Efsyn.gr

Ο Νικήτας Τσακίρογλου και ο Νίκος Πουρσανίδης στην «Εφ.Συν.»: «Ο κόσμος έχει φτάσει στα όριά του»

Ο Νικήτας Τσακίρογλου και ο Νίκος Πουρσανίδης συναντιούνται στα «Ασπρα άλογα» του Ερρίκου Ιψεν, σε σκηνοθεσία Νικορέστη Χανιωτάκη. Μαζί τους συνομιλήσαμε. Ο πρώτος έχει ήδη διανύσει μια μεγάλη διαδρομή στο ελληνικό θέατρο, έχοντας ζήσει τις εξορίες της μητέρας του, μία θητεία στο Εθνικό (ως μαθητής, αλλά και ως ηθοποιός) και τις καλλιτεχνικές αναζητήσεις μιας άλλης εποχής. Ο δεύτερος ανήκει σε μια γενιά που ενηλικιώθηκε μέσα στις διαδοχικές κρίσεις και διεκδικεί το δικαίωμα ν’ αλλάξει τους κανόνες. Ταυτόχρονα γράφει (βιβλία, σειρές, θεατρικά) και έχει ήδη κάνει καριέρα στο εξωτερικό, ενώ αυτή την περίοδο πρωταγωνιστεί σε μία πολύ γνωστή σειρά της Amazon που διανύει τον τρίτο κύκλο της (θα ανακοινωθεί προσεχώς). Υπήρξαν δάσκαλος και μαθητής. Τώρα συναντιούνται ξανά, επί σκηνής, σε ένα έργο για την ενοχή, την εξουσία, την ελευθερία και όλα εκείνα που εξακολουθούν να μας καταδιώκουν. Μάλιστα ο Τσακίρογλου είχε παίξει παλαιότερα τον ρόλο του Ρόσμερ που τώρα ερμηνεύει ο Πουρσανίδης. Κοίτα να δεις κάτι καθόλου τυχαίες συμπτώσεις!
Το «Ρόσμερσχολμ», το έργο του Ιψεν, που τώρα παρουσιάζεται με τον τίτλο «Τα άσπρα άλογα», γράφτηκε το 1886 στη Νορβηγία. Στο επίκεντρό του βρίσκεται ένας πρώην πάστορας, ο Γιοχάνες Ρόσμερ (Νίκος Πουρσανίδης), που επιχειρεί να αποδεσμευτεί από τις βαριές οικογενειακές, θρησκευτικές και πολιτικές βεβαιότητες μέσα στις οποίες ανατράφηκε.
Δίπλα του η Ρεβέκκα (εξαιρετική η Αντριάνα Ανδρέοβιτς), μια γυναίκα που διεκδικεί την ελευθερία της, αλλά δεν μπορεί να ξεφύγει από τις δικές της ενοχές. Γύρω τους, ένας κόσμος που αλλάζει, με τους εκπροσώπους του παλιού και του νέου να διεκδικούν όχι τόσο την αλήθεια όσο την εξουσία να την ορίζουν. Η Ελένη Κρίτα παίζει υπέροχα την οικονόμο του παλιού αυτού οίκου, ο Θόδωρος Ιγνατιάδης τον εκδότη μιας ριζοσπαστικής εφημερίδας και ο Γεράσιμος Σκαφίδας τον συντηρητικό πολιτικό. Ο Νικήτας Τσακίρογλου είναι ο Ούρλιχ Μπρέντελ, ένας δάσκαλος/ρήτορας που κηρύσσει την ισότητα, την πραγματική ελευθερία και νέους τρόπους σκέψης, μα είναι σχεδόν ο μόνος… Εκατόν σαράντα χρόνια αργότερα, το έργο παραμένει ενοχλητικά επίκαιρο. Και μπορεί η ανθρωπότητα να προχώρησε, αλλά ακόμη (ακόμη!) εξακολουθεί να συνδέει την πρόοδο με τη μη αντικατάσταση εκείνων που κρατούν τα ηνία. Πώς το εξηγούν οι δύο πρωταγωνιστές;
ΝΙΚΟΣ ΠΟΥΡΣΑΝΙΔΗΣ: Συνεχώς αναρωτιέμαι αν επιθυμούμε πράγματι ν’ αλλάξουμε τους κανόνες ή απλώς περιμένουμε τη σειρά μας για να τους επιβάλουμε. Προσωπικά, επιθυμώ να τους αλλάξω. Αυτό βέβαια δεν αρκεί. Χρειάζεται χρόνος, συλλογικότητα, επιμονή, ένα ολόκληρο περιβάλλον που θα επιτρέψει στην αλλαγή να πραγματοποιηθεί.
Μου έρχεται στο μυαλό συχνά το τραγούδι του ΛΕΞ «Η χειρότερη γενιά». Η δική μας γενιά, των μιλένιαλς, ήρθαμε με πάρα πολύ όρεξη και φόρα και κάπως βίαια αποκοπήκαμε από την πραγματικότητα. Ο ΛΕΞ για εμάς το λέει, αλλά νομίζω ότι όλες οι γενιές, ειδικά στην Ελλάδα, έχουν μεγαλώσει με αυτό: ότι είναι η χειρότερη γενιά. Οτι πάντα οι προηγούμενοι ήταν καλύτεροι ή οι επόμενοι. Μεγαλώνουμε, δηλαδή, με την αίσθηση πως δεν είμαστε κάτι καλό, πως ώς εδώ μπορούμε. Και ξαφνικά, δημιουργείται ένα πλαίσιο και καταλαβαίνεις πως με άλλες συνθήκες μπορείς και είσαι πολύ καλύτερος. Το έζησα ακριβώς αυτό όλα τα χρόνια που εργάστηκα στο εξωτερικό. Στο Ιράν, ας πούμε, έχω νιώσει πολύ περισσότερη αποδοχή για την ταινία του Αγγελόπουλου (σ.σ. στα 18 του πρωταγωνίστησε στο «Λιβάδι που δακρύζει») απ’ ό,τι εδώ. Το ίδιο και στην Αγγλία ως ηθοποιός. Στην Ελλάδα, όσα θεατρικά και να κάνεις, όσα τραγούδια και να γράψεις, αν δεν βγεις στην τηλεόραση, είναι λες και δεν έχεις λόγο για τα πράγματα. Θέλω να πω πως όλα αυτά τα τελευταία χρόνια δεν υπήρχε το πλαίσιο. Τώρα προσπαθούμε να το φτιάξουμε. Γι’ αυτό πιστεύω ότι έγινε και αυτή η άνθηση στο σύγχρονο θέατρο, γιατί τα περισσότερα παιδιά που το κάνουν αυτό ανήκουν στη δική μας γενιά.
Ασε που οι προηγούμενες γενιές σαν να προσπαθούν να μεταφέρουν το βάρος της αποτυχίας στις επόμενες. Η δική μας γενιά δεν το έκανε αυτό. Εμείς δεν το κάνουμε. Ταυτόχρονα, βέβαια, βλέπεις πως ο κόσμος έχει φτάσει στα όριά του. Νομίζαμε πως μετά τον Covid θα καταλαβαίναμε τι είναι η ζωή ουσιαστικά και βγήκαμε πολύ χειρότεροι τελικά. Περισσότερο αποξενωμένοι, περισσότερο παρτάκηδες. Ξέρεις, πολύ ουτοπικά, σαν τον Ρόσμερ, μερικές φορές με αυτά που γράφω σκέφτομαι ότι κάποιος πρέπει να θυμίσει σε αυτούς τους ανθρώπους τι σημαίνει να είμαστε φίλοι, τι σημαίνει να έχουμε κάτι πιο ζεστό στη ζωή μας, να έχουμε συγκίνηση.
Σαν αυτή που νιώθουμε σε αυτή την παράσταση, για παράδειγμα. Ο Νικήτας ήταν δάσκαλός μου και έπαιζε τον Ρόσμερ πριν από 25 χρόνια, σαν εγώ φοιτούσα στο Εθνικό. Και τώρα κάνει τον πρώην δάσκαλό μου. Από τη μια παίζει αυτό που ήταν πράγματι για μένα και από την άλλη είναι κάτι σαν αλλαγή σκυτάλης. Είναι ένας γενναιόδωρος άνθρωπος, αυστηρός βέβαια υπό την έννοια ότι ανήκει σε μια γενιά που εκφραζόταν με φειδώ, αλλά ούτε μία φορά δεν έχω νιώσει κριτικό βλέμμα στις πρόβες ή επί σκηνής. Και είναι κάποιες λέξεις, κάποιες ατάκες που του λέω: «Δεν είσαι πια δάσκαλός μου, πώς να σε λέω τώρα;». Ή μου λέει: «Ενα τελευταίο μάθημα, αγαπημένε μου μαθητή»», που χτυπάνε κατευθείαν κέντρο, γιατί έχουν να κάνουν με κάτι που είναι αληθινό και πολύ δικό μας εν τέλει.
Είναι όμορφο να κρατάς την ομορφιά και όχι την ταμπέλα ή το καλούπι. Ούτε ο Τσακίρογλου το έκανε αυτό στη ζωή του, να μπει σε καλούπια. Πλέον βέβαια, το βλέπουμε πολύ πιο συχνά αν είσαι αναγνωρίσιμος να σε θέλουν μόνο γι’ αυτό και όχι για την άποψη ή την ελεύθερη σκέψη σου. Προσωπικά, με έχουν προσεγγίσει γι’ αυτό άνθρωποι αλλά και κόμματα, όπως αυτό στο οποίο είμαι τώρα (σ.σ. ΕΛΑΣ). Αλλά έως τώρα δεν το έκανα, γιατί θεωρώ πως και χρόνο πρέπει να έχεις και να το κάνεις επί της ουσίας. Είναι λογικό να προσπαθήσουν άνθρωποι να εκμεταλλευτούν πράγματα ή ακόμα και να πας σε ένα κόμμα και να συνειδητοποιήσεις ότι έκανες λάθος. Αλλά όσο είσαι εκεί, ας είσαι ουσιαστικά. Οχι για να υπάρξεις πιο πολύ ως «ο τάδε γνωστός καλλιτέχνης». Ναι, δεν είναι όλοι Χαβιέρ Μπαρδέμ και Μαρκ Ράφαλο, που είναι και κορυφαίοι καλλιτέχνες και παίρνουν σαφή πολιτική θέση, με κοινωνικές αξίες υψηλές. Αλλά δεν γίνεται να είσαι μόνο καλλιτέχνης από ματαιοδοξία. Πρέπει να δείξεις, με το έργο, τις επιλογές και τις δηλώσεις σου, τι πιστεύεις για την κοινωνία.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΤΣΑΚΙΡΟΓΛΟΥ: Το θέατρο είναι η προσωπική μου λύτρωση. Η υποκριτική είναι η διαφυγή μου από μία πεζή πραγματικότητα. Η μητέρα μου ήταν εξόριστη σε Μακρόνησο και Τρίκερι και θυμάμαι λίγα από εκείνη ως παιδί. Δεν ήθελε τους Γερμανούς στην Κατοχή. Εβγαινε στους δρόμους εναντίον τους. Θυμάμαι είχαν καταδικάσει και τον θείο μου εις θάνατον, θυμάμαι τους Χίτες να είναι έξω από το σπίτι μας. Ηταν μια εποχή… να μην ξανάρθει, για όνομα του Θεού! Αυτή η εποχή ήταν η χειρότερη για τη χώρα. Τότε, στον Κολωνό, είχε έρθει ένας ηθοποιός του Εθνικού και κάναμε παιδικό θέατρο. Εκείνος με προετοίμασε, έδωσα εξετάσεις και μπήκα. Με γοήτευε. Κανένας συγγενής μου δεν σχετιζόταν με το θέατρο, αλλά εμένα με γοήτευε. Ειδικά τα κείμενα. Διάβαζα συνέχεια.
Και είχα την τύχη να παίξω σπουδαίους ρόλους. Οπως τον «Κάσπαρ» του Πέτερ Χάντκε στη Νέα Σκηνή του Εθνικού σε σκηνοθεσία Σπύρου Ευαγγελάτου, που μόλις είχε έρθει από σπουδές στη Γερμανία. Από τους σπουδαιότερους ρόλους, επαναστατικό έργο και δύσκολο. Δεν είναι τυχαίο πως από τότε δεν έχει ανεβεί ποτέ ξανά στην Ελλάδα. Το έργο αυτό ανέδειξε τη δύναμη της γλώσσας στη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης. Και όλο αυτό μέσα στη χούντα τώρα… Ο λόγος… Ο λόγος είναι ό,τι σημαντικότερο έχουμε. Φαίνεται και στην αρχαία τραγωδία αυτό. Η ερμηνεία κλασικών κειμένων, όπως ο «Προμηθέας» και ο «Φιλοκτήτης», που έχω ερμηνεύσει, αποτελεί την κορυφαία τιμή για έναν ηθοποιό χάρη στις διαχρονικές τους αξίες. Τα έχουν πει όλα οι αρχαίοι τραγικοί. Γι’ αυτό σήμερα κάπως δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει. Η στροφή της ανθρωπότητας προς τον τεχνοκρατισμό και τους μηχανισμούς έχει απομακρύνει τον άνθρωπο από τις βαθιές πνευματικές του ρίζες και τον λόγο. Νομίζω ότι το βλέμμα έχει στραφεί αλλού και όχι στον άνθρωπο. Εχει στραφεί περισσότερο στον μηχανισμό του ανθρώπου και όχι σε αυτό που λέμε ένστικτο, αρχέγονο, διαχρονική ανθρωπινότητα. Αυτά χρειάζονται να ξαναερευνηθούν. Και αυτό κάνουν οι σπουδαίοι συγγραφείς, όπως ο Ιψεν, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, όλοι αυτοί που ερευνούν τον άνθρωπο. Αυτό έχει χαθεί. Γι’ αυτό και πιστεύω ότι η ανθρωπότητα έχει στρέψει το βλέμμα της στην εκτός ανθρώπου εποχή.
«Η στροφή της ανθρωπότητας προς τον τεχνοκρατισμό έχει απομακρύνει τον άνθρωπο από τις βαθιές πνευματικές του ρίζες και τον λόγο», Ν. Τσακίρογλου
Αλλά πιστεύω πλήρως στη δύναμη των νέων. Της νέας γενιάς. Κι εγώ έτσι νιώθω. Και το ξέρω πως αν αισθανθώ τον οίκτο στο βλέμμα των θεατών, θα αποσυρθώ. Αν νιώσω πως δεν μπορώ να αντεπεξέλθω. Ανήμπορος όχι. Τον οίκτο θα τον αρνηθώ. Οσο όμως έχω τις δυνάμεις μου, συνεχίζω.
Με ρωτάτε για το σήμερα και για το τότε. Για μένα είναι μία ενιαία γραμμή. Απ’ όταν μπήκα στο Εθνικό, που είχα τόσο σπουδαίους δασκάλους – τον Χουρμούζιο, τον Τερζάκη, τον Ζώρα, τον Στέλιο Βόκοβιτς και πόσους ακόμα. Εχω παρατηρήσει πως σπάνια η νεότερη γενιά αναφέρεται στους δασκάλους της. Εμάς μας καθόρισαν. Κι ας αποφάσισα κάποια στιγμή να φύγω απ’ το Εθνικό. Ηθελα και κάτι άλλο, το ελεύθερο θέατρο. Θυμάμαι έπαιζα στον Χορό τραγωδίας και τότε σχεδόν πάντα οι του Χορού κρατάγανε κοντάρια. Γι’ αυτό έλεγαν και τους ηθοποιούς «κοντάρια» τότε. Και γυρίζω και λέω: «ελπίζω αυτό το κοντάρι να μη φυτρώσει στο χέρι μου στο τέλος». Κι έρχεται ένας παλιός ηθοποιός, με κοιτάει αυστηρά και μου λέει: «Εγώ το κρατάω 30 χρόνια!». Ε, αυτό ήταν. Πήγα στον Χουρμούζιο που ήταν τότε διευθυντής στο Εθνικό που του ζήτησα να λήξουμε τη συνεργασία μας, να μη μείνω με το κοντάρι 30 χρόνια…
Στο ελεύθερο θέατρο έπαιξα και τον Ρόσμερ, όπως τώρα ο Νίκος. Είχε προηγηθεί ο «Αρχιμάστορας Σόλνες» και μετά έπαιξα τα «Ασπρα Αλογα», πάλι Ιψεν. Ηταν στο θέατρο «Αναλυτή» στην Πατησίων, δεν υπάρχει πια. Η Χατούπη έκανε τη Ρεβέκκα. Εχει μια μεγάλη, ξεχωριστή γοητεία αυτό το έργο, δεν ξέρεις τι να πρωτοπροσέξεις. Τώρα παίζω τον δάσκαλο. Που ερευνά το φως. Πού μπορούμε να το βρούμε, να το δούμε και να το ακολουθήσουμε. Στις συνειδήσεις και στις καρδιές μας.
Αυτό πιστεύω και εκτός παράστασης πάντως. Γενικά, η στάση της ζωής μου είναι η στάση που ακολουθώ και στο θέατρο. Αυτό έκανα όλη μου τη ζωή.
info: «Τα άσπρα άλογα». Παίζονται κάθε Παρ. 21.00, Σάββ. 18.15, 21.00, Κυρ. 19.00 στο θέατρο Μαβίλη (Δορυλαίου 10-12, πλ. Μαβίλη). Με τους: Νικήτα Τσακίρογλου, Νίκο Πουρσανίδη, Αντριάνα Ανδρέοβιτς, Ελένη Κρίτα, Γεράσιμο Σκαφίδα, Θόδωρο Ιγνατιάδη. Σκηνοθεσία-φωτισμοί: Νικορέστης Χανιωτάκης. Πρωτότυπη μουσική: Θοδωρής Οικονόμου. Κινησιολογία: Ντέπυ Γοργογιάννη. Σκηνικά: Αννα Μαχαιριανάκη. Κοστούμια: Ιωάννα Καλαβρού

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...