Υπάρχουν βραδιές που η πόλη μοιάζει υπερβολικά φωτεινή και φτιασιδωμένη για το σκοτάδι που κουβαλάμε μέσα μας. Βραδιές μεθυσμένες που το κινητό μοιάζει με όπλο στα χέρια ή ανάμενο κάρβουνο στην τσέπη, έτοιμο να στείλει εκείνο το «πού είσαι;» ή το «μου λείπεις», που θα μετανιώσεις το επόμενο πρωί. Σε μια τέτοια διάθεση, την Παρασκευή 8 Μαΐου διέσχισα το κατώφλι του Σταυρού του Νότου+ (Plus). Δίχως συνοδό, δίχως plus one, με μια διάθεση να παραδοθώ αμαχητί στα πάθη μου. Είμαι, βλέπετε, έρμαιο των παθών και των πόθων μου, είμαι λάτρης της καψούρας και του έρωτα. Ανήκω στην κατηγορία των ανθρώπων που όταν ερωτεύονται δεν ψάχνουν την ασφάλεια αλλά την ολοκλήρωση του λάθους. Γιατί μόνο έτσι το πάθημα γίνεται μάθημα – κι ας χρειαστεί να το επαναλάβουμε δέκα φορές για να εμπεδώσουμε την ύλη. Τρέχω σαν άλογο κούρσας σε έναν στίβο δίχως τέρμα, αδιαφορώντας για το αν θα τερματίσω πρώτος ή τελευταίος. Μου αρκεί που τρέχω. Μου αρκεί που αισθάνομαι. Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό που λέει και το «έντεχνο» άσμα.
Κει, στον Σταυρό του Νότου+ (Plus) ανάμεσα σε φώτα χαμηλά και μια αύρα που μύριζε νοσταλγία και «καθαρό» συναίσθημα ο Βασίλης Βηλαράς και ο Μίνως Θεοχάρης έστησαν μια unplugged «τελετή». Μια γιορτή για εμάς, τους αμετανόητους καψούρηδες των 90s, τους εραστές των 00s και τους λάτρεις του διαχρονικού λαϊκού κλασικού ερωτικού δράματος. Ο Βασίλης Βηλαράς έχει μια αλήθεια στα κείμενά του που δεν σ’ αφήνουν αδιάφορο, σε γαργαλάνε όπως το κελάηδισμα που ‘χει η φωνή του σαν τραγουδά. Έχει μια συστολή μα κι ένα «θράσος» η παρουσία του πάνω στη σκηνή, από την άλλη ο Μίνως Θεοχάρης έχει αυτό το βλέμμα, το περιπαικτικό και μια φωνή δυνατή που γεμίζει τον χώρο αντηχώντας σαν καμπάνα. Είναι ηθοποιοί που τραγουδάνε και δεν θα τους κρίνω ως τραγουδιστές μα ως δυο ανθρώπους που ανέβηκαν πάνω στη σκηνή και μας τραγούδησαν μια ιστορία ερωτική που είχε όλα σχεδόν τα στάδια ενός μεγάλου έρωτα και του τέλους του.
Η βραδιά ξεκίνησε με Μπίγαλη και το «Με την πρώτη ματιά». Μια επιλογή που εκτός του ότι σε πετάει κατευθείαν στην εφηβεία, σου θυμίζει και το πώς ερωτεύονται δυο άνθρωποι, δεν χρειάζεται τίποτε περισσότερο από μια ματιά. Ακολούθησαν το «Γίνε» της Κοκκίνου και το «Άσε με» της Φουρέιρα υπενθυμίζοντάς μας ότι το ποπ μπορεί να είναι εξίσου σπαρακτικό όταν απογυμνωθεί από τα φτιασίδια της παραγωγής σε ένα στούντιο. Εδώ θέλω να δώσω ένα μεγάλο μπράβο στον Γιάννη Καρύγιαννη που ήταν στα πλήκτρα επί σκηνής και είχε φροντίσει για όλες τις ενορχηστρώσεις. Όταν άκουγα το «Κάτι έχω πάθει με τα μάτια σου» της (Ειρήνης) Μερκούρη και το «Κίνδυνος» του Κουρκούλη, δεν το πίστευα ότι αυτά που θεωρούσα ως τα εύκολα «τραγουδάκια» θα με έβαζαν σε μια άλλη ατμόσφαιρα. Δεν ήταν πια ένα live, ήταν μια ομαδική εξομολόγηση. Ο Βασίλης και ο Μίνως, με μια χημεία που ακροβατούσε ανάμεσα στο χιούμορ και την τρυφερότητα, μου θύμιζαν ότι η καρδιά μου είναι μόνιμα ζαλισμένη, όπως τραγουδούσε κάποτε η Κωνσταντίνα.
Το ταξίδι όσο περνούσε η ώρα έγινε γεωγραφικό και υπαρξιακό: από Γλυφάδα – Μαρακές. Ποιος να μου το έλεγε ότι ένα τραγούδι που κάποτε χόρευα στα κλαμπ γελώντας θα μου ακουγόταν τόσο ουσιαστικό στην unplugged εκδοχή του. Η απάντηση βρίσκεται στην ενορχήστρωση του Γιάννη Καρύγιαννη και την ερμηνεία του Μίνωα Θεοχάρη και του Βασίλη Βηλαρά. Κανένας τους δεν κορόιδεψε το υλικό, το σεβάστηκαν και απέδειξαν ότι το αγαπούσαν. Αλήθεια όμως πιστεύει άραγε κανείς μας ότι μπορεί να υπάρξει καψούρα δίχως Ρουβά και Πλούταρχο; Το «Σ’ έχω ερωτευτεί» και το «Όλα σε σένα τα βρήκα», λειτούργησαν ως το απαραίτητο καύσιμο για να μου ανέβουν οι παλμοί. Παρατηρούσα το κοινό της βραδιάς μια μίξη από μοναχικούς τύπους σαν και μένα, παρέες που ήρθαν να διασκεδάσουν και ζευγαρωμένους, όλοι μας τραγουδούσαμε κάθε στίχο των τραγουδιών. Είναι εντυπωσιακό το πώς τραγούδια όπως το “Die For You” των Antique και το “Jumbi” της Βανδή που θεωρούμε πανάλαφρα σήμερα φαντάζουν σαν «κλασικά» κειμήλια μιας εποχής που δεν φοβόταν να πει σ’ αγαπώ μέχρι θανάτου ή να την πέσει σ’ εναν άγνωστο. Ο Βηλαράς, ο Θεοχάρης και ο Καρύγιαννης κατάφεραν να δώσουν μια νέα πνοή στα «Συγκοινωνούντα δοχεία» του Σχοινά και στο «Όλα Τελείωσαν» του Πετράκου, κάνοντάς με να αναρωτηθώ αν τελειώνει ποτέ πραγματικά ένας έρωτας ή αν απλώς αλλάζει μορφή. Και είμαι ο άνθρωπος που όταν χωρίζω όσο και να πονέσω όσο και να μου λείψουν στους εραστές τους παλιούς μου δεν επιστρέφω. Τους σβήνω σα να μην υπήρξανε ποτέ και βαστώ το μάθημα που έλαβα για να μην το επαναλάβω.
Η στιγμή που ακούστηκε «Το κοριτσάκι σου» της Βανδή έγινε ο χαμός, πιάσαμε κόκκινο, γιατί ήτανε μια βραδιά που δεν έμεινε στην επιφάνεια, βουτήξαμε βαθιά στο λαϊκό DNA μας, όλοι δίχως ενοχές. Όταν φτάσαμε στην Ανεμώνα του Κόκοτα και στο Δηλητήριο του Τερζή, τα ποτήρια υψώθηκαν αυθόρμητα και πίναμε γουλιές τις μνήμες μας, τα δάκρυά μας, τους έρωτες μας. Εκεί είναι που καταλαβαίνεις τη δύναμη της καψούρας, είναι ένα δηλητήριο η καψούρα που το πίνεις με ηδονή πανάθεμά το. Το Για τελευταία φορά της Βίσση μας διέλυσε και μας προετοίμασε για το μεγάλο φινάλε, για εκείνες όλες τις στιγμές που τις έχουμε ζήσει και τις έχει πει η Βίσση που η μουσική σταματά να είναι διασκέδαση, ψυχαγωγία και γίνεται λύτρωση. Μετά παρέλασε μπροστά μας το Όταν σημάνει η ώρα του Μπιθικώτση, στο θολωμένο μου μυαλό του Καζαντζίδη. Το να τραγουδάς το Αγριολούλουδο μετά το Jumbi και να μην ακούγεται παράταιρο, θέλει «μαεστρία». Είναι η τέχνη του να αναγνωρίζεις ότι ο πόνος είναι ο ίδιος, είτε φοράει πούλιες είτε μαύρο σακάκι.
Η βραδιά έκλεισε με το «Δεν μιλάμε» του Τερζή, μια επιλογή που μου άφησε μια γλυκιά σιωπή στο τέλος παρά τα χειροκροτήματα. Γιατί και τι να πεις μετά από μια τέτοια διαδρομή; Από τον Πανταζή και το Όπου θέλω πάω μέχρι τις Χίλιες Βραδιές της Αρβανιτάκη το live αυτό το unplugged, ήταν ένας καθρέφτης της ελληνικής ψυχής όλων εμάς των καψούρηδων. Μου έλειψε από την ιστορία τους μόνο άλλο ένα πρόσωπο. Αυτό το πρόσωπο που αποκαλώ ο άκλαυτος. Εκείνο το πρόσωπο που έρχεται στις ζωές μας μετά από έναν μεγάλο έρωτα και δυστυχώς για εκείνο και για εμάς πάει άκλαυτο.
Έμαθα πως θα επαναληφθεί το unplugged αυτό, γιατί του πρέπει και μας πρέπει. Γιατί απευθύνεται σε όλους εμάς που έχουμε ερωτευτεί που έχουμε κυλιστεί σε όλων των ειδών τα πατώματα από αθηναϊκά μωσαϊκά, ίσαμε ξύλινα καναδικά ή πλακάκια του ΙΚΕΑ. Για μας που ερωτευτήκαμε αυτούς που δεν έπρεπε, που έχουμε κλάψει, που έχουμε στείλει μηνύματα στις 3 τα χαράματα. Ο Βηλαράς και ο Θεοχάρης δεν κάνανε ένα live αλλά μια πράξη θάρρους. Παραδέχτηκαν ότι η καψούρα είναι το μόνο πράγμα που μας βαστάει αληθινούς σε έναν κόσμο γιομάτο φίλτρα των social media.
Προσωπικά η βραδιά με «διέλυσε», φυσικά και έστειλα μήνυμα εκεί που δεν έπρεπε αλλά και τι με μέλει. Τον έρωτα πρέπει να τον μοιραζόμαστε και την καψούρα να τηνε ζούμε, δίχως ντροπές και ενοχές. Ανέβαινα τη Συγγρού με τα πόδια, δεν ήθελα να γυρίσω σπίτι και έριχνε ένα ψιλόβροχο αφρικανικής σκόνης, καθώς χάζευα τα κλειστά sex shop τριγύρω τραγουδώντας στο τηλέφωνο δυνατά «Αγάπη μου όλα καλά δεν ζητάω πιο πολλά είσαι εδώ κι είναι πάντα αυτό αρκετό» στην καψούρα που με βασανίζει αυτή την περίοδο. Τι να γίνει ανήκω κι εγώ στη σχολή ΙΕΚ Καψούρα Μόνο.
The post Πήγα στον Σταυρό του Νότου + δίχως plus one και έπαθα καψούρα στην πρώτη «unplugged βραδιά ελληνικής καψούρας» με τον Βασίλη Βηλαρά και Μίνω Θεοχάρη appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
