Ποια είναι η βασική «αποστολή» των τραπεζών, ο βασικός λόγος ύπαρξής τους: να συγκεντρώνουν αποταμιεύσεις και να τις μετατρέπουν σε δάνεια προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις. Οι ελληνικές τράπεζες (ελληνικές κατ’ ευφημισμόν αφού το μακράν μεγαλύτερο ποσοστό του μετοχικού τους κεφαλαίου είναι σε ξένα χέρια) διακρίνονται πανευρωπαϊκά για τις αρνητικές επιδόσεις τους σε όλες τις πτυχές της αποστολής τους: συγκεντρώνουν αποταμιεύσεις δίνοντας σχεδόν μηδενικό επιτόκιο στους αποταμιευτές, δίνουν το μακράν μικρότερο ποσοστό αυτών των αποταμιεύσεων σε δάνεια προς τους πολίτες και τις επιχειρήσεις και ταυτόχρονα δανείζουν με το υψηλότερο περιθώριο επιτοκίου στην Ευρώπη.
Το πιο πρόσφατο… κατόρθωμά τους είναι ότι μείωσαν τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις κατά 38% το πρώτο εννεάμηνο του 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, υπό τις υποκριτικές εκκλήσεις της κυβέρνησης, που τις καλεί να χρηματοδοτήσουν τις επιχειρήσεις και την ανάπτυξη. Μη ανταποκρινόμενες σε ένα ρόλο -αντικειμενικά- με «δημόσια» χαρακτηριστικά, αφού οι επιλογές τους επηρεάζουν άμεσα τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας αλλά και την πραγματική αξία των αποταμιεύσεων των αποταμιευτών, προκαλούν την ελληνική κοινωνία και το ελληνικό Δημόσιο, που τις «ανέστησαν» με παντοιότροπη στήριξη ύστερα από την ντε φάκτο χρεοκοπία τους το 2010 – 2011.
Κατάρρευση χορηγήσεων
Τα «κατορθώματα» των ελληνικών τραπεζών είναι πολλά:
Παρέχουν το μακράν χαμηλότερο επιτόκιο καταθέσεων, ιδιαίτερα για τα νοικοκυριά, στην Ευρώπη, που ανέρχεται στο… θηριώδες ποσοστό 0,03%.
Για 100 ευρώ καταθέσεων δίνουν 63,47 ευρώ χορηγήσεων, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 101,6%. Δηλαδή μαζεύουν φτηνά καταθέσεις, αλλά «επιστρέφουν» στην οικονομία και την κοινωνία πολύ λιγότερα.
Το καθαρό περιθώριο επιτοκίου (διαφορά ανάμεσα στο μέσο επιτόκιο χορηγήσεων και στο μέσο επιτόκιο καταθέσεων) είναι το δεύτερο υψηλότερο στην Ευρώπη ύστερα από αυτό της Σλοβενίας, ανερχόμενο σε 2,67%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι 1,5%.
Το επιτόκιο των καταναλωτικών δανείων ανέρχεται σε 10,34% στην Ελλάδα, έναντι 7,9% στην Ευρώπη.
Ολα αυτά όμως δεν είναι τίποτα μπροστά στο συγκλονιστικό στοιχείο που μας αποκαλύπτουν τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ) για την εξέλιξη των χορηγήσεων στο πρώτο εννεάμηνο του 2026 σε σύγκριση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Πρόκειται για πρωτοφανή κατάρρευση των επιχορηγήσεων, που θα έχει σοβαρές συνέπειες για τους ρυθμούς ανάπτυξης το 2026, για χιλιάδες επιχειρήσεις, ιδιαίτερα μικρομεσαίες, αλλά και για την κοινωνία.
Συγκεκριμένα, στη σύγκριση των δύο εννεαμήνων:
Τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά 41,3%! Από 5.391,5 εκατ. ευρώ το πρώτο εννεάμηνο του 2025 σε 3.163,1 εκατ. ευρώ στο πρώτο εννεάμηνο του 2026.
Τα δάνεια προς ατομικές επιχειρήσεις, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες μειώθηκαν κατά 33,3 εκατομμύρια.
Τα δάνεια προς χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις μειώθηκαν κατά 24,1%, από 329,8 εκατ. ευρώ σε 250,2 εκατ. ευρώ.
Τα καταναλωτικά δάνεια μειώθηκαν κατά 6,2%, παρά το πολύ μεγάλο «ασφάλιστρο κινδύνου» που πληρώνουν οι δανειολήπτες με επιτόκιο 10,34%, 2,44 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τον μέσο ευρωπαϊκό.
Μόνο τα στεγαστικά αυξήθηκαν κατά 80,1 εκατ. ευρώ.
Οι μικρομεσαίοι
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις είναι τα κατεξοχήν «θύματα» της πολιτικής χορηγήσεων των ελληνικών τραπεζών. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜμΕ) είναι οι πελάτες που οι τράπεζες δεν εμπιστεύονται. Ετσι, τα ποσοστά τους στο σύνολο των δανείων προς τις επιχειρήσεις κυμαίνονται πέριξ του 25%. Παρά τον τεράστιο αριθμό των ΜμΕ, τους αναλογεί περίπου το ¼ των δανείων προς τις επιχειρήσεις.
Η ετήσια έκθεση του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ για το 2024 περιλαμβάνει στοιχεία της ΤτΕ για τις νέες επιχειρηματικές χορηγήσεις, με χωριστή καταγραφή των ΜμΕ. Εκεί φαίνεται ότι στο σύνολο των νέων επιχειρηματικών δανείων καθορισμένης διάρκειας το ποσοστό για τις ΜμΕ ήταν 20,5% το 2022, 28% το 2023 και 24,8% το 2024.
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι οι νέες χορηγήσεις καθορισμένης διάρκειας προς ΜμΕ αυξήθηκαν κατά 45,3% μεταξύ 2022 και 2025. Ομως, υπάρχει μια «λεπτομέρεια»: σύμφωνα με την ΤτΕ, το 2025 περίπου 40% των νέων επιχειρηματικών δανείων προς ΜμΕ συνδεόταν με χρηματοδοτικά προγράμματα, όπως και το 2024, έναντι 25% το 2023. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των χορηγήσεων προς τις ΜμΕ μετά το 2022 οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στην «εγγύηση» της ευρωπαϊκής συγχρηματοδότησης…
Αν μάλιστα συμπεριλάβουμε στους μικρομεσαίους επιχειρηματικούς δανειολήπτες τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και ατομικές επιχειρήσεις, το μερίδιο όλων αυτών για το 2024 διαμορφώνεται περίπου στο 26,3%.
Διαβάστε περισσότερα
