολής. Μόνο που κανένας αστυνομικός κλοιός δεν μπορεί να καλύψει τα κενά μιας πολιτικής για την παιδεία, όπως και καμία επιχείρηση φόβου δεν μπορεί να ακυρώσει τα κοινωνικά αιτήματα.
Η κυβέρνηση μπορεί να φοβάται τις εικόνες από τη Γαλλία. Θα έπρεπε, όμως, να ανησυχεί περισσότερο για τους λόγους που βγάζουν τους νέους στους δρόμους. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι οι φοιτητές διαδηλώνουν. Είναι ότι, αντί να βρίσκουν απαντήσεις στα προβλήματά τους, βρίσκουν απέναντί τους μια εξουσία που μοιάζει να προετοιμάζεται περισσότερο για να τους αντιμετωπίσει παρά για να τους ακούσει.
Διαβάστε περισσότερα
