Στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ, ο Ντόναλντ Τραμπ πρότεινε να αποκαλείται η Τεχνητή Νοημοσύνη «υπερνοημοσύνη». «Superintelligence». Απέρριψε τις προειδοποιήσεις για τους κινδύνους της και δήλωσε ότι δεν σκοπεύει να εμποδίσει την ανάπτυξη μιας τεχνολογίας που θεωρεί σημαντικότερη ακόμη και από τη Βιομηχανική Επανάσταση. Η αλλαγή της λέξης μπορεί να μοιάζει επικοινωνιακό τέχνασμα. Φανερώνει όμως μια πολιτική επιλογή: να παρουσιάζεται η ταχύτητα της τεχνολογικής ανάπτυξης ως αυτονόητο καλό και η δημόσια επιφύλαξη ως εμπόδιο.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη προσφέρει ήδη δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια φαίνονταν απρόσιτες. Μπορεί να βοηθήσει έναν επιστήμονα να επεξεργαστεί δεδομένα, έναν γιατρό να εντοπίσει χρήσιμες ενδείξεις, έναν μαθητή να βρει διαφορετικούς δρόμους μάθησης. Ενας μικρός παραγωγός μπορεί να αποκτήσει εργαλεία που παλαιότερα διέθεταν μόνο μεγάλες επιχειρήσεις. Θα ήταν λάθος να αρνηθούμε αυτές τις δυνατότητες από φόβο. Θα ήταν εξίσου λάθος να ονομάσουμε κάθε ανησυχία «απάτη». Οταν ένα σύστημα συμμετέχει στην επιλογή εργαζομένων, επηρεάζει τη διάδοση ειδήσεων ή χρησιμοποιείται σε αποφάσεις για την υγεία, οι συνέπειές του αφορούν πραγματικούς ανθρώπους.
Ποιος γνωρίζει με ποια δεδομένα λειτουργεί; Ποιος μπορεί να ελέγξει ένα σφάλμα; Ποιος λογοδοτεί όταν μια απόφαση αποδειχθεί άδικη; Αυτές είναι εύλογες ερωτήσεις και όχι εκδηλώσεις τεχνοφοβίας.
Ο όρος «υπερνοημοσύνη» δημιουργεί επίσης μια παραπλανητική εντύπωση. Υποδηλώνει κάτι σχεδόν ανώτερο από τον άνθρωπο, ενώ τα σημερινά συστήματα, όσο εντυπωσιακά κι αν είναι, μπορούν να κάνουν λάθη, να αναπαράγουν προκαταλήψεις και να παράγουν πειστικές ανακρίβειες. Οσο περισσότερο τα περιβάλλουμε με δέος τόσο ευκολότερα τους παραχωρούμε κρίση που οφείλει να παραμένει ανθρώπινη.
Η σύγκριση με τη Βιομηχανική Επανάσταση αξίζει να ληφθεί σοβαρά. Εκείνη αύξησε την παραγωγή και άλλαξε τον κόσμο. Εφερε όμως και εξαντλητική εργασία, ανισότητες, εκμετάλλευση και περιβαλλοντική καταστροφή. Τα οφέλη της μοιράστηκαν δικαιότερα όταν οι εργαζόμενοι διεκδίκησαν προστασία και οι κοινωνίες θέσπισαν κανόνες. Η Ιστορία δεν μας καλεί να σταματήσουμε την πρόοδο. Μας θυμίζει ότι η πρόοδος αποκτά ανθρώπινο περιεχόμενο μέσα από συλλογικές αποφάσεις. Σήμερα πρέπει να ρωτήσουμε ποιος θα κερδίσει από την αύξηση της παραγωγικότητας. Θα μειωθεί ο χρόνος της εργασίας ή θα περιοριστούν οι θέσεις και οι αμοιβές; Θα έχουν τα δημόσια σχολεία και νοσοκομεία πρόσβαση στα καλύτερα εργαλεία ή θα εξαρτώνται από λίγους ιδιωτικούς προμηθευτές; Θα προστατεύεται η δημιουργία των ανθρώπων που τροφοδοτεί αυτά τα συστήματα;
Για την Ελλάδα, η συζήτηση δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν θα «προλάβουμε» την τεχνολογική κούρσα. Χρειαζόμαστε ψηφιακή παιδεία για όλες τις ηλικίες, στήριξη της έρευνας και ουσιαστικό έλεγχο των χρήσεων που επηρεάζουν δικαιώματα. Χρειαζόμαστε, πάνω απ’ όλα, τους εργαζομένους, τους εκπαιδευτικούς, τους επιστήμονες και τους πολίτες μέσα στη συζήτηση.
Ως φαρμακοποιός και μελισσοκόμος, έμαθα ότι ένα ισχυρό εργαλείο αποκτά αξία από το μέτρο με το οποίο χρησιμοποιείται. Στη φύση, η ανθεκτικότητα γεννιέται από σχέσεις αλληλεξάρτησης, όχι από τη δύναμη ενός μόνο οργανισμού. Κάτι ανάλογο ισχύει και για τις κοινωνίες μας: καμία τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, τη φροντίδα και τη δημόσια ευθύνη.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι πώς θα βαφτίσουμε τις μηχανές. Είναι αν θα διατηρήσουμε τη δύναμη να αποφασίζουμε συλλογικά τι ζητούμε από αυτές. Μια κοινωνία με ολοένα εξυπνότερα εργαλεία χρειάζεται και πολίτες με ουσιαστικότερο λόγο.
*Ιδρυτής SYMBEEOSIS και APIVITA
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
