Τελευταία νέα
Αντ. Σαμαράς απαντά για αυτοδυναμία και «γινάτι» (βίντεο) Τραμπ για τα 250 χρόνια των ΗΠΑ: «Ο κομμουνισμός είναι σαν καρκίνος – Είναι χαμένος και θα είναι πάντα» Κουτσούμπας από τη Φλώρινα: Επίθεση σε κυβέρνηση και Τσίπρα για οικονομία, εξωτερική πολιτική και Συμφωνία των Πρεσπών Η διαγωνιστική ήττα των ΚΤΕΛ φέρνει τους… κονκισταδόρες προ των πυλών της Θεσσαλονίκης «Αέρας» Μπουένος Άιρες στο κέντρο της Αθήνας: Μια βραδιά γεμάτη τανγκό – Απέραντη «μιλόνγκα» τα Προπύλαια Φωτιά στην περιοχή Κοσκινού στη Ρόδο: Μεγάλη κινητοποίηση της πυροσβεστικής Ο τοξικός καπνός από τη φωτιά στο Ωραιόκαστρο θα φτάσει μέχρι τη Θεσσαλία και τη Βόρεια Εύβοια [χάρτης] ΝΔ για δημοψήφισμα 2015: «11 χρόνια από τη μεγαλύτερη πολιτική εξαπάτηση» (βίντεο) ΣΥΡΙΖΑ: «Υποκριτική η στάση Μητσοτάκη περί τοξικότητας» Η νέα αρχιτεκτονική της σύγχρονης, ψηφιακής εκλογικής νοθείας Σφοδρή επίθεση Κουτσούμπα σε κυβέρνηση και Τσίπρα από τη Φλώρινα για οικονομία και εθνικά θέματα Καρυστιανού: Να απαντήσει η κυβέρνηση για τις ανεμογεννήτριες στο Ωραιόκαστρο
Efsyn.gr

Πώς τα σουπερμάρκετ αγοράζουν 40% φτηνότερα από όσο γράφουν οι τιμοκατάλογοι – Το ξέρει η Επιτροπή Ανταγωνισμού

Μπροστά σε ένα σαρωτικό κύμα ακρίβειας στα ράφια των σουπερμάρκετ έχουν βρεθεί από το 2022 τα ελληνικά νοικοκυριά και ιδιαίτερα οι οικονομικά ασθενέστεροι που δαπανούν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για τη διατροφή.
Η κυβέρνηση προσπαθεί να κλείσει πρόχειρα τον φάκελο «ακρίβεια στα ράφια» μέσω μιας συμφωνίας κυρίων με σουπερμάρκετ και βιομηχανία –συμφωνία που φαίνεται να έχει εκλογικό ορίζοντα– ενώ «αγνοεί» από το 2021 (!) τα «διπλά βιβλία» των σουπερμάρκετ που αποκαλύφθηκαν από την Επιτροπή Ανταγωνισμού και επηρεάζουν καταλυτικά τη διαμόρφωση των τιμών και της κερδοφορίας τους.
Το επιχειρηματικό μοντέλο των ελληνικών σουπερμάρκετ, όπως αναφέρουν έμπειρα στελέχη της αγοράς, δεν είναι ένα απλό επιχειρηματικό μοντέλο όπου η εμπορική επιχείρηση αγοράζει προϊόντα από έναν προμηθευτή σε μια συμφωνημένη τιμή και τα πουλάει στον καταναλωτή σε μια υψηλότερη τιμή για να κερδίσει. Τα ελληνικά σουπερμάρκετ γράφουν σε ένα βιβλίο τις συμφωνημένες τιμές με τους προμηθευτές και σε ένα δεύτερο βιβλίο τα ποσά που θα τους επιστρέψουν οι προμηθευτές αργότερα με ένα ή περισσότερα ξεχωριστά πιστωτικά τιμολόγια. Αυτή είναι μια πρόσθετη αμοιβή, κάτι σαν «ενοίκιο» για το προνόμιο να έχει ένας προμηθευτής μια θέση για τα προϊόντα του στο ράφι.
Αυτές οι «παροχές» από τους προμηθευτές αλλάζουν εντελώς την εικόνα της τιμολόγησης των προϊόντων και τελικά της κερδοφορίας των σουπερμάρκετ, καθώς αντιστοιχούν σε πολύ υψηλό ποσοστό της αξίας των προϊόντων. Αυτός είναι και ένας βασικός παράγοντας που τροφοδοτεί την ακρίβεια στα ράφια: οι προμηθευτές γνωρίζουν ότι, εκτός από την τιμή που θα εισπράξουν για τα προϊόντα τους, θα πρέπει να υπολογίσουν στην εξίσωση και το κόστος των πρόσθετων παροχών και εκπτώσεων. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να «φουσκώνουν» την ονομαστική τιμή πώλησης, για να μη βγαίνουν ζημιωμένοι –και βεβαίως τον τελικό λογαριασμό πληρώνει ο καταναλωτής.
Ο μηχανισμός των παροχών και εκπτώσεων επιτρέπει στα σουπερμάρκετ (σε διαφορετικό βαθμό, ανάλογα με τα μεγέθη τους) να διαχειρίζονται τεράστια ρευστότητα εκτός των βασικών τους εμπορικών λογαριασμών, την οποία χρησιμοποιούν για την επέκτασή τους. Οσο μεγαλύτερη μια αλυσίδα, τόσο μεγαλύτερα «ενοίκια για το ράφι» εξασφαλίζει από τους προμηθευτές και τόσο ισχυρότερο «οπλοστάσιο» έχει για την επεκτατική της πολιτική. Ετσι συμβάλλει στην ενίσχυση των τάσεων συγκέντρωσης στην αγορά. Σύμφωνα με μελέτη της ICAP, πέντε μεγάλες αλυσίδες ελέγχουν πάνω από το 70% του συνολικού τζίρου.
Αποκάλυψη από την Επ. Ανταγωνισμού
Το δομικό αυτό πρόβλημα της αγοράς δεν είναι άγνωστο στις Αρχές, παρότι η κυβέρνηση έχει αποφασίσει εδώ και χρόνια να μην προχωρήσει σε παρεμβάσεις. Ερευνα της Επιτροπής Ανταγωνισμού που έγινε το 2021, πριν ακόμη σηκωθεί το «κύμα» της ακρίβειας, είχε αποκαλύψει τεράστιες εκπτώσεις (της τάξης του 40%) που εξασφαλίζουν οι αλυσίδες σουπερμάρκετ από τους προμηθευτές τους. Οι προμηθευτές όμως συνυπολογίζουν το κόστος των παροχών και το συμπεριλαμβάνουν στην τιμή χονδρικής, η οποία τελικά μετακυλίεται στον καταναλωτή.
Η Επιτροπή Ανταγωνισμού μέσα από την ενδελεχή έρευνά της έθεσε τον κλάδο στο μικροσκόπιο εντοπίζοντας τις πρακτικές, τις ανισορροπίες, αλλά και προτείνοντας συγκεκριμένες θεσμικές λύσεις. Η συστηματική καταγραφή της αποκάλυψε ότι μετά την αφαίρεση των εκπτώσεων το πραγματικό κόστος αγορών για τα σουπερμάρκετ κυμάνθηκε ιστορικά από 59,63% έως 63,59%. Η Επιτροπή τονίζει ότι οι εν λόγω εκπτώσεις είναι συχνά μη συστηματικές και ετεροχρονισμένες, γεγονός που σημαίνει ότι δεν ενσωματώνονται απευθείας στο κόστος αγοράς κατά τη στιγμή της προμήθειας.
Τα είδη των εκπτώσεων και παροχών ποικίλλουν και περιλαμβάνουν: εκπτώσεις τζίρου με τη μορφή πιστωτικών τιμολογίων, εκπτώσεις προωθητικών ενεργειών, εκπτώσεις γκάμας και τοποθέτησης στο ράφι, καθώς και εποχικές παροχές ή εκπτώσεις μικτής δεσμοποίησης (προσφορές πολλαπλών προϊόντων). Το ζητούμενο είναι σε ποιον βαθμό αυτές οι παροχές στα σουπερμάρκετ περνούν στον καταναλωτή και κατά πόσο μένουν στα κέρδη των αλυσίδων. Η Επιτροπή δεν κατέληξε σε συμπέρασμα, το 2021, και άφησε τη διερεύνηση για το μέλλον, σημειώνοντας ότι «η ενδεχόμενη μετακύλιση στους καταναλωτές θα αποτελέσει αντικείμενο μελλοντικής επικαιροποίησης». Ομως αυτή η επικαιροποίηση τελικά δεν έγινε…
Πάντως, σύμφωνα με τα στοιχεία της Επιτροπής, μια αύξηση τιμής κατά 1% από τον προμηθευτή μεταφράζεται σε αύξηση 0,43% περίπου για τον τελικό καταναλωτή μέσα από τον πολύπλοκο μηχανισμό τιμολόγησης που ακολουθούν τα σουπερμάρκετ, ενσωματώνοντας και ένα μέρος των εκπτώσεων και παροχών από τον προμηθευτή στην τελική τιμή.
Οι προτάσεις της Επιτροπής και η απομάκρυνση Λιανού
Για την αντιμετώπιση των στρεβλώσεων στις σχέσεις προμηθευτών και λιανεμπορίου και την εξασφάλιση συνθηκών υγιούς ανταγωνισμού, η Επιτροπή Ανταγωνισμού είχε καταθέσει από το 2021 ένα πλέγμα προτάσεων, στις οποίες συμφωνούν οι αρχές ανταγωνισμού της Ευρώπης. Ωστόσο η κυβέρνηση δεν έδειξε ιδιαίτερη διάθεση να εφαρμόσει τις προτάσεις αυτές. Στην έρευνα προτείνονταν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα μέτρα για την ενίσχυση της διαφάνειας στις σχέσεις προμηθευτών και σουπερμάρκετ:
• Προώθηση ενός αυστηρού κώδικα συμπεριφοράς και οδηγιών που θα διέπουν τις διαπραγματεύσεις στο λιανεμπόριο.
• Αμεση αντιμετώπιση αθέμιτων πρακτικών που κινούνται σε νομικά «γκρίζες περιοχές» (όπως συστήματα προκαταβολικών πληρωμών και δυσανάλογες χρεώσεις για τοποθέτηση σε ράφι).
• Θέσπιση συγκεκριμένων κανονισμών για την τοποθέτηση των προϊόντων στα ράφια και τους όρους πληρωμής.
• Δημιουργία ενός ευέλικτου μηχανισμού επίλυσης διαφορών, με τη θεσμοθέτηση του ρόλου του διαμεσολαβητή για την αγορά.
Η παρέμβαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού δεν άλλαξε πολλά στις κατευθύνσεις της κυβέρνησης, που άφησε τον κλάδο των σουπερμάρκετ να λειτουργεί χωρίς παρεμβάσεις. Ο τότε πρόεδρος της Επιτροπής, Ιωάννης Λιανός, που είχε προκαλέσει «ενόχληση» στα σουπερμάρκετ όπως και σε άλλους ισχυρούς επιχειρηματικούς κλάδους, απομακρύνθηκε μετά τη λήξη της θητείας του.
Οι σωρευτικές αυξήσεις πληθωρισμού είναι πρωτοφανές φαινόμενο για τα χρόνια που η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρώ | (ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ/EUROKINISSI
Πώς «απογειώθηκε» κατά 35% το κόστος της διατροφής μας
Ο πληθωρισμός των ειδών διατροφής έγινε ο εφιάλτης των ελληνικών νοικοκυριών ύστερα από το άνοιγμα της οικονομίας, μετά από την πανδημία και το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία, τον Φεβρουάριο του 2022. Είναι χαρακτηριστικό ότι το γενικό επίπεδο τιμών (Γενικός Δείκτης Τιμών Καταναλωτή – τιμάριθμος) έχει αυξηθεί από το 2021 έως τον Μάιο του 2026 κατά 25%, ενώ στον δείκτη τιμών διατροφής η σωρευτική αύξηση της ίδιας περιόδου ήταν της τάξης του 35%, με βάση τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
Για να βρει κανείς τόσο μεγάλες, σωρευτικές αυξήσεις πληθωρισμού και ειδικότερα του τιμάριθμου στη διατροφή, πρέπει να ανατρέξει στα χρόνια της «πληθωριστικής» δεκαετίας του ’80, ενώ είναι πρωτοφανές φαινόμενο για τα χρόνια που η Ελλάδα συμμετέχει στο ευρώ. Στην ευρωζώνη οι αντίστοιχες σωρευτικές αυξήσεις στον τιμάριθμο των ειδών διατροφής ήταν επίσης μεγάλες, ξεπερνώντας το 30% την ίδια περίοδο. Παρ’ όλο που η ευρωζώνη κατέγραψε μια υψηλότερη κορύφωση στον πληθωρισμό των τροφίμων στις αρχές του 2023, ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αποδείχθηκε δομικά πιο «επίμονος», παραμένοντας στο 3,5% τον Μάιο του 2026, ενώ ο μέσος όρος της ευρωζώνης είχε αποκλιμακωθεί στο 1,6%.
Πίσω από τη «βιτρίνα» της αύξησης κατά 3,5% στον τιμάριθμο διατροφής αυτόν τον Μάιο, η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ένα κύμα αυξήσεων σε νωπά και συσκευασμένα προϊόντα. Καταγράφει ειδικότερα αυξήσεις σε: ψωμί και άλλα προϊόντα αρτοποιίας, μοσχάρι, χοιρινό, αρνί και κατσίκι, πουλερικά, αλλαντικά, παρασκευάσματα με βάση το κρέας, ψάρια αλίπαστα, γαλακτοκομικά και αυγά, μαργαρίνη και άλλα φυτικά λίπη, φρούτα (γενικά), λαχανικά (γενικά), ζάχαρη – σοκολάτες – γλυκά – παγωτά, καφέ. Μέρος αυτών των αυξήσεων, όπως σημειώνει η ΕΛΣΤΑΤ, αντισταθμίστηκε από τη μείωση κυρίως των τιμών σε: δημητριακά για πρωινό, ψάρια νωπά ή κατεψυγμένα και ελαιόλαδο.
Δεν είναι τυχαίο ότι με αυτά τα δεδομένα η Ελλάδα παραμένει ουραγός στην κατάταξη με βάση την αγοραστική δύναμη. Το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, εκφρασμένο σε Μονάδες Αγοραστικής Δύναμης, διαμορφώθηκε στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου το 2025 (σημειώνοντας μάλιστα μικρή πτώση σε σχέση με το 2024). Η Ελλάδα κατατάσσεται προτελευταία στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε αγοραστική δύναμη, ξεπερνώντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία (η οποία βρίσκεται στο 66% και καλύπτει τη διαφορά).
Σε φάση επιστροφής ο πληθωρισμός απληστίας;
Ανησυχητικό στην παρούσα φάση είναι ότι φαίνεται να επιστρέφει στην ελληνική οικονομία το φαινόμενο του «πληθωρισμού απληστίας» («greedflation»), ο οποίος βρίσκεται πίσω από το αρχικό και πολύ μεγάλο κύμα ανατιμήσεων που εκδηλώθηκε από το 2022, καθώς οι επιχειρήσεις μετακύλησαν –και με το παραπάνω– τις διεθνείς ανατιμήσεις για να αυξήσουν την κερδοφορία τους. Η διαφαινόμενη επάνοδος του «πληθωρισμού απληστίας» γίνεται ιδιαίτερα ανησυχητική ειδικά στον τομέα των τροφίμων, όπου οι επιχειρήσεις (σουπερμάρκετ και προμηθευτές) έχουν μεγαλύτερα περιθώρια να περάσουν ανατιμήσεις, λόγω του μεγάλου βαθμού συγκέντρωσης της αγοράς και της ανελαστικότητας της ζήτησης για βασικά αγαθά διατροφής.
Οπως επισημαίνει η Τράπεζα της Ελλάδας στην τελευταία έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, οι εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις άρχισαν να εντείνονται το 2021 και κλιμακώθηκαν περαιτέρω το 2022 και το 2023. Εως τα μέσα του 2023 τα μοναδιαία κέρδη είχαν τη μεγαλύτερη συμβολή στην άνοδο του αποπληθωριστή του ΑΕΠ, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι επιχειρήσεις μετακύλησαν στις τελικές τιμές τις αυξήσεις του κόστους που συνδέονταν με τη μεγάλη άνοδο των τιμών της ενέργειας και των λοιπών ενδιάμεσων προϊόντων.
Το 2024 και το 2025 ο αποπληθωριστής του ΑΕΠ παρέμεινε σχετικά υψηλός σε μεγάλο βαθμό, λόγω της ανόδου του μοναδιαίου κόστους εργασίας (σ.σ. οι μισθοί αυξήθηκαν λόγω της πίεσης να καλυφθεί η αρχική αύξηση του πληθωρισμού). Το α’ τρίμηνο του 2026 τα κέρδη ανά μονάδα προϊόντος αποτέλεσαν και πάλι τον κύριο παράγοντα που οδήγησε στην αύξηση του αποπληθωριστή του ΑΕΠ.
Η περίοδος του πληθωριστικού σοκ ήταν για τις ελληνικές επιχειρήσεις μια «χρυσή εποχή» υψηλών περιθωρίων κέρδους. Οπως επισημαίνει η ΤτΕ, το μερίδιο καθαρού κέρδους ανήλθε σε 27,3% το 2025, από 26,9% το 2024, και τα επιχειρηματικά κέρδη σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερα επίπεδα έναντι της προ της πανδημίας περιόδου (25,2% κατά μέσο όρο την τριετία 2017-19).
Τι (δεν) κερδίζουν οι καταναλωτές
Συμφωνίες κυρίων με ορίζοντα… κάλπης
Σε μια προσπάθεια να εκτονώσει τη δυσφορία των καταναλωτών για την ακρίβεια στα ράφια των σούπερ μάρκετ, η κυβέρνηση επαναφέρει το μοντέλο των «συμφωνιών κυρίων», που είχαν γίνει βασικό εργαλείο πολιτικής στα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν η τότε κυβέρνηση, με υπουργό Εμπορίου τον Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, προσπαθούσε να αναχαιτίσει την ακρίβεια μέσω συνεννοήσεων με τις επιχειρήσεις για να πιάσει η Ελλάδα το κριτήριο του πληθωρισμού για την εισαγωγή στην ευρωζώνη – όλοι γνωρίζουμε τι ακολούθησε: το φαινόμενο του ελατηρίου στις τιμές μετά την είσοδο στην ευρωζώνη.
Η συμφωνία του υπουργού Ανάπτυξης, Τάκη Θεοδωρικάκου, με τα σούπερ μάρκετ και τις βιομηχανίες τροφίμων προσφέρει κάτι χειροπιαστό στις επιχειρήσεις: από το τέλος Ιουνίου καταργήθηκε η «ενοχλητική» διάταξη για το πλαφόν του περιθωρίου κέρδους, το οποίο ήταν ούτως ή άλλως ένα μέτρο προσωρινού χαρακτήρα που από τις επιχειρήσεις επισημαινόταν -ορθά σε μεγάλο βαθμό- ότι δημιουργούσε μεγάλο κόστος διαχείρισης και στρέβλωνε τον ανταγωνισμό, καθώς για μια επιχείρηση ή ένα προϊόν μπορεί να τύχαινε το περιθώριο κέρδους να «κλείδωνε» σε υψηλό ποσοστό και για μια άλλη σε χαμηλό.
Αυτά ήταν τα χειροπιαστά οφέλη για τις επιχειρήσεις από τη συμφωνία κυρίων. Για τους καταναλωτές όμως είναι πολύ αμφίβολο τι ακριβώς επιτεύχθηκε. Οι επιχειρήσεις δεσμεύονται για πάγωμα τιμών τη θερινή περίοδο και για μειώσεις από το φθινόπωρο.
Παραδόξως δηλαδή η κυβέρνηση επιτρέπει αυξήσεις πάνω από το παλιό πλαφόν στο περιθώριο κέρδους, για να εξασφαλίσει πάγωμα και μειώσεις. Σε κάθε περίπτωση, πέραν αυτών των γενικών εννοιών («πάγωμα», «μειώσεις»), η συμφωνία δεν ενσωματώνει κάποιο μηχανισμό παρακολούθησης και επιβεβαίωσης της τήρησής της, ούτε έχει περισσότερες «λεπτομέρειες» για τις μειώσεις τιμών που θα ακολουθήσουν σε ένα πολύ βολικό πολιτικό χρόνο για την κυβέρνηση, δηλαδή στην τελική ευθεία για τις εκλογές, όποτε και αν γίνουν.
Αλλωστε αυτό είναι ένα βασικό πρόβλημα σε τέτοιες «συμφωνίες κυρίων»: το δίκαιο για τον ανταγωνισμό απαγορεύει «διά ροπάλου» τις οριζόντιες συμφωνίες για τις τιμές στην αγορά είτε αυτές γίνονται μεταξύ επιχειρήσεων ή με την παρέμβαση της πολιτείας. Ετσι η «συμφωνία κυρίων» παραμένει σε πλαίσιο «εποικοδομητικής ασάφειας» και το μόνο που είναι βέβαιο είναι ότι δεν θα ξαναδούμε βαριά πρόστιμα σε προμηθευτές και σούπερ μάρκετ για υπέρβαση του πλαφόν στα περιθώρια κέρδους.
 

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...