Η ανθρωπότητα βρίσκεται στο κατώφλι μιας πρωτοφανούς ιστορικής καμπής. Η έλευση και η αλματώδης, μαζική ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης (Τ.Ν.) δεν αποτελεί πλέον σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα που αναδιαμορφώνει βίαια το παγκόσμιο οικονομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι.
Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης κυριαρχεί ένα θεμελιώδες, σχεδόν υπαρξιακό ερώτημα: Οδηγούμαστε προς μια τεχνολογική «νιρβάνα» καθολικής αφθονίας ή μήπως βαδίζουμε ολοταχώς προς έναν δυστοπικό εφιάλτη, όπου εκατομμύρια εργαζόμενοι θα μετατραπούν σε ένα σύγχρονο, περιθωριοποιημένο λούμπεν προλεταριάτο;
Από τη μία πλευρά, οι υπέρμαχοι της τεχνολογικής αισιοδοξίας, ανάμεσά τους κορυφαίοι διευθύνοντες σύμβουλοι της Σίλικον Βάλεϊ και ακαδημαϊκοί, οραματίζονται μια εποχή «απίστευτης αφθονίας για όλους». Η βασική τους θέση στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η Τ.Ν. θα αναλάβει το σύνολο των επαναλαμβανόμενων, επικίνδυνων ή απλώς ανιαρών εργασιών. Με την κατακόρυφη αύξηση της παραγωγικότητας και τη δραστική μείωση του κόστους αγαθών και υπηρεσιών, ο πλούτος που θα παράγεται θα είναι θεωρητικά αρκετός για να εξασφαλίσει μια άνετη διαβίωση για ολόκληρο τον πληθυσμό. Σε αυτό το ιδανικό σενάριο, η εργασία παύει να είναι μέσο επιβίωσης και μετατρέπεται σε επιλογή δημιουργικής έκφρασης, ενώ θεσμοί όπως το καθολικό βασικό εισόδημα εγγυώνται την αξιοπρεπή διαβίωση κάθε πολίτη.
Στην «απέναντι όχθη» ωστόσο, κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι και άλλοι επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για μια πολύ πιο σκοτεινή προοπτική. Η μαζική αντικατάσταση όχι μόνο χειρωνακτικών, αλλά και εξειδικευμένων θέσεων εργασίας στον αναπτυγμένο κόσμο απειλεί να προκαλέσει δομική ανεργία σε κλίμακα που δεν έχουμε ξαναδεί. Υπάλληλοι γραφείου, προγραμματιστές, νομικοί βοηθοί, δημιουργοί περιεχομένου βλέπουν τις δεξιότητές τους να αυτοματοποιούνται μέσα σε λίγους μήνες. Ο φόβος είναι ότι η μετάβαση δεν θα γίνει ομαλά. Αντί για απελευθέρωση του εργατικού δυναμικού ελλοχεύει ο κίνδυνος ενός βίαιου εκτοπισμού μιας τεράστιας μερίδας της μεσαίας και της εργατικής τάξης. Αυτή η μάζα των εκτοπισμένων εργαζομένων κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα νέο «λούμπεν προλεταριάτο» της ψηφιακής εποχής. Ανθρωποι που κάποτε ήταν παραγωγικά μέλη της κοινωνίας ενδέχεται να βρεθούν στο περιθώριο της αγοράς εργασίας, στερούμενοι χρησιμότητας για το παραγωγικό σύστημα.
Σε αυτό το δυστοπικό πλαίσιο, η επιβίωσή τους θα εξαρτάται αποκλειστικά από τα κρατικά επιδόματα. Ομως, μια κοινωνία που συντηρείται παθητικά με επιδόματα-ψίχουλα δεν είναι κοινωνία ευημερίας. Είναι μια κοινωνία βαθιάς ανισότητας, όπου η οικονομική και πολιτική ισχύς συγκεντρώνεται στα χέρια ελάχιστων τεχνολογικών κολοσσών που κατέχουν τα μέσα παραγωγής της Τ.Ν.
Η εξάρτηση από την κρατική ελεημοσύνη μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική αποξένωση, απώλεια προσωπικού νοήματος και, τελικά, σε εκτεταμένη κοινωνική έκρηξη.
Το κλειδί για την κατανόηση αυτής της κρίσης βρίσκεται, όπως υποστηρίζουν αρκετοί, στον ρυθμό της αλλαγής. Στις προηγούμενες βιομηχανικές επαναστάσεις, η καταστροφή παλιών θέσεων εργασίας συνοδευόταν από τη δημιουργία νέων, δίνοντας χρόνο στο εργατικό δυναμικό να επανεκπαιδευτεί.
Η ψηφιακή επανάσταση της Τ.Ν., όμως, κινείται με εκθετική ταχύτητα. Τα συστήματα αυτοβελτιώνονται τόσο γρήγορα που η ανθρώπινη ικανότητα προσαρμογής και επανεκπαίδευσης αδυνατεί να ακολουθήσει. Οταν ένας αλγόριθμος μπορεί να εκτελέσει μια εργασία καλύτερα, ταχύτερα και φτηνότερα, η αγορά, καθοδηγούμενη από το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, δεν θα διστάσει να αντικαταστήσει τον άνθρωπο. Προφανώς, το μέλλον δεν είναι προδιαγεγραμμένο ούτε ως απόλυτος παράδεισος ούτε ως απόλυτη κόλαση.
Η κατεύθυνση που θα πάρει η κοινωνία εξαρτάται αποκλειστικά από τις πολιτικές και συλλογικές αποφάσεις που λαμβάνονται σήμερα. Για να αποφευχθεί ο εφιάλτης του κοινωνικού αποκλεισμού, απαιτείται άμεση και ριζική παρέμβαση από κράτη και διεθνείς οργανισμούς. Η φορολόγηση των κερδών της αυτοματοποίησης («φόρος στα ρομπότ»), η δίκαιη αναδιανομή του παραγόμενου πλούτου και ο αυστηρός ρυθμιστικός έλεγχος των τεχνολογικών μονοπωλίων δεν είναι πλέον ουτοπικές ιδέες αλλά αναγκαία εργαλεία επιβίωσης.
Παράλληλα, το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να αναμορφωθεί ριζικά, εστιάζοντας σε καθαρά ανθρώπινες δεξιότητες που η Τ.Ν. αδυνατεί να αντιγράψει, όπως η ενσυναίσθηση, η κριτική σκέψη, η σύνθετη επίλυση προβλημάτων και η συναισθηματική νοημοσύνη. Η εργασία πρέπει να επαναπροσδιοριστεί όχι ως μια μηχανική διεκπεραίωση καθηκόντων, αλλά ως μια δραστηριότητα που προσφέρει κοινωνική αξία και προσωπική ολοκλήρωση.
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι ο καθρέφτης των προτεραιοτήτων της ίδιας της ανθρωπότητας. Αν της επιτρέψουμε να λειτουργήσει ανεξέλεγκτα με μοναδικό γνώμονα το εταιρικό κέρδος, οδηγούμαστε μαθηματικά σε μια κοινωνία δύο ταχυτήτων και στον σχηματισμό ενός επιδοτούμενου, πλην εξαθλιωμένου, λούμπεν προλεταριάτου. Αν, αντίθετα, οι πολιτικές ηγεσίες και η κοινωνία των πολιτών θέσουν τον άνθρωπο στο επίκεντρο της τεχνολογικής ανάπτυξης, τότε η υπόσχεση για τη «νιρβάνα» της αφθονίας ίσως να μην είναι ουτοπία.
* Ο όρος «λούμπεν προλεταριάτο» προέρχεται από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρίντριχ Ενγκελς τον 19ο αιώνα: από τη γερμανική λέξη Lumpen («κουρέλια», αλλά και «περιθώριο») και το προλεταριάτο. Περιέγραφε τα αποσπασμένα από τη σταθερή εργασία και συλλογική οργάνωση κοινωνικά στρώματα -ανέργους, εξαθλιωμένους, περιπλανώμενους και άλλους αποκλεισμένους- τα οποία, κατά τη μαρξιστική ανάλυση, βρίσκονταν εκτός του οργανωμένου βιομηχανικού εργατικού κινήματος και ήταν ευάλωτα στη χειραγώγηση
«Αφθονία για όλους» υπόσχεται ο Ιλον Μασκ
Ο Ιλον Μασκ ισχυρίστηκε σε πρόσφατη συνέντευξή του στην αρχισυντάκτρια του Economist, Ζάνι Μίντον Μπέντος, ότι το πιο πιθανό αποτέλεσμα της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι μια απίστευτη αφθονία για όλους.
Ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου εκτίμησε ότι στα επόμενα πέντε χρόνια η ψηφιακή νοημοσύνη θα ξεπεράσει το άθροισμα της ανθρώπινης διάνοιας, ενώ σε ορίζοντα δεκαετίας (έως το 2036) η Τ.Ν. και τα ανθρωποειδή ρομπότ θα μπορούν να κάνουν σχεδόν τα πάντα καλύτερα από τον άνθρωπο. Κατά τον Μασκ, η σύζευξη της ψηφιακής νοημοσύνης με τη φυσική της μορφή (ρομποτικοί βραχίονες, αυτόνομοι εργάτες) θα επιτρέψει τη «διαμόρφωση ατόμων» στον υλικό κόσμο, δημιουργώντας μια ημι-άπειρη οικονομία παραγωγής αγαθών και υπηρεσιών.
Στο ιδανικό αυτό σενάριο, το κόστος των βασικών αναγκών (τροφή, στέγαση, μεταφορές) εκμηδενίζεται, οδηγώντας σε δομικό αποπληθωρισμό. «Το χρήμα δεν θα έχει σημασία το 2036», ισχυρίζεται ο επιχειρηματίας, παρομοιάζοντας τη μελλοντική εργασία με την κηπουρική, ως κάτι που θα κάνεις προαιρετικά, ως χόμπι ή ως πινελιά δημιουργικότητας και όχι ως μέσο βιοπορισμού. Οσον αφορά αυτούς που θα χάσουν τη δουλειά τους εξαιτίας της Τ.Ν., ο Μασκ λέει ότι θα ζουν με τις… «επιταγές που θα εκδίδει το υπουργείο Οικονομικών».
Πλεονάζων πληθυσμός;
Ο διαπρεπής οικονομολόγος Μπράνκο Μιλάνοβιτς, αναλύοντας τις επιπτώσεις της Τ.Ν. ως τεχνολογίας γενικού σκοπού, εισάγει τον όρο του «πλεονάζοντος πληθυσμού» (surplus population). Εκτιμά ότι μια τεράστια μάζα ανθρώπων -ίση με το 20% ή και το 30% του τρέχοντος εργατικού δυναμικού- θα καταστούν μόνιμα «μη απασχολήσιμοι», καθώς οι δεξιότητές τους θα καταργηθούν πλήρως χωρίς δυνατότητα έγκαιρης επανεκπαίδευσης.
Η αλλαγή αυτή οδηγεί σε μια νέα τετραμερή κοινωνία (tetra society), η οποία στερείται μεσαίας τάξης και θυμίζει τις άκαμπτες πυραμίδες των προβιομηχανικών εποχών. Στην κορυφή βρίσκονται οι «τεχνο-άρχοντες» (Techno-lords), μια ολιγαρχική ελίτ με αμύθητο πλούτο, που κατέχει τα μέσα παραγωγής της Τ.Ν.
Ακολουθεί η «ομοπλουτική» τάξη (Homoploutic class), το ανώτερο εισοδηματικά 3%-5% του πληθυσμού, που συνδυάζει εξαιρετικά υψηλά εισοδήματα τόσο από εξειδικευμένη εργασία όσο και από επενδύσεις κεφαλαίου.
Ακολουθεί η εργατική τάξη των υπηρεσιών, εργαζόμενοι με μεσαίους και χαμηλούς μισθούς σε τομείς που η Τ.Ν. δεν μπορεί ακόμη να τους αντικαταστήσει και οι οποίοι ζουν υπό τον διαρκή τρόμο του αυτοματισμού.
Στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας βρίσκεται το «λούμπεν προλεταριάτο», οι «άεργοι είλωτες» ή «πλεονάζων πληθυσμός», που δεν έχει καμία παραγωγική χρησιμότητα για το σύστημα. Ζει με «άρτο και θεάματα», πενιχρά κρατικά επιδόματα και 24ωρη δωρεάν ροή ψηφιακής ψυχαγωγίας και συνιστά μια μόνιμη «δεξαμενή δυσαρεστημένων» με άφθονο ελεύθερο χρόνο, μια μάζα εύκολα χειραγωγήσιμη από λαϊκιστές και πολιτικούς τυχοδιώκτες.
Οι «γαλέρες» της Τεχνητής Νοημοσύνης
Στελέχη τεχνολογικών κολοσσών, οπαδοί της Τεχνητής Νοημοσύνης, υποστηρίζουν εδώ και χρόνια ότι η εκκολαπτόμενη τεχνολογία θα σημάνει λιγότερο χρόνο εργασίας για τους ανθρώπους. Εταιρείες και στελέχη διαφημίζουν ότι η υψηλή παραγωγικότητα της Τεχνητής Νοημοσύνης θα απελευθερώσει χρόνο για τους εργαζομένους. Κάποιοι κολοσσοί δεν δίστασαν να προτείνουν δοκιμές τετραήμερης εργασίας στην αγορά με αξιοποίηση της τεχνολογίας.
Η πραγματικότητα όπως περιγράφηκε πρόσφατα από εργαζόμενους στην ανάπτυξη διάφορων εργαλείων Τ.Ν. είναι εντελώς διαφορετική. Πρώην τεχνικός υπάλληλος της OpenAI, που έφυγε από την εταιρεία πέρυσι, δήλωσε σε πρόσφατο ρεπορτάζ του ΒBC ότι η εταιρεία δεν δοκίμασε ποτέ στην πραγματικότητα την τετραήμερη εβδομάδα εργασίας που πρότεινε σε άλλους να δοκιμάσουν, όσο εκείνος ήταν εκεί. Αντ’ αυτού, το άτομο περιέγραψε μια συχνά εξαντλητική εργασιακή κουλτούρα που χαρακτηρίζεται από συχνές «συσκέψεις κρίσης», εργασία τα Σαββατοκύριακα και «υπερβολικά εξαντλητικές» αξιολογήσεις απόδοσης που οδηγούν σε ξαφνικές απολύσεις. Ο πρώην υπάλληλος της OpenAI είπε ότι εργαζόταν τουλάχιστον 70 ώρες την εβδομάδα, πολύ περισσότερες από ό,τι σε προηγούμενες θέσεις εργασίας στον τομέα της τεχνολογίας. Στη νέα του εργασία -επίσης σε εταιρεία Τ.Ν.- τα πράγματα είναι λίγο καλύτερα, καθώς εργάζεται 50-60 ώρες την εβδομάδα, «εκτός των σπριντ».
Το «σπριντ» είναι ο όρος για μια συνήθη περίοδο στις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας κατά την οποία οι εργαζόμενοι εργάζονται πολλές ώρες κατά τις εβδομάδες που προηγούνται της κυκλοφορίας ενός νέου χαρακτηριστικού ή προϊόντος. Ωστόσο, εντός των εταιρειών Τεχνητής Νοημοσύνης και των μεγαλύτερων εταιρειών τεχνολογίας που εργάζονται με πάθος σε έργα Τ.Ν., τέτοια σπριντ μπορεί να είναι ακραία.
Στην OpenAI και στην Anthropic, για παράδειγμα, τα σπριντ μπορούν να διαρκέσουν πολλές εβδομάδες και να ξεπεράσουν τις 90 ώρες εργασίας σε μια περίοδο επτά ημερών. Κάποιες νέες έρευνες υποδεικνύουν ότι τα εργαλεία Τεχνητής Νοημοσύνης κάνουν τον φόρτο εργασίας των ανθρώπων ακόμη πιο επαχθή. Μελέτη του Πανεπιστημίου του Μπέρκλεϊ παρακολούθησε εκατοντάδες εργαζόμενους σε μια αμερικανική εταιρεία τεχνολογίας για οκτώ μήνες καθώς χρησιμοποιούσαν Τεχνητή Νοημοσύνη. Διαπίστωσε ότι οι εργαζόμενοι «εργάζονταν με ταχύτερο ρυθμό, αναλάμβαναν ευρύτερο πεδίο εργασιών και επέκτειναν την εργασία σε περισσότερες ώρες της ημέρας». Η έρευνα διαπίστωσε ότι ο φόρτος εργασίας των υπαλλήλων τεχνολογίας επεκτάθηκε εν μέρει λόγω της ανάγκης συνεχούς ελέγχου της απόδοσης των εργαλείων Τεχνητής Νοημοσύνης. «Πηγαίνεις το Σάββατο ή την Κυριακή μόνο και μόνο για να καλύψεις τη διαφορά ή να βεβαιωθείς ότι τα πράγματα δεν είναι χαλασμένα» λέει σχετικά ο παραπάνω υπάλληλος. Την τελευταία διετία ωστόσο οι μεγάλες εταιρείες υψηλής τεχνολογίας που αναπτύσσουν Τ.Ν. έχουν προχωρήσει σε περισσότερες από 250.000 απολύσεις.
Ο κίνδυνος μιας νέας «φούσκας»
Η παγκόσμια κεφαλαιοκρατική οικονομία, με επικεφαλής τις ΗΠΑ, μοιάζει σήμερα να έχει ποντάρει το σύνολο των χαρτιών της σε ένα και μόνο χαρτί: την Τεχνητή Νοημοσύνη (Τ.Ν.). Οι αποκαλούμενοι «hyperscalers» -τεχνολογικοί κολοσσοί όπως η Alphabet (Google), η Microsoft, η Meta και η Amazon- οδηγούν μια άνευ προηγουμένου κούρσα εξοπλισμών, δαπανώντας αμύθητα ποσά για τη δημιουργία υποδομών Τ.Ν., κέντρων δεδομένων και για την αγορά πανάκριβων μικροτσίπ. Ωστόσο, πίσω από τη βιτρίνα των εντυπωσιακών λογιστικών κερδών και των αισιόδοξων προβλέψεων κρύβεται μια σκληρή πραγματικότητα που συνθέτουν η αρνητική ροή ρευστών διαθεσίμων, ο εκρηκτικός δανεισμός, η απουσία ουσιαστικής αύξησης της μακροοικονομικής παραγωγικότητας και η απειλή μιας χρηματιστηριακής φούσκας έτοιμης να εκραγεί.
Το μέγεθος της οικονομικής κινητοποίησης για την Τ.Ν. προκαλεί δέος, καθώς οι τέσσερις μεγαλύτεροι τεχνολογικοί κολοσσοί ετοιμάζονται να δαπανήσουν περισσότερα από 725 δισ. δολάρια φέτος για την ανάπτυξη υποδομών AI. Αυτή η τρομακτική απορρόφηση κεφαλαίων αρχίζει να λυγίζει ακόμη και τους πιο εύρωστους ισολογισμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Alphabet. Παρά την αύξηση των εσόδων της κατά 24%, οι τεράστιες επενδύσεις σε εταιρείες μοντέλων Τ.Ν. (όπως η Anthropic) και σε data centers οδήγησαν τις ελεύθερες ταμειακές ροές της εταιρείας σε αρνητικό έδαφος για πρώτη φορά στην ιστορία της. Επιπλέον, ένα τεράστιο μέρος των κερδών της ήταν απλώς «στα χαρτιά» ($77 δισ. από μη πραγματοποιηθέντα κέρδη μετοχών της Anthropic), γεγονός που αποδεικνύει πόσο εξαρτημένη είναι η κερδοφορία από τις χρηματιστηριακές αποτιμήσεις.
Με δανεικά
Για να χρηματοδοτήσουν αυτό το επενδυτικό ντελίριο, οι εταιρείες τεχνολογίας εγκαταλείπουν τη στρατηγική των πλούσιων ταμειακών αποθεμάτων και στρέφονται στον δανεισμό και στην έκδοση νέων μετοχών. Η Alphabet έχει ήδη αναλάβει σχεδόν 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε χρέος, προχωρώντας παράλληλα στην πρώτη της πώληση μετοχών μετά από δύο δεκαετίες για να αντλήσει επιπλέον 85 δισεκατομμύρια. Συνολικά, οι Meta, Google, Amazon, Microsoft και Oracle έχουν συσσωρεύσει περίπου 1,65 τρισ. δολάρια σε ανεξόφλητο χρέος τα τελευταία πέντε χρόνια, χωρίς να υπολογίζονται εκατοντάδες δισεκατομμύρια «εκτός ισολογισμού» (off-balance sheet) υποχρεώσεις. Την ίδια στιγμή, το Bloomberg εκτιμά ότι το ανεξόφλητο χρέος που συνδέεται αποκλειστικά με τα κέντρα δεδομένων AI ξεπερνά τα 500 δισ. δολάρια.
Η κατάσταση αυτή παραπέμπει ευθέως σε μια κλασική χρηματιστηριακή φούσκα, καθώς η χρηματιστηριακή αξία των hyperscalers αντιπροσωπεύει πλέον το 40% της συνολικής κεφαλαιοποίησης του ευρύτερου δείκτη μετοχών S&P 500 στις ΗΠΑ. Εάν οι επενδύσεις αυτές δεν αποδώσουν σύντομα κέρδη, η πτώση των μετοχών τους κινδυνεύει να παρασύρει όχι μόνο τη Wall Street αλλά το σύνολο των χρηματιστηριακών αγορών της υφηλίου.
Οι θιασώτες της Τ.Ν., συμπεριλαμβανομένων στελεχών της Federal Reserve, υπόσχονται μια έκρηξη της παραγωγικότητας της εργασίας που θα φέρει ανάπτυξη χωρίς πληθωρισμό και θα διπλασιάσει το βιοτικό επίπεδο. Η πραγματικότητα όμως διαψεύδει τις προσδοκίες. Αν και η παραγωγικότητα της εργασίας στις ΗΠΑ αυξήθηκε κατά 2,5% ετησίως μετά το 2022, οι αναλύσεις της Fed και της Barclays δείχνουν ότι αυτό οφείλεται στην εντατικότερη χρήση των προϋπαρχουσών τεχνολογιών μετά την πανδημία και όχι στην Τ.Ν. Η πραγματική χρήση της Τ.Ν. στις επιχειρήσεις παραμένει ελάχιστη, αφού ο μέσος εργαζόμενος που τη χρησιμοποιεί αφιερώνει μόλις 30 λεπτά την ημέρα σε αυτήν, ενώ το 69% των επιχειρήσεων δηλώνει ότι δεν χρησιμοποιεί καθόλου την τεχνολογία. Η στατιστική συσχέτιση μεταξύ της υιοθέτησης AI και της μακροοικονομικής αύξησης της παραγωγικότητας παραμένει ουσιαστικά μηδενική.
Σαν να μην έφτανε αυτό, εμφανίζεται ένα νέο κύμα «λουδιτισμού», καθώς οι εργαζόμενοι, φοβούμενοι την απαξίωση και την απώλεια των θέσεων εργασίας τους, αντιστέκονται ενεργά. Ερευνες δείχνουν ότι το 29% των υπαλλήλων (και το 44% της Γενιάς Z) παραδέχονται ότι σαμποτάρουν τη στρατηγική AI της εταιρείας τους, ενώ πάνω από τους μισούς παρακάμπτουν τα εργαλεία Τ.Ν. για να κάνουν τη δουλειά «χειροκίνητα».
Ανταγωνισμός
Το μεγαλύτερο πρόβλημα των εταιρειών ανάπτυξης μοντέλων (όπως η OpenAI και η Anthropic) είναι ότι τα έσοδά τους δεν καλύπτουν ούτε στο ελάχιστο τα τεράστια κόστη έρευνας και λειτουργίας. Για να προσελκύσουν χρήστες, δεν χρέωναν το πραγματικό κόστος της υπολογιστικής ισχύος (tokens). Οταν όμως επιχείρησαν να στραφούν σε χρεώσεις βάσει χρήσης, οι επιχειρήσεις-πελάτες άρχισαν να επιβάλλουν «δελτίο» στη χρήση των tokens λόγω των υπέρογκων λογαριασμών.
Εν τω μεταξύ, οι αμερικανικές επιχειρήσεις στρέφονται μαζικά σε κινεζικά μοντέλα ανοιχτού κώδικα (όπως το DeepSeek και το Kimi K3 της Moonshot AI). Τα κινεζικά μοντέλα προσφέρουν παρόμοιες επιδόσεις αλλά είναι έως και 112 φορές φτηνότερα, καθώς ένα εκατομμύριο tokens κοστίζει $56 στην Anthropic και μόλις $0,50 στα κινεζικά μοντέλα. Ως αποτέλεσμα, το 58% των tokens που χρησιμοποιούνται πλέον από αμερικανικές εταιρείες προέρχεται από κινεζικά μοντέλα.
Οι αισιόδοξοι της αγοράς επικαλούνται την «καμπύλη J», υποστηρίζοντας ότι κάθε επαναστατική τεχνολογία χρειάζεται χρόνο για να αποδώσει. Ιστορικά, ο ΟΟΣΑ και η Goldman Sachs επισημαίνουν ότι απαιτούνται από 15 έως 20 χρόνια από την εμφάνιση μιας τεχνολογίας μέχρι να αποτυπωθεί η θετική της επίδραση στην παραγωγικότητα της μακροοικονομίας. Για το ChatGPT, αυτό σημαίνει ότι τα πραγματικά οφέλη δεν θα φανούν πριν από το 2030-2034. Το κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν μπορούν οι σημερινές εταιρείες Τ.Ν. να επιβιώσουν οικονομικά για τα επόμενα 10-15 χρόνια μέσα σε ένα περιβάλλον τεράστιων χρεών και, κυρίως, αν μπορούν οι παγκόσμιες κεφαλαιαγορές να περιμένουν τόσο πολύ πριν η φούσκα των hyperscalers σκάσει με πάταγο. Η ιστορία των οικονομικών κρίσεων έχει δείξει ότι οι αγορές σπάνια διαθέτουν τόση υπομονή.
Διαβάστε περισσότερα
