Τελευταία νέα
Επίσημα ο Τζεφ Μπέζος στη Λίβερπουλ: Η κοινοπραξία του αγόρασε το 1/3 των μετοχών της αγγλικής ομάδας Ο Λουίτζι Μαντζιόνε δήλωσε ένοχος για τη δολοφονία του CEO της UnitedHealthcare: «Τον πυροβόλησα και πέθανε» Φωτιά σε δύσβατο σημείο στην Κω: Στη μάχη πέντε εναέρια μέσα, ενισχύσεις από τη Ρόδο Βόλος: Ανήλικη κατήγγειλε σεξουαλική κακοποίηση από τον 82χρονο παππού της Χαλκιδική: Άγρια επίθεση σε οδηγό απορριμματοφόρου – «Με χτυπούσαν στο κεφάλι και τα πλευρά» [βίντεο] «Αρκουδότρυπα»: Ηχηρή απάντηση για την ακύρωση της προβολής και καταδίκη της ομοφοβίας από τους συντελεστές Πυρκαγιά στο Ρέθυμνο – Μήνυμα 112 για να εκκενωθούν οικισμοί Η Ουγγαρία θα βυθίσει δύο φορτηγίδες στο Δούναβη για να εξασφαλίσει την ψύξη σε πυρηνικό εργοστάσιο Φεύγουν και οι τελευταίοι εκδρομείς για τον Δεκαπενταύγουστο: Γεμάτα πλοία και ΚΤΕΛ, αυξημένη κίνηση στους δρόμους  Πνιγμοί στη θάλασσα: Ο δεκάλογος για ασφαλή κολύμβηση – Στις υψηλότερες θέσεις η Ελλάδα με θανάτους στο νερό «Καρφί» Μουτσάτσου κατά κόμματος Καρυστιανού: «Υποβαθμίζουν τη συνεισφορά μας επειδή φύγαμε» Νέες αιχμές Μουτσάτσου κατά Καρυστιανού: «Υποβαθμίζεται η συνεισφορά όσων επέλεξαν να αποχωρήσουν»
Elculture.gr

«Ο Παραχαράκτης» του Ζαν-Πολ Σαλομέ: Η μοναχική τελειομανία

Μέσα σε 14 χρόνια δράσης, στις δεκαετίες του 1950 και του 1960, ο Γιαν Μπογιάρσκι κατασκεύασε, τύπωσε και κυκλοφόρησε στη Γαλλία πλαστά χαρτονομίσματα σημερινής συνολικής αξίας 5 εκατομμυρίων ευρώ. Μετανάστης από την Πολωνία, μηχανικός και αρχιτέκτονας, ο Μπογιάρκσι έρχεται στη Γαλλία μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γεμάτος ιδέες για εφευρέσεις και πατέντες, γεμάτος όρεξη για να κάνει τη διαφορά. Άλλωστε είναι ούτως ή άλλως εποχή νέων ξεκινημάτων, όχι; Η Γαλλία όμως δεν μοιάζει τόσο φιλική προς τους μη γηγενείς χρήστες, με αποτέλεσμα να αρχίσει να τρώει τη μία νόμιμη πόρτα μετά την άλλη. Μολονότι παντρεμένος με Γαλλίδα μάλλον εύπορης οικογένειας, δεν αντέχει να εξαρτάται από τη βοήθεια των πεθερικών του και να νιώθει ότι εκμεταλλεύεται καταστάσεις, έχει πολλά ταλέντα και θέλει να τα αξιοποιήσει. 

Κι αν η Γαλλία της νομιμότητας δεν είναι έτοιμη να παραδοθεί στα ταλέντα του, η Γαλλία της παρανομίας είναι. Αρχικά στρατολογείται από μια συμμορία, παραχαράσσοντας χαρτονομίσματα για λογαριασμό της. Όταν όμως μαθαίνει τη δουλειά και η υπόλοιπη συμμορία εξαρθρώνεται, άρχισε να εργάζεται ολομόναχος, σε μια κρύπτη δίπλα στο σπίτι του, σε μια εντελώς προσωπική επιχείρηση, την οποία μάλιστα κατάφερνε να κρύβει για χρόνια κι από τη γυναίκα του, η οποία μεγάλωνε τα παιδιά τους θεωρώντας ότι ο άντρας της ασχολούνταν νυχθημερόν με εφευρέσεις. Δεν ήταν και τελείως ψέμα δηλαδή, αφού όντως εφηύρε μηχανήματα που τον βοηθούσαν στην τελειοποίηση της εγκληματικής του δραστηριότητας παύλα τέχνης του. Κάποια στιγμή το μαθαίνει βέβαια κι αυτή, γιατί δεν γίνεται να εθελοτυφλείς για πάντα, όταν τουλάχιστον δεν υπάρχει κάποιο αρκετά αληθοφανές πρόσχημα που να στο επιτρέπει. Αν και βασικά το τι στη μεταξύ τους σχέση ήταν εκείνο που όντως ίσχυε και τι αλλοιώθηκε για τους σκοπούς της δραματοποίησης της ταινίας, δεν μπορούμε να το ξέρουμε με σιγουριά. Με σιγουριά μπορούμε να ξέρουμε τα πραγματολογικά στοιχεία, τη δράση του Μπογιάρσκι, το ότι μετά τη σύλληψή του το 1964 αποκλήθηκε «Ο Σεζάν της παραχάραξης» ή το ότι δεκαετίες αργότερα χαρτονομίσματά του δημοπρατούνται σε υψηλού κύρους δημοπρασίες. 

Με τον «Παραχαράκτη» ο Ζαν-Πολ Σαλομέ δεν κάνει μια ακόμη ταινία για έναν γοητευτικό κακό. Για έναν ακόμα γοητευτικό παραβάτη του νόμου, ναι, φυσικά και κάνει, αλλά δεν τον αντιμετωπίζει ως κακό, δεν τον εξετάζει καθόλου ηθικολογικά, δεν μπαίνει καθόλου στην απαξία της πράξης του, τον αντιμετωπίζει σκέτα ως καλλιτέχνη ή έστω ως έναν άνθρωπο απόλυτα αφοσιωμένο στο έργο του. Και εδώ που τα λέμε δεν είναι τόσο αιρετική η ματιά του, γιατί απ’ όλα τα ποινικά αδικήματα η παραχάραξη νομισμάτων φαντάζει ως αυτό με τη μικρότερη απαξία. Προφανώς και δεν της λείπει η απαξία, προφανώς και μπορεί να δημιουργήσει τεράστια προβλήματα, αλλά σε μικρή κλίμακα τι ωραία που θα ήταν να είχαμε κι εμείς μηχανές σπίτια μας και να τυπώναμε χρήμα, ε; Όλα θα ήταν αμέσως στη ζωή μας αλλιώς. 

Μπογιάρσκι λοιπόν, ο εφευρέτης, ο τεχνίτης, ο καλλιτέχνης. Βρίσκει ένα σκοπό ζωής που τον γεμίζει τόσο, ώστε όλα τα υπόλοιπα να μπαίνουν σε δεύτερη μοίρα. Ακόμα και η οικογένειά του για την οποία υποτίθεται τα έκανε όλα αυτά, αφού δεν έχει χρόνο πια για τα παιδιά του, αποξενώνεται, είναι διαρκώς είτε σωματικά είτε πνευματικά αλλού. Το εργαστήρι του μετατρέπεται σε ένα μεγάλο εργαστήρι μοναχικής τελειομανίας. Και καπάκι μετά, συμπλήρωμά της το να είναι εντελώς προσεκτικός στο πού και πώς θα διοχετεύσει τα χαρτονομίσματα, αλλά και στο πού και πώς θα προμηθεύεται την πρώτη ύλη για την παρασκευή τους. 

Και κυρίαρχο στην ταινία το αρκετά γνώριμο αφηγηματικό μοτίβο του ανθρώπου του νόμου που παθαίνει εμμονή με το παράνομο που κυνηγά, αποτελώντας υπό μια έννοια τον ιδανικό αναγνώστη του έργου του. Από την άλλη, σε ταινίες αυτού του είδους υπάρχει και το μοτίβο του θα κάνω μια παράτολμη παράνομη πράξη για να πιάσω την καλή, θα κινδυνεύσω, αλλά μπορώ μέσα σε λίγες ώρες να βγάλω λεφτά που θα με κρατήσουν χρόνια. Εδώ έχουμε κάτι εντελώς διαφορετικό: εξαντλητική καθημερινή και πολυετή εργασία για την παρασκευή των πλαστών χαρτονομισμάτων, όπως και εντελώς μεθοδική προετοιμασία για το πριν και το μετά της παραχάραξης, ώστε να μην τεθεί ποτέ αυτή εν κινδύνω.  

Ο Μπογιάρσκι νιώθει πολύ καλά με τον εαυτό του κάθε φορά που φτάνει στην τελειοποίηση ενός νέου πλαστού χαρτονομίσματος. Όχι ότι δεν τον γεμίζει κατεξοχήν και η διαδικασία μέχρι να φτάσει εκεί, αλλά η διαδικασία είναι και λίαν επίπονη και μπορεί να είναι και λίαν βασανιστική – άλλωστε καλλιτέχνης που δεν βασανίζεται και δεν αμφισβητεί τον εαυτό του στην πορεία, τι σόι καλλιτέχνης είναι; Το πρώτο στάδιο εσωτερικής ικανοποίησης λοιπόν έρχεται όταν κρίνει ο ίδιος το έργο του, όταν πιάνει με τα ίδια του τα χέρια και βλέπει με τα ίδια του τα μάτια το αποτέλεσμα της τέχνης του και του μόχθου του. Το δεύτερο στάδιο έρχεται όταν διαπιστώνει στη συνέχεια την αναταραχή που προκύπτει από το έργο του, είτε μέσω δημοσιευμάτων που μιλούν για την τελειότητα των πλαστών χαρτονομισμάτων που έχουν κατακλύσει την αγορά, είτε μέσω κινήσεων πανικού από την Τράπεζα της Γαλλίας που προσπαθεί διαρκώς και ματαίως να κυκλοφορήσει χαρτονομίσματα τα οποία δεν θα μπορούσε εκείνος να παραχαράξει. Του λείπει όμως το τρίτο στάδιο: εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να εισπράξει ο ίδιος προσωπικά την αναγνώριση. Αν θέλει να συνεχίσει να φτιάχνει τα αριστουργήματά του, πρέπει να συνεχίσει να παραμένει άγνωστος σε όλους. 

Οι σημαντικοί κινηματογραφικοί ηθοποιοί μπορούν να γράφουν μέσα μας, χωρίς απαραίτητα ο ρόλος τους να συμπεριλαμβάνει σκηνές στις οποίες θα κληθούν να δώσουν ρεσιτάλ ερμηνείας. Και καμιά φορά χωρίς να χρειάζεται να πολυμιλάνε καν. Αυτό όμως δεν συμβαίνει επειδή είναι πρόσωπα που απλά γράφουν στον φακό. Από τη μια γραφή (στον φακό) στην άλλη (μέσα μας), μεσολαβεί το να έχουν ντυθεί ολόκληροι τον χαρακτήρα του ήρωά τους και να μπορούν να μας τον μεταδώσουν με τη σιωπή τους, με την έκφρασή τους, με το βλέμμα τους, με τον τρόπο που περπατούν, με τον τρόπο που στέκονται στον χώρο, με τον τρόπο που γέρνουν το σώμα τους ή αυξομειώνουν την ένταση της φωνής τους, με την αύρα τους. Ο Ρεντά Κατέμπ που είχαμε πρωτογνωρίσει πριν πολλά χρόνια στον «Προφήτη» του Ζακ Οντιάρ και ακολουθεί έκτοτε μια αξιοσημείωτη πορεία, τα κάνει όλα αυτά στον «Παραχαράκτη». 

Η ταινία ξεκινά in medias res με πιστολίδια. Υπάρχουν λίγες σκηνές δράσης ακόμα, αλλά δεν είναι το δυνατό της σημείο και βασικά δεν το έχει ανάγκη. Δεν έχει καν ανάγκη και ιδιαίτερες άλλες δραματικές εντάσεις και κορυφώσεις. Γιατί «O Παραχαράκτης» του Ζαν-Πολ Σαλομέ, ακριβώς όπως ο ήρωάς του, επιμένει μεθοδικά, ακάματα, με μεράκι και λεπτοδουλειά να εστιάζει στη λεπτομέρεια, στην παρατήρηση και καταγραφή όλων εκείνων των μικρών σημείων, τα οποία θα συνθέσουν τη μεγάλη εικόνα. Αν ακολουθούσαμε το κλισέ θα λέγαμε πως είναι ό,τι πρέπει για θερινό, αλλά κάλλιστα μπορεί κανείς να σκεφτεί τον εαυτό του να την βλέπει ξανά ένα κρύο βράδυ του χειμώνα. Ναι, δεν είναι μια ταινία που έρχεται να ταρακουνήσει πράγματα και να μας προσφέρει κάποια καινούργια κινηματογραφική πρόταση. Αλλά μοιάζει να είναι και μια ταινία που δεν θα γυριζόταν ποτέ για πλατφόρμα. Οι ποιότητές της, η ατμόσφαιρά της και το «ήθος» της είναι καθαρά κινηματογραφικά. Αν ο «Παραχαράκτης» ήταν άνθρωπος, θα ήταν ίσως σαν έναν φίλο που δεν θα σας ερχόταν ποτέ πρώτος στο μυαλό για να του πείτε να βγείτε, αλλά που από την άλλη θα θέλατε πάντα να έχετε στην παρέα σας και που κάθε φορά που θα τον σκεφτόσασταν, θα συνειδητοποιούσατε ότι πολύ τον πάτε και ότι πολύ εντάξει τύπος είναι.

The post «Ο Παραχαράκτης» του Ζαν-Πολ Σαλομέ: Η μοναχική τελειομανία appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...