Τελευταία νέα
Ερμηνεύοντας το «Όχι» της Ισλανδίας στην Ε.Ε. – Ένα παρ’ ολίγον success story Εμμανουήλ Καραλής: Το κρασί για το ιστορικό άλμα στα 6,20μ. και η selfie με τον Ντουπλάντις Κρήτη: Πέντε συλλήψεις για τον θάνατο της 11χρονης σε πισίνα ξενοδοχείου Euractiv: Ο νεοναζί Κασιδιάρης μιλά για πολιτικό comeback μετά την επικείμενη αποφυλάκισή του Ελλάδα και Ισραήλ υπέγραψαν για την Ασπίδα του Αχιλλέα Θεσσαλονίκη: Μεθυσμένος Άγγλος επιτέθηκε σε επιβάτες και πλήρωμα πτήσης – Αναγκαστική προσγείωση στο «Μακεδονία» ΕΛΑΣ: Έξι ερωτήματα προς το υπ. Προστασίας του Πολίτη για τα ανεξιχνίαστα συμβόλαια θανάτου και το «ελληνικό FBI» Απαξιωτικός ο Αδωνις για τον στενό συνεργάτη του Σαμαρά: «Ο Τσιούτσιας κάνει μόνο για δελτία Τύπου» Κυρανάκης: «Από αυτήν την εβδομάδα το Αθήνα–Θεσσαλονίκη θα λειτουργεί με 100% τηλεδιοίκηση» Φλωρίδης κατά Σαμαρά: «Το κόμμα του κινδυνεύει να γίνει το πιο σύντομο ανέκδοτο» Politico: Πώς ο freddo espresso κατέκτησε αθόρυβα τις Βρυξέλλες Αποχώρησε και η Λίνα Παπαδάκη από τη διοίκηση του ΣΚΑΙ
Efsyn.gr

Ο αλγόριθμος των «χρήσιμων ηλιθίων» του Κασιδιάρη

Η επικείμενη αποφυλάκιση του καταδικασμένου νεοναζί Ηλία Κασιδιάρη φέρνει την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με μια ζοφερή πραγματικότητα. Ο άλλοτε εκπρόσωπος Τύπου της εγκληματικής οργάνωσης «Χρυσή Αυγή» δεν επιδιώκει απλώς την πολιτική του επάνοδο αλλά εδώ και καιρό, επιχειρεί τη θεσμική του κανονικοποίηση. Αυτή η προσπάθεια δεν συντελείται πλέον στους δρόμους μέσω των ταγμάτων εφόδου, αλλά στο ψηφιακό πεδίο, μέσα από τις οθόνες των κινητών τηλεφώνων μιας αποστασιοποιημένης πολιτικά και σιωπηλά οργισμένης κοινωνίας.
Το φαινόμενο της ψηφιακής επανεμφάνισης του Κασιδιάρη βασίζεται σε μια καλά ενορχηστρωμένη στρατηγική «Δούρειου Ίππου». Χρησιμοποιώντας εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, κλειστές ομάδες σε πλατφόρμες όπως το Facebook και το Viber, αλλά κυρίως την ανεξέλεγκτη δυναμική του TikTok και του YouTube, ο έγκλειστος Κασιδιάρης κατάφερε να σπάσει την υποτιθέμενη απομόνωσή του. Η ρητορική του μετατοπίστηκε έξυπνα: από το απροκάλυπτο μίσος και τον ρατσισμό του παρελθόντος, υιοθέτησε το προφίλ του «πολιτικά διωκόμενου» και του μοναδικού αυθεντικού «αντισυστημικού» πόλου.
Η μεγαλύτερη επιτυχία αυτής της στρατηγικής έγκειται στην αξιοποίηση μιας ολόκληρης στρατιάς από διαδικτυακούς «γραφικούς τύπους». Trash εκπομπές, περιθωριακά κανάλια εναλλακτικής πληροφόρησης, συνωμοσιολόγοι, εθνικιστές streamers και influencers της υποκουλτούρας, οι οποίοι είχαν ήδη χτίσει μεγάλα κοινά με όπλο το clickbait και τον εκχυδαϊσμό, μετατράπηκαν στους καλύτερους πλασιέ του νεοναζισμού. Με το πρόσχημα της «ελευθερίας του λόγου» ή της «αντικειμενικής ενημέρωσης», αυτοί οι ψηφιακοί διασκεδαστές άνοιξαν τα μικρόφωνά τους στον Κασιδιάρη ( δεν είναι λίγοι εκείνοι που δηλώνουν έτοιμοι να συστρατευθούν μαζί του και ενημερώνουν το φιλοθεάμον κοινό τους μέσω stories και λοιπών δεινών).  Μέσα από δήθεν χαλαρές συνεντεύξεις, podcasts και κοινά βίντεο, το φασιστικό δηλητήριο ξεπλύθηκε και παρουσιάστηκε ως μια ακόμη «αιρετική» άποψη ανάμεσα σε άλλες.
Οι αλγόριθμοι των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, σχεδιασμένοι να επιβραβεύουν την ακραία αντίδραση και το μίσος για χάρη του engagement, λειτούργησαν ως ο απόλυτος πολλαπλασιαστής ισχύος. Η ιστορική μνήμη ισοπεδώνεται μέσα σε βίντεο των 15 δευτερολέπτων, όπου η εγκληματική δράση παραγράφεται και η φασιστική βία εξιδανικεύεται. Έτσι, ένα κοινό που αρχικά παρακολουθούσε αυτούς τους γραφικούς τύπους για λόγους ψυχαγωγίας ή από περιέργεια, διολίσθησε σταδιακά και ανεπαίσθητα στην αποδοχή της ακροδεξιάς ατζέντας. Το TikTok έχει ήδη δείξει τη δύναμη αυτής της διαδικασίας. Βίντεο που συνδέονται με το όνομα του Κασιδιάρη και τους «Σπαρτιάτες» είχαν συγκεντρώσει εκατομμύρια προβολές, αποδεικνύοντας ότι η ψηφιακή διάχυση μπορεί να μετατρέψει ένα πολιτικό μήνυμα σε περιεχόμενο μαζικής κατανάλωσης.
Η ανάδυση αυτού του ιδιότυπου δικτύου αποδεικνύει ότι ο σύγχρονος φασισμός δεν χρειάζεται τα παραδοσιακά κομματικά τρικ για να επιβιώσει, καθώς βρίσκει έτοιμους υλικούς αγωγούς στη βιομηχανία του ψηφιακού θεάματος. Οι «γραφικοί» της εγχώριας online σκηνής λειτούργησαν ως πύλες εισόδου για την ριζοσπαστικοποίηση των χρηστών. Μέσα από τη διαρκή αλληλεπίδραση και το διαμοιρασμό περιεχομένου, η καταδίκη για διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης μετατράπηκε σε ένα «ακυρωμένο» αφήγημα, απογυμνωμένο από το ιστορικό και νομικό του βάρος. Η αποπολιτικοποίηση της διαδικτυακής κουλτούρας επέτρεψε τη μετατροπή της φασιστικής ιδεολογίας σε ένα εύπεπτο, lifestyle προϊόν κατανάλωσης, ικανό να διακινείται χωρίς ιδεολογικά φίλτρα και ηθικές αντιστάσεις.
Συμπερασματικά, η περίπτωση Κασιδιάρη καταδεικνύει ότι η μετατόπιση της ακροδεξιάς προπαγάνδας στον ψηφιακό υπόκοσμο των influencers παράγει απτά πολιτικά αποτελέσματα. Το ψηφιακό κοινό που δημιουργήθηκε μέσω των γραφικών διαμεσολαβητών δεν είναι πια μια θεωρητική οντότητα, αλλά μια υπολογίσιμη εκλογική και κοινωνική βάση, έτοιμη να ενεργοποιηθεί ανά πάσα στιγμή. Η κανονικοποίηση του φασιστικού λόγου έλαβε σάρκα και οστά με επιτυχία στο διαδίκτυο, αποδεικνύοντας ότι η απαξίωση της πολιτικής και η ανάδειξη της γραφικότητας σε κυρίαρχο περιεχομένο αποτελούν το ιδανικότερο λίπασμα για την αναβίωση του νεο-χρυσαυγιτισμού.
Η ψηφιακή επικράτηση αυτών των δικτύων επιβεβαιώνει ότι η μετατόπιση της κοινής γνώμης προς τον αυταρχισμό δεν απαιτεί πλέον δομημένο πολιτικό λόγο, αλλά τη διαρκή αναπαραγωγή του αλγοριθμικού θορύβου. Η σύμπραξη του νεοναζισμού με την ψηφιακή γραφικότητα αναδεικνύεται έτσι σε μια οργανική σχέση της ύστερης καπιταλιστικής περιόδου. Σε αυτό το περιβάλλον, η εμπορευματοποίηση της οργής και η επιδίωξη του κέρδους μέσω των views λειτουργούν ως ο απόλυτος καταλύτης για την εκ νέου εκκόλαψη του φασιστικού φαινομένου.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...