Τελευταία νέα
Επικοινωνία Ζελένσκι-Ρούμπιο για πυραύλους αναχαίτισης και Starlink – Συναντήσεις σήμερα στο Οσλο ΝΔ: Ξεκίνησε η κατάρτιση του προγράμματος για τις εκλογές του 2027 – Στο επίκεντρο η «Ελλάδα του 2030» Axios: «Κρυφή» συνάντηση Χέγκσεθ – Νετανιάχου λίγο πριν τις εκλογές στο Ισραήλ Μητσοτάκης: «Η κυβέρνηση συνομιλεί με το αύριο, η αντιπολίτευση με το χθες» Σδούκου: Δικαίωμα στη διαμαρτυρία, αλλά αυτό να γίνεται με σεβασμό στους νόμους Τσουκαλάς: Το φάρμακο για την κοινωνική ειρήνη είναι οι πολιτικές απαντήσεις στις ανισότητες Τα εστιατόρια που βραβεύτηκαν με αστέρι Michelin σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και Σαντορίνη – 7 νέες προσθήκες Θεσσαλονίκη: Ανακαλύφθηκαν έξι υπόγειες δεξαμενές καυσίμων του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου [εικόνες] «Σφάχτηκαν» Μπάρκας και Γεωργιάδης: «Χοροπηδούσες σαν χούλιγκαν» – «Την έδρα που σου ζήτησε ο ΣΥΡΙΖΑ την έδωσες;» Εξάρχεια: Τρεις νεαροί Γάλλοι συνελήφθησαν και ξυλοκοπήθηκαν άγρια από τα ΜΑΤ Προειδοποίηση του CEO της Ryanair: Έρχεται ιστορική αύξηση στις τιμές των εισιτηρίων – «Άχρηστη η φον ντερ Λάιεν» Μαρινάκης: Καμία περίπτωση συνεργασίας με κόμματα δεξιότερα της ΝΔ, αυτοδυναμία ο μόνος στόχος
Efsyn.gr

Σε δημοσιονομική και κοινωνική… κατηφόρα οι ΗΠΑ: Οι περικοπές, η μαύρη τρύπα του ελλείμματος και το χρέος

Με σακατεμένη οικονομία και κοινωνία προσέρχεται στις ενδιάμεσες εκλογές του επόμενου μήνα η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Τα τελευταία οικονομικά στοιχεία έδειξαν την προηγούμενη εβδομάδα ότι το δημοσιονομικό έλλειμμα στο οικονομικό έτος που έληξε στις 30 Σεπτεμβρίου άγγιξε τα 2 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας άνοδο 12% σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στο ύψος αυτό και ισοδυναμώντας με το 6,2% του αμερικανικού ΑΕΠ, το έλλειμμα του πρώτου πλήρους οικονομικού έτους της κυβέρνησης Τραμπ είναι το υψηλότερο από την περίοδο της πανδημίας Covid και συνολικά το τρίτο μεγαλύτερο που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία των ΗΠΑ. Αντανακλά τη βαθιά δημοσιονομική ανισορροπία που έχουν προκαλέσει στην αμερικανική οικονομία οι πολιτικές Τραμπ και Ρεπουμπλικανών.
Τη «μαύρη τρύπα» τροφοδότησαν οι αυξημένες στρατιωτικές δαπάνες -απόρροια του πολέμου του Τραμπ στο Ιράν-, η επιστροφή των δασμών που είχαν εισπραχθεί -μετά την καταδίκη της σχετικής πολιτικής που εφάρμοσε η κυβέρνηση Τραμπ εναντίον των εμπορικών της εταίρων από τα αμερικανικά δικαστήρια-, η κακοδιαχείριση των κοινωνικών προγραμμάτων -που ενώ περικόπηκαν αδρά, στοιχίζουν τελικά περισσότερο-, η σημαντική απώλεια εσόδων από την εταιρική φορολόγηση – μετά την άνιση φορολογική μεταρρύθμιση του «μεγάλου όμορφου νομοσχεδίου». Το αποτέλεσμα ήταν το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ να σπάσει τον προηγούμενο Αύγουστο το ιστορικό φράγμα των 40 τρισ. δολαρίων, αγγίζοντας το 100% του ΑΕΠ, επίπεδο που είχε καταγραφεί για τελευταία φορά πριν από 80 χρόνια, στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου.
Το δημόσιο χρέος των ΗΠΑ άγγιξε το 100% του ΑΕΠ (40 τρισ. δολάρια), επίπεδο που είχε καταγραφεί για τελευταία φορά πριν από 80 χρόνια, στη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου
Οι απόψεις των οικονομολόγων διίστανται ως προς το αν αυτός ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός αποτελεί πρόβλημα και αν υπάρχει κάποιο «κρίσιμο σημείο καμπής». Εκτιμούν για την ώρα ότι μια στάση πληρωμών από τις ΗΠΑ -γεγονός που θα προκαλούσε κλυδωνισμούς στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα- είναι εξαιρετικά απίθανη. Ωστόσο, ακόμη και ορισμένα στελέχη της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed) προειδοποιούν ότι κάποια στιγμή θα έρθει η ώρα του «λογαριασμού», σε μια οικονομία που δείχνει όλο και πιο ευάλωτη σε μακροοικονομικούς κλυδωνισμούς, με περιθώρια άσκησης ευέλικτης δημοσιονομικής πολιτικής όλο και πιο στενά.
Η πιο ανησυχητική παράμετρος αυτής της κατάστασης είναι το εκρηκτικό κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Οι καθαροί τόκοι για το 2026 ξεπέρασαν για πρώτη φορά το 1,05 τρισ. δολάρια, ποσό το οποίο σημαίνει ότι η κυβέρνηση χρειάζεται περίπου 2,9 δισ. δολάρια καθημερινά. Η δαπάνη αυτή αντιστοιχεί στο 3,2% του αμερικανικού ΑΕΠ και είναι η πρώτη φορά στην ιστορία των ΗΠΑ που η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δαπανά περισσότερα χρήματα για την πληρωμή τόκων στους πιστωτές της παρά για τη χρηματοδότηση κρίσιμων τομέων της εσωτερικής πολιτικής, όπως η εθνική άμυνα ή η παιδεία.
Η εν λόγω κατάσταση συνθέτει ένα λίαν ανησυχητικό σκηνικό για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της αμερικανικής οικονομίας. Χωρίς άμεσες και γενναίες παρεμβάσεις στο σκέλος των δαπανών ή των εσόδων, το κόστος δανεισμού θα συνεχίσει να απορροφά πολύτιμους πόρους. Αυτό, με τη σειρά του, ενδέχεται να ασκήσει πιέσεις στις αγορές ομολόγων, να τροφοδοτήσει τον πληθωρισμό και να υπονομεύσει την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών στο δολάριο, εντείνοντας τις πιέσεις για άμεση δημοσιονομική εξυγίανση.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει από την πλευρά της ότι η υποσχόμενη οικονομική επέκταση θα αποτρέψει τα προβλήματα που απορρέουν από το αυξανόμενο χρέος.
Ωστόσο, η χρονική συγκυρία είναι δύσκολη: οι αυξανόμενες αποδόσεις των ομολόγων διεθνώς αναγκάζουν τις ΗΠΑ να εκδίδουν περισσότερο χρέος κάθε χρόνο, ενώ παράλληλα τις φέρνουν σε θέση ανταγωνισμού για την προσέλκυση επενδυτικών κεφαλαίων απέναντι σε άλλες σταθερές χώρες ή σε εταιρείες που χρηματοδοτούν έργα τεχνητής νοημοσύνης. Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο φαύλος κύκλος του υψηλότερου χρέους, των υψηλότερων επιτοκίων και του αυξημένου δανεισμού ενδέχεται να είναι δύσκολο να σπάσει μόνο μέσω της οικονομικής ανάπτυξης.
Την ίδια στιγμή ο αμερικανικός λαός «λούζεται» το αποτέλεσμα των επιλογών Τραμπ.
Οι περικοπές και το πάγωμα κρατικών κονδυλίων δισεκατομμυρίων δολαρίων που κατευθύνονταν προς τις Πολιτείες, την Παιδεία, την Υγεία, τους οργανισμούς αρωγής των αδύναμων Αμερικανών, οι επιπτώσεις της πολιτικής των δασμών και των πολέμων δοκιμάζουν όλο και πιο έντονα την καθημερινότητα των πολιτών. Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, η επίμονη ακρίβεια και η διεύρυνση της φτώχειας συνθέτουν το πιο ανησυχητικό σκέλος της κοινωνικής πραγματικότητας. Παρά την ονομαστική σταθεροποίηση του κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος στα επίπεδα των 53.012 δολαρίων, η πραγματική αγοραστική δύναμη της μεσαίας και χαμηλής εισοδηματικής τάξης υφίσταται δραματική συρρίκνωση.
Η επιβολή οριζόντιων δασμών στα εισαγόμενα αγαθά και στις πρώτες ύλες μετακυλίεται απευθείας στους καταναλωτές.
Οι τιμές της ενέργειας καταγράφουν σημαντική άνοδο, λόγω του πολέμου αλλά και εξαιτίας της κατάργησης των κρατικών επιδοτήσεων για τις ανανεώσιμες πηγές, επιβαρύνοντας τους λογαριασμούς του ηλεκτρικού ρεύματος. Σε αυτό το πληθωριστικό περιβάλλον, οι φορολογούμενοι καλούνται να επωμιστούν ένα πρόσθετο ετήσιο κόστος που αγγίζει τα 1.850 δολάρια ανά νοικοκυριό, καθώς η ακρίβεια πλήττει βασικά καταναλωτικά αγαθά, τη φαρμακευτική περίθαλψη, αλλά και την ασφάλιση υγείας (μετά τη λήξη επιδοτήσεων του Affordable Care Act).
Δείκτες φτώχειας
Η εξέλιξη αυτή έχει άμεσο και μετρήσιμο αντίκτυπο στους δείκτες φτώχειας. Σύμφωνα με μελέτες κορυφαίων πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, το σοκ της μειωμένης αγοραστικής δύναμης σπρώχνει κάτω από το όριο της φτώχειας επιπλέον 650.000 έως 875.000 Αμερικανούς φέτος, με τον επίσημο δείκτη φτώχειας να σημειώνει άνοδο. Σχεδόν το 40% αυτών των ανθρώπων είναι παιδιά, γεγονός που καταδεικνύει το βάθος της κρίσης στις οικογένειες χαμηλού εισοδήματος.
Η κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία και στο πεδίο της επισιτιστικής ανασφάλειας. Οι εκτεταμένες περικοπές στα ομοσπονδιακά προγράμματα διατροφικής υποστήριξης, με κυριότερο το πρόγραμμα SNAP (κουπόνια σίτισης), σε μια περίοδο που οι τιμές των τροφίμων στα σουπερμάρκετ παραμένουν στα ύψη, στερούν από εκατομμύρια ευάλωτα νοικοκυριά τη δυνατότητα πρόσβασης σε βασικά αγαθά διατροφής. Οι τοπικές τράπεζες τροφίμων και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις αδυνατούν να καλύψουν το τεράστιο κενό που αφήνει η υποχώρηση του κοινωνικού κράτους, με αποτέλεσμα η επισιτιστική ανασφάλεια να εξελίσσεται σε μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές προκλήσεις, πλήττοντας τον ίδιο τον κοινωνικό ιστό των ΗΠΑ.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...