Τελευταία νέα
Φοροδιαφυγή: «Αχίλλειος πτέρνα» τα μετρητά – Τα κίνητρα για αποδείξεις και ηλεκτρονικές πληρωμές Τα ανοιχτά μέτωπα Ανδρουλάκη- Τι φέρνει στο τραπέζι του Πολιτικού Συμβουλίου Εκλογές στο Ισραήλ: Εφτασε η ώρα της κρίσης και για τον Νετανιάχου Στο Γκουαντάναμο για να βάλει μυαλό Προεκλογική αντιπαράθεση: Το ραντεβού για debate Γεωργιάδη-Πολάκη στα Χανιά και η μετωπική με Κωνσταντοπούλου Χρυσή Μπάλα 2026: Στον Χάρι Κέιν το βραβείο του κορυφαίου ποδοσφαιριστή – Όλα τα βραβεία της βραδιάς [εικόνες] Σκάνδαλο στο μπάσκετ: Προφυλακιστέος ο Κορομηλάς, με βραχιολάκι Τσαρούχα-Πηλοΐδης – Πάει σε εκλογές η ΕΟΚ ΕΛ.Α.Σ.: Στο τραπέζι η 13η σύνταξη και ο 13ος μισθός Συγκλονίζει επιβάτιδα του δεύτερου βαγονιού στα Τέμπη – «Ενας φώναζε τρέξτε κι άλλοι βοήθεια» Pizza Fan: Ψάχνουν το «βαθύ λαρύγγι» στην ΑΑΔΕ – Εσωτερική ενημέρωση για τους ελέγχους είχε ο ιδιοκτήτης Ισραήλ: Στις κάλπες 7,3 εκατ. ψηφοφόροι – Μάχη Νετανιάχου με Άιζενκοτ, σε κλίμα πόλωσης οι εκλογές Κοινό μέτωπο στον ΟΗΕ κατά του τουρκολιβυκού μνημονίου
Efsyn.gr

Ντάνιελ Ζίκχαους στην «Εφ.Συν.»: Η Πανσέληνος, το νερό και η κληρονομιά της Πίνα Μπάους

«Δεν με ενδιαφέρει πώς κινούνται οι άνθρωποι, αλλά τι τους κινεί». Η γνωστή φράση που ανήκει στη σπουδαία πρωτοπόρο χορεύτρια και χορογράφο Πίνα Μπάους (1940-2009) συνοψίζει και την κοσμοθεωρία της για τη ζωή και την τέχνη της. Τα όρια άλλωστε ανάμεσα στα δύο υπήρξαν ανέκαθεν δυσδιάκριτα.
Ιδρύτρια του χοροθεάτρου και μια από τις εμβληματικότερες μορφές στην ιστορία του παγκόσμιου σύγχρονου χορού, στις χορογραφίες της χρησιμοποιούσε απλές, καθημερινές χειρονομίες και συχνά ζητούσε από τους χορευτές να αντλούν υλικό από τις δικές τους προσωπικές εμπειρίες και μνήμες.
Εστίασε στα ανθρώπινα συναισθήματα, στις σχέσεις, στην τρυφερότητα και στη βία της καθημερινότητας. Εσπασε τα στερεότυπα του κλασικού μπαλέτου εντάσσοντας στην ομάδα της χορευτές κάθε ηλικίας, σωματότυπου και προσωπικότητας.
Κι άφησε πίσω της μνημειώδη έργα που σημάδεψαν την τέχνη, όπως «Η ιεροτελεστία της άνοιξης» (1975) πάνω σε σκηνή καλυμμένη με χώμα, το Café Müller και το Kontakthof (μια αναβίωση του οποίου παρουσιάζεται και φέτος σε επανάληψη στο Εθνικό μας Θέατρο, με τη συνδρομή μεταξύ άλλων και του Ελληνα στενού συνεργάτη της, Δάφνιδος Κόκκινου).
Κάθε επίσκεψη του Χοροθεάτρου Βούπερταλ αγκαλιάζεται διαχρονικά με ιδιαίτερη θέρμη από το ελληνικό κοινό. Το ίδιο και τώρα. Τα εισιτήρια για την παράσταση «Vollmond» (Πανσέληνος), που έρχεται για τέσσερις βραδιές από τις 6 έως τις 9 Νοεμβρίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, εξαφανίστηκαν αμέσως. Με μουσική από τον Τομ Γουέιτς και την Κατ Πάουερ έως τον Ρενέ Ομπρί και το Κουαρτέτο Μπαλανέσκου, είκοσι χρόνια μετά την ιστορική του πρεμιέρα το έργο αυτό παραμένει ένα από τα πιο αγαπημένα και πολυταξιδεμένα του οργανισμού που, από τον θάνατο της ιδρύτριάς του (2009) και μετά συνεχίζει να δημιουργεί και να ταξιδεύει.
Με πρώτη «μαγιά» τους παλιούς χορευτές της, το σχήμα ανανεώνεται διαρκώς με την προσθήκη νεότερων. Οι πρώτοι αναλαμβάνουν να μεταλαμπαδεύσουν και να «μπολιάσουν» τη φιλοσοφία και τον τρόπο εργασίας διατηρώντας άσβεστη μέχρι και σήμερα τη φλόγα της. Λίγο πριν την παρουσία τους στην Αθήνα, είχαμε την ευκαιρία να συνομιλήσουμε με τον νέο (έκτο κατά σειρά) καλλιτεχνικό και εκτελεστικό διευθυντή του θρυλικού χοροθεάτρου Tanztheater Wuppertal Πίνα Μπάους, Ντάνιελ Ζίκχαους.
Το έργο της Πίνα Μπάους έχει αναπτύξει μια ιδιαίτερα ισχυρή σχέση με το ελληνικό κοινό. Το «Vollmond», που δημιούργησε το 2006, θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στη χώρα μας. Τι διερευνούσε η Πίνα Μπάους όταν το δημιούργησε και πώς καταφέρνει να παραμένει τόσο ζωντανό και επίκαιρο ώς τις μέρες μας;
Είναι πραγματικά μεγάλη χαρά για την ομάδα μας να επιστρέφουμε στην Ελλάδα και να παρουσιάζουμε το «Vollmond», ειδικά φέτος που συμπληρώνονται 20 χρόνια από τη δημιουργία του. Το «Vollmond» αποτυπώνει ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων. Οι θεατές μπορεί να αναγνωρίσουν στιγμές χαράς, αγάπης, λαχτάρας, απόγνωσης, ταπείνωσης, ερωτικής απογοήτευσης. Ωστόσο, όπως πάντα, η Πίνα Μπάους αφήνει την ερμηνεία ανοιχτή στον θεατή. Η χορογραφία είναι γεμάτη εκπλήξεις, η μουσική επένδυση κινείται σε ένα ευρύ και ετερόκλητο φάσμα μουσικών ακουσμάτων, ενώ το εντυπωσιακό σκηνικό του Peter Pabst και τα κομψά κοστούμια της Marion Cito ενισχύουν την οπτική γοητεία της παράστασης. Για μένα προσωπικά, το «Vollmond» είναι ένα από τα πιο ποιητικά έργα της Bausch. Οι εικόνες του σε συνοδεύουν για πολύ καιρό.
Πίνα Μπάους | Wilfried-Krüger
Στην παράσταση συμμετέχουν χορευτές που είχαν την ευκαιρία να συμμετάσχουν στη δημιουργική διαδικασία του έργου μαζί με την Πίνα Μπάους, αλλά και νεότεροι που δεν πρόλαβαν να τη γνωρίσουν. Με ποιον τρόπο μεταλαμπαδεύεται η κληρονομιά της από τη μια γενιά στην άλλη και πώς καταφέρνουν να καταθέσουν τη δική τους προσωπική ερμηνεία οι νέοι; Ποια είναι η μεγαλύτερη δυσκολία σε αυτή τη διαδικασία;
Στην Αθήνα, θα χορέψουν δύο χορεύτριες που συμμετείχαν στη δημιουργία του έργου μαζί με την Πίνα Μπάους το 2006, η Julie Anne Stanzak και η Ditta Miranda Jasjfi. Οι υπεύθυνοι αναβίωσης και διδασκαλίας, ο Ελληνας Δάφνις Κόκκινος μαζί με τους Azusa Seyama-Prioville και Robert Sturm, συμμετείχαν επίσης στη δημιουργική διαδικασία του 2006 και μεταδίδουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους στη νέα γενιά χορευτών. Οταν ένας χορευτής καλείται να μάθει έναν ρόλο, συνήθως συνεργάζεται με τον αρχικό ερμηνευτή που δημιούργησε τον συγκεκριμένο ρόλο μαζί με την Πίνα Μπάους. Πρόκειται για μια πράγματι απαιτητική διαδικασία, καθώς περιμένουμε από τους νεότερους χορευτές τόσο να παραμείνουν πιστοί στην αρχική καλλιτεχνική πρόθεση όσο και να κάνουν τον ρόλο «δικό τους». Η αλήθεια και η αυθεντικότητα αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την ερμηνεία οποιουδήποτε έργου της Πίνα Μπάους. Εξ ου και οι νέοι χορευτές δεν μπορούν απλώς να αντιγράψουν έναν αρχικό ερμηνευτή, αλλά οφείλουν να αναδείξουν τον αληθινό τους εαυτό. Αυτό ακριβώς πιστεύω πως είναι που κάνει το έργο τόσο ενδιαφέρον για τις νεότερες γενιές χορευτών.
«Vollmond» («Full Moon»): Christopher Tandy, Silvia Farias Heredia | Photo by Martin Argyroglo
«Vollmond» («Full Moon»): Julie Anne Stanzak και Ensemble | Photo by Karl Heinz Krauskopf
Στο «Vollmond», το νερό γίνεται σχεδόν ακόμη ένας πρωταγωνιστής επί σκηνής, ενώ η έντονη μουσική, οι δυνατές εικόνες, το χιούμορ, η σωματικότητα και το συναίσθημα συνυπάρχουν με έναν τρόπο χαρακτηριστικό του έργου της Πίνα Μπάους. Τι πιστεύετε ότι κάνει τη χορογραφική της γλώσσα τόσο ξεχωριστή και διαχρονική; Γιατί τα έργα της εξακολουθούν να δημιουργούν μια τόσο άμεση και ισχυρή σύνδεση με το κοινό, ακόμη και σήμερα, τόσα χρόνια μετά την πρώτη τους παρουσίαση;
Είναι αλήθεια ότι στο «Vollmond» «χορεύει» και το νερό. Γενικότερα, η αλληλεπίδραση με τα στοιχεία της φύσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο έργο της Πίνα Μπάους: η γη στην «Ιεροτελεστία της άνοιξης», το γρασίδι στο «1980», ένα λιβάδι με λουλούδια στο «Carnations» (Γαρίφαλα), τα φθινοπωρινά φύλλα στο «Bluebeard», το χιόνι στο «Ten Chi», τα δέντρα στο «Only You». Η ανθρώπινη ψυχή αποκαλύπτεται μέσα από την επαφή με τη φύση. Είναι αρκετοί οι λόγοι που κατά τη γνώμη μου καθιστούν το έργο της Πίνα Μπάους τόσο ισχυρό διαχρονικά. Πρώτον, επειδή αφηγείται μια ιστορία για την ανθρώπινη ύπαρξη χωρίς να την τοποθετεί σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο.
Αυτό που βλέπεις και αισθάνεσαι εξαρτάται από το ποιος είσαι εσύ: η εμπειρία είναι προσωπική. Δεύτερον, από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η Πίνα Μπάους ανέπτυσσε τις χορογραφίες της χωρίς μουσική, μια πρακτική εξαιρετικά σπάνια στους χορογράφους. Η μουσική προστίθετο μόνο αργότερα, όταν είχε πλέον βεβαιωθεί ότι μια σκηνή μπορούσε να σταθεί αυτόνομα, με τη δική της δύναμη. Τρίτον, οι ερμηνευτές της συνδέονται άμεσα με το κοινό, με έναν τρόπο που είναι -ή τουλάχιστον ήταν- πρωτότυπος για τις ομάδες χορού. Οι χορευτές απευθύνονται ο ένας στον άλλο με τα πραγματικά τους ονόματα επί σκηνής, «σπάνε τον τέταρτο τοίχο», αναγνωρίζοντας την παρουσία των θεατών, κατεβαίνουν στην πλατεία για να χορέψουν, να μιλήσουν, να δείξουν ή να προσφέρουν κάτι σε συγκεκριμένους θεατές. Με λίγα λόγια, γίνονται απτοί ως ανθρώπινα όντα. Για μένα, αυτά τα τρία καλλιτεχνικά στοιχεία στο έργο της Πίνα Μπάους δεν έχουν χάσει ούτε κατ’ ελάχιστον τη δύναμή τους.
Είστε ο έκτος καλλιτεχνικός διευθυντής του Tanztheater Wuppertal, ενός οργανισμού του οποίου η ταυτότητα διαμορφώθηκε και συνδέθηκε άρρηκτα με την Πίνα Μπάους και το έργο της. Μετά τον θάνατό της, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν τέτοιο οργανισμό είναι να συνεχίσει να εξελίσσεται χωρίς να απομακρυνθεί από την καλλιτεχνική παρακαταθήκη που τον διαμόρφωσε. Πώς προσεγγίζετε αυτή την ισορροπία; Ποιο είναι το όραμά σας για το Tanztheater Wuppertal και πώς φαντάζεστε την πορεία του μέσα στις επόμενες δεκαετίες;
Πιστεύω ότι η ισορροπία είναι η λέξη-κλειδί. Κανείς δεν θα μπορέσει ποτέ να αντικαταστήσει την Πίνα Μπάους στη θέση της διευθύντριας. Το καλύτερο που μπορούμε να προσπαθήσουμε να κάνουμε είναι να τιμήσουμε την καλλιτεχνική της παρακαταθήκη, τόσο διατηρώντας το ρεπερτόριό της σε όσο το δυνατόν υψηλότερη ποιότητα, όσο και διαφυλάσσοντας τον τρόπο με τον οποίο εργαζόταν και δημιουργούσε μαζί με τους χορευτές της. Η δημιουργία είναι αναγκαιότητα για κάθε καλλιτέχνη. Γι’ αυτό και προσκαλούμε χορογράφους από άλλες ομάδες και χώρες, προκειμένου να δημιουργήσουν νέα έργα με το σύνολό μας (σ.σ. πρώτος προσκεκλημένος χορογράφος μετά τον θάνατό της ήταν ο Δημήτρης Παπαϊωάννου το 2018). Το όραμά μου για την ομάδα είναι να διατηρήσουμε το ρεπερτόριο της Πίνα Μπάους στον πυρήνα της καλλιτεχνικής μας ταυτότητας, δημιουργώντας παράλληλα νέα έργα που να συνάδουν με το πνεύμα της: την περιέργεια, την αυστηρότητα και την αγάπη της για τους ανθρώπους. Εάν το καταφέρουμε αυτό, μπορώ να φανταστώ ένα μακρύ και καλλιτεχνικά γόνιμο μέλλον για την ομάδα.
Ζούμε μια περίοδο βαθιών αλλαγών στην Ευρώπη, όχι μόνο σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο αλλά και στον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πολιτισμό, την κοινότητα και τον δημόσιο χώρο. Ποια θέση πιστεύετε ότι πρέπει να έχουν οι τέχνες στη σημερινή Ευρώπη; Και ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει ένας οργανισμός όπως το Tanztheater Wuppertal μέσα σε αυτό το διαρκώς μεταβαλλόμενο τοπίο;
Οι ζωντανές παραστατικές τέχνες αποτελούν έναν χώρο συνάντησης των ανθρώπων, έναν χώρο όπου μπορούμε να βιώσουμε κάτι που δεν θα επαναληφθεί ποτέ ξανά με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Αυτό έχει μια ιδιαίτερη δύναμη, ειδικά σε μια εποχή όπου το ψηφιακό περιεχόμενο είναι πανταχού παρόν. Οι τέχνες αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δικής μου αντίληψης για το «ευ ζην», με την αριστοτελική έννοια του όρου. Οι τέχνες θα πρέπει να έχουν πιο σημαντική θέση στην Ευρώπη, για να μας υπενθυμίζουν ότι η εθνικιστική σκέψη δεν οδηγεί πουθενά. Εάν, παρουσιάζοντας τα έργα της Πίνα Μπάους, το Tanztheater Wuppertal μπορεί να αναδείξει ότι οι ελπίδες, οι φόβοι και οι επιθυμίες των ανθρώπων είναι κοινές, ανεξάρτητα από το πολιτισμικό τους υπόβαθρο, τότε πιστεύω ότι εκπληρώνει έναν μικρό αλλά ουσιαστικό ρόλο.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...