Η θεσμοθέτηση αναδρομικού επιδόματος «Ειδικών Καθηκόντων» ύψους 300 ευρώ στο προσωπικό της Προεδρίας της Δημοκρατίας εμπεριέχει έναν βαρύ και προκλητικό πολιτικό συμβολισμό. Αναδεικνύει τον κυνισμό μιας εξουσίας που από τη μία επικαλείται τις δημοσιονομικές αντοχές και από την άλλη ανακαλύπτει πόρους για όσους κινούνται στους διαδρόμους της εξουσίας.
Ας μιλήσουμε λοιπόν για ειδικά καθήκοντα. Ενώ η διεκπεραίωση εγγράφων στους διαδρόμους των μεγάρων αποτιμάται με 300 ευρώ αναδρομικά, στα ΤΕΠ, στις ΜΕΘ και στις κλινικές του ΕΣΥ, τα ειδικά καθήκοντα των νοσηλευτών στη διαρκή μάχη για τη ζωή και τον θάνατο απαξιώνονται. Οταν πρόκειται για την πολιτική ελίτ και τα «δικά μας παιδιά» τα κονδύλια ρέουν αμέσως και αθόρυβα. Οταν η κουβέντα έρχεται στους νοσηλευτές η κρατική γενναιοδωρία εξαντλείται σε υποκριτικά χειροκροτήματα, κούφιες υποσχέσεις και κυνικά ευφυολογήματα του τύπου «λυγίζουμε εμείς, για να μη σπάσουν οι άλλοι».
Η Ελλάδα των δύο ταχυτήτων είναι παρούσα. Ενας νοσηλευτής αμείβεται με 750-890 ευρώ καθαρά στον εισαγωγικό μισθό, ενώ ένας μετακλητός σε υπουργικό γραφείο ξεκινά με 1.500-1.700 ευρώ. Αποτελεί απόλυτο πολιτικό κυνισμό να δίνεται ως έξτρα επίδομα σε υπαλλήλους γραφείου το ποσό που άλλοι στερούνται για να βγάλουν τον μήνα τους.
Η περίφημη ανάπτυξη αποτελεί ένα κακόγουστο αστείο για τον νοσηλευτικό κλάδο. Για τους νοσηλευτές «ανάπτυξη» σημαίνει τους χαμηλότερους μισθούς στην Ευρώπη, σύνταξη στα 67 αν καταφέρουν να επιβιώσουν, τον χαμηλότερο δείκτη νοσηλευτών ανά κλίνη (0,58) και αναλογία 3,8 νοσηλευτών ανά 1.000 κατοίκους (8,4 στην Ευρώπη). Η υποστελέχωση κατά 50.000 νοσηλευτές αποτελεί τον κυριότερο παράγοντα πρόκλησης λαθών. Ο ΟΟΣΑ και η ΕΛΣΤΑΤ επιβεβαιώνουν: δαπανούμε 3,607 δολάρια/κάτοικο έναντι 5,967 στις αναπτυγμένες χώρες, ενώ οι ανεκπλήρωτες ιατρικές ανάγκες φτάνουν στο 22% (3,6% στην Ε.Ε.)
Το μήνυμα στην επόμενη γενιά νοσηλευτών είναι αποθαρρυντικό. Το 44% των θέσεων στις Νοσηλευτικές Σχολές παραμένει και φέτος ακάλυπτο, ενώ οι σωρευτικές αποχωρήσεις από τα νοσοκομεία ξεπέρασαν τις 12.000.
Οι νοσηλευτές δεν ζητούν ελεημοσύνη, αλλά το κοινωνικά αυτονόητο: να σταματήσει η προσφορά τους να αναγνωρίζεται υποκριτικά μόνο σε υγειονομικές κρίσεις και να ξεχνιέται την επόμενη μέρα. Η πολιτική σημειολογία είναι ξεκάθαρη, αμείλικτη, απογοητευτική και δείγμα μιας βαθιάς ηθικής πολιτικής σήψης.
Η απάντηση δεν είναι τα κούφια λόγια, αλλά άμεσα μέτρα:
Θεσμοθέτηση Ενιαίου Νοσηλευτικού Κλάδου με λειτουργικά ξεκάθαρο καθηκοντολόγιο.
Μισθολογικές αυξήσεις στο ύψος της αξίας των ειδικών καθηκόντων τους, επαναφορά 13ου και 14ου μισθού. Απόρριψη μεθόδευσης αύξησης ορίων σύνταξης.
15.000 μόνιμες προσλήψεις στην 4ετία, μονιμοποίηση επικουρικών-συμβασιούχων και ρήτρα αυτόματης αναπλήρωσης για κάθε αποχώρηση.
Αύξηση δημόσιων δαπανών υγείας στο 7,5%. Διασφάλιση της ποιότητας φροντίδας με καθιέρωση ορίων ασφαλείας στην αναλογία νοσηλευτών ανά ασθενή για κάθε βάρδια, συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων και πλήρη θεσμική θωράκιση του νοσηλευτικού έργου.
Κατάργηση της Ελάχιστης Βάσης Εισαγωγής (ΕΒΕ) και οικονομικά κίνητρα στους φοιτητές.
Η προκλητική επιδοματική πολιτική υπέρ των μηχανισμών εξουσίας έναντι της εξαθλίωσης των στυλοβατών της δημόσιας υγείας αναδεικνύει την ανάγκη ριζικής ανατροπής των πολιτικών προτεραιοτήτων. Η έμπρακτη φροντίδα και θωράκιση των νοσηλευτών δεν αποτελεί ελεημοσύνη, αλλά επένδυση στην αξιοπρέπεια και τη ζωή όλης της κοινωνίας.
*Νοσηλευτής, σύμβούλος καθηγητής ΕΑΠ, μέλος της ΕΛΑΣ, πρώην υπ. βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ.
Διαβάστε περισσότερα
