Τελευταία νέα
Κυψέλη: Καιρός να σπάσει η ομερτά για τον «τρομοπόντικα» – Κρυφά στοιχεία και διαφωνίες για την επανεκκίνηση του έργου Επιμένει ο καύσωνας: Στους 39 βαθμούς σήμερα ο υδράργυρος – Πέφτει η θερμοκρασία την Πέμπτη Δημήτρης Κόκοτας: Ενα πικρό, πρόωρο τέλος – Πέθανε μετά από 2,5 χρόνια στο νοσοκομείο Μεγάλη κινητοποίηση για τη φωτιά στη Σαλαμίνα Σεπιντέ Μοαφί: Η φωνή που δεν εξορίστηκε Γιάννης Ψυχοπαίδης: Εικαστική ανάγνωση του έργου του Εορτολόγιο: Ποιοι γιορτάζουν σήμερα 26 Αυγούστου Champions League: Η μεγάλη πρόκληση της ΑΕΚ στον… δρόμο για τα αστέρια ΗΠΑ: Η κυβέρνηση Τραμπ ετοιμάζεται για ρεκόρ ανακλήσεων βίζας σε αιτούντες άσυλο – Τα ΜΜΕ μιλούν για 200.000 περιπτώσεις Πυρκαγιές: Δύο συλλήψεις για τη φωτιά στην Καβάλα – Ξεκίνησε από όχημα και πέρασε σε δασική έκταση Από τις τουαλέτες στα πωλητήρια: Μέτωπο της ΕΛ.Α.Σ. για την Ακρόπολη Volkswagen: «Οι δεκάδες χιλιάδες περικοπές θέσεων θα επηρεάσουν τη Γερμανία» – Στο επίκεντρο εναλλακτικές προτάσεις
Efsyn.gr

Σεπιντέ Μοαφί: Η φωνή που δεν εξορίστηκε

Η Ιρανοαμερικανίδα ηθοποιός Σεπιντέ Μοαφί (Sepideh Moafi) γεννήθηκε μέσα στην ίδια την εμπειρία της εξορίας. Στις 18 Σεπτεμβρίου 1985 ήρθε στον κόσμο σε καταυλισμό προσφύγων, στο Ρέγκενσμπουργκ της τότε Δυτικής Γερμανίας. Οι γονείς της είχαν εγκαταλείψει το Ιράν μετά την Ισλαμική Επανάσταση, αναζητώντας πολιτικό άσυλο και μια ασφαλή ζωή. Πέρασαν από την Τουρκία και τη Γερμανία και τέλος εγκαταστάθηκαν στις ΗΠΑ. Η Σεπιντέ μεγάλωσε έτσι σε μια χώρα όπου έπρεπε διαρκώς να αποδεικνύει ότι το όνομά της, η καταγωγή και η διαφορετικότητά της δεν αποτελούσαν εμπόδιο. Την ίδια στιγμή, υπήρχε μέσα της η μνήμη μιας άλλης χώρας που δεν είχε μεν προλάβει να γνωρίσει, αλλά έφερε ως αποστολή και τραύμα ταυτόχρονα.
Σήμερα, στα 40 της χρόνια, η Σεπιντέ Μοαφί είναι γνωστή ηθοποιός, τραγουδίστρια και ακτιβίστρια, ενώ πριν από λίγες εβδομάδες απέσπασε και την πρώτη της υποψηφιότητα για βραβείο Emmy, που έμελλε να είναι ιστορική. Παρά τη φήμη της, ωστόσο, η ίδια έχει έως τώρα «αρνηθεί» να διαχωρίσει την καλλιτεχνική της επιτυχία από την πολιτική ευθύνη: δεν έκρυψε την προσφυγική της διαδρομή για να γίνει περισσότερο αποδεκτή, δεν σταμάτησε να μάχεται για υψηλές αξίες, δεν έπαψε να είναι στο πλευρό ανθρώπων που εξακολουθούν να εκτοπίζονται, να διώκονται και να αντιμετωπίζονται ως αριθμοί και μόνο.
Η μουσική υπήρξε η πρώτη της διέξοδος. Άρχισε να ασχολείται σοβαρά με το τραγούδι στην εφηβεία της και κέρδισε πλήρη υποτροφία στο περίφημο Ωδείο του Σαν Φρανσίσκο, όπου σπούδασε κλασικό τραγούδι. Εκπαιδεύτηκε ως υψίφωνος και εμφανίστηκε, μεταξύ άλλων, ως Σουζάνα στους «Γάμους του Φίγκαρο» του Μότσαρτ (και μάλιστα τέσσερις φορές). Η όπερα της έδωσε μεν πειθαρχία και τεχνική, αλλά η ίδια θέλησε να προχωρήσει και πέραν των απαιτήσεων της φωνητικής ερμηνείας. Στράφηκε στην υποκριτική και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, το 2013.
Η διαδρομή της στο αμερικανικό θέαμα μόνο αυτονόητη δεν ήταν: από τα πρώτα της βήματα άκουσε ότι το όνομά της ήταν «δύσκολο να το προφέρουν και να το θυμούνται» και ότι ενδεχομένως θα έπρεπε να το αλλάξει. Πίσω από αυτή τη φαινομενικά πρακτική συμβουλή κρυβόταν η γνωστή απαίτηση της βιομηχανίας: για να προχωρήσεις: γίνε λιγότερο ξένη, λιγότερο αναγνωρίσιμη, λιγότερο εσύ. Η Μοαφί δεν υπάκουσε.
Έγινε ευρύτερα γνωστή μέσα από το «The Deuce», όπου υποδύθηκε τη Λορέτα, μια σεξεργάτρια στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1970. Ακολούθησε η Τζίτζι Γκορμπάνι στο «The L Word: Generation Q», ένας δυναμικός queer χαρακτήρας ιρανικής καταγωγής, καθώς και κεντρικός ρόλος στο αστυνομικό δράμα «Black Bird». Όπως βλέπουμε, πολύ συνειδητά η ίδια κατόρθωσε να αποφύγει τις εύκολες καρικατούρες της «εξωτικής» ή καταπιεσμένης γυναίκας από τη Μέση Ανατολή. Τουναντίον: έδωσε στις ηρωίδες της επιθυμία, αντιφάσεις, εξουσία και δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό.
Το 2026, ήρθε η πρώτη της υποψηφιότητα για Emmy, για τον ρόλο της γιατρού Μπαράν Αλ-Χασίμι στη δεύτερη σεζόν του «The Pitt», η οποία θεωρείται εμβληματική ως σειρά. Η ηρωίδα της είναι μία γιατρός με εμπειρία σε εμπόλεμες ζώνες. Για την ερμηνεία της, η Μοαφί άντλησε υλικό από πραγματικούς εργαζομένους ανθρωπιστικών οργανώσεων που είχε γνωρίσει κατά τη δική της δράση. Η υποψηφιότητα αυτή θεωρείται ιστορική, καθώς η Σεπιντέ είναι η πρώτη γυναίκα ιρανικής καταγωγής που διεκδικεί Emmy στη συγκεκριμένη κατηγορία.
Εκτός οθόνης, η Μοαφί εργάζεται ως πρέσβειρα της International Rescue Committee για την προστασία των προσφύγων. Η ίδια διαφέρει από άλλες παρόμοιες περιπτώσεις ακτιβιστών ηθοποιών, καθώς δεν παρουσιάζει τους πρόσφυγες ως ανώνυμα θύματα που περιμένουν τη σωτηρία τους από τη Δύση, αλλά μιλά για ανθρώπους με ικανότητες, επιθυμίες, ανθρώπους με ονοματεπώνυμο, προσωπική ιστορία και ιδιαίτερη κουλτούρα. Όπως έχει εξηγήσει, και η δική της οικογένεια βρέθηκε κάποτε στην ίδια θέση.
Μετά τον θάνατο της 22χρονης Ιρανής Μαχσά Αμινί, η οποία βασανίστηκε και εξευτελίστηκε πριν πεθάνει εξαιτίας της αστυνομικής βίας, η Μοαφί χρησιμοποίησε τη διεθνή αναγνωρισιμότητά της για να ενισχύσει τη φωνή των Ιρανών γυναικών. Στις Χρυσές Σφαίρες του 2023, εμφανίστηκε με ένα μαύρο φόρεμα και ένα μεγάλο κόκκινο λουλούδι, σύμβολο ενός νέου Ιράν που μπορεί να γεννηθεί από την αντίσταση. Πάνω στο λουλούδι αναγράφονταν τα ονόματα διαδηλωτών που εκτελέστηκαν από το ιρανικό καθεστώς. Αυτή η πολιτική της παρέμβαση σχολιάστηκε ποικιλοτρόπως, αλλά η ίδια πέρασε το μήνυμα που ήθελε.
Παράλληλα, συμμετείχε στη διεθνή εκστρατεία για την αναγνώριση του «έμφυλου απαρτχάιντ» στο Ιράν και στο Αφγανιστάν. Μαζί με Αφγανές και Ιρανές ακτιβίστριες μίλησε για συστήματα που οργανώνουν θεσμικά τον αποκλεισμό των γυναικών από την εκπαίδευση, την εργασία, την ελευθερία μετακίνησης και τη δημόσια ζωή. Η απαίτησή της είναι σαφής: Πρέπει η συστηματική υποταγή των γυναικών να αποκτήσει συγκεκριμένο όνομα και να αναγνωριστεί από το διεθνές δίκαιο ως «έγκλημα κατά της ανθρωπότητας».
Η Σεπιντέ Μοαφί είναι μια γυναίκα που μπήκε στο Χόλιγουντ χωρίς να αφήσει την πολιτική και πολιτισμική της ταυτότητα στο πεζούλι της δημοσιότητας. Απέκτησε φωνή, βήμα και δύναμη και δεν τα χρησιμοποίησε μόνο για τον εαυτό της. Κι ενώ κατέκτησε μια θέση στο κέντρο της βιομηχανίας του θεάματος, δεν ξέχασε ποτέ εκείνους που παραμένουν έξω από το κάδρο.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...