«Μήπως πριν μπείτε στο στούντιο πήρατε κανένα μπάφο;», ρώτησε προ ημερών ο κύριος Σπυρίδων-Αδωνις Γεωργιάδης τον κ. Νίκο Ελευθερόγλου, όταν ενοχλήθηκε από την ερώτηση που του είχε απευθύνει ο δημοσιογράφος, κατά τη διάρκεια τηλεοπτικής εκπομπής.
Είναι γνωστό πως ο δημόσιος λόγος του υπουργού Υγείας είναι σαν τον ορμητικό χείμαρρο, που λίγο εμποδίζεται από τα φράγματα της λογικής, της ευγένειας ή της ενσυναίσθησης. Στους οπαδούς του αυτή η λογοδιάρροια χαρίζει ευθυμία – «καλά τους τα χώνει ο Αδωνις», θα ακούσεις να λένε πολλοί, γελώντας χαιρέκακα. Δεν είναι λίγοι όμως κι αυτοί που απλώς δεν αντέχουν έναν πολιτικό ο οποίος ακόνισε το αμετροεπές του λέγειν στις τηλεπωλήσεις, χρησιμοποιώντας έναν παραληρηματικό, υψίσυχνο λόγο, που μόνο σε έξαλλους ευαγγελιστές της αμερικανικής τηλεόρασης μπορείς να συναντήσεις.
Γεγονός είναι πάντως πως το ύφος του κυρίου Γεωργιάδη πουλάει. Οι τηλεπελάτες του, που παλιότερα «λιγουρεύονταν» τα βιβλία του, που αγόραζαν τα νανογιλέκα του, τον ψηφίζουν φανατικά – στις εκλογές του 2023 έλαβε 63.729 ψήφους. Ισως γι’ αυτό, για την απήχησή του σε ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, φαίνεται πως ο κύριος Γεωργιάδης απολαμβάνει μια άτυπη ασυλία από το κόμμα του. Στο οποίο κόμμα, αν είναι ποτέ δυνατόν, είναι και αντιπρόεδρος, κάτι που λέει πολλά, αν μη τι άλλο για την πολιτική αισθητική και τον κοινοβουλευτικό πολιτισμό της Νέας Δημοκρατίας.
Το δημόσιο ντελίριο του Σπυρίδωνος-Αδώνιδος, τα ιστορικά ξεκατινιάσματά του σε βουλευτικά έδρανα και τηλεοπτικά παράθυρα με άλλα πολιτικά πρόσωπα, ποτέ δεν του δημιούργησαν κανένα πρόβλημα. Να, τώρα, αν και έγινε κάποιος χαμός με τον «μπάφο», ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κάλυψε απολύτως τον υπουργό Υγείας, μετά τις εξηγήσεις που ο ίδιος έδωσε, και το ζήτημα θεωρήθηκε λήξαν από τον κύριο Μαρινάκη.
Οσον αφορά την επίμαχη λέξη, τον μπάφο, τι να πούμε; Ισως, μια ένδειξη της ηλικίας κάποιου ανθρώπου είναι ο όρος που θα επιλέξει για να περιγράψει το χειροποίητο τσιγάρο που περιέχει μίγμα καπνού και κατεργασμένης κάνναβης, δηλαδή χασίς, ή ακατέργαστης, όπως είναι η μαριχουάνα, γνωστή και ως φούντα. Οι παλιοί το έλεγαν κυρίως τσιγαριλίκι, τρίφυλλο, τζόιντ ή γάρο, ενώ οι νεότεροι «μπάφο». Ο κύριος Γεωργιάδης είναι 53 ετών – αν και αρκετά παλιός για να ξέρει τα συνώνυμα, χρησιμοποιεί την τρέχουσα ορολογία, όμως συντάσσει λάθος τη λέξη: «παίρνεις» ναρκωτικά γενικά, αλλά δεν «παίρνεις» μπάφο – «πίνεις» μπάφο. Ο οποίος παρεμπιπτόντως, δεν έχει λεξικογραφηθεί ακόμα, τουλάχιστον σε έντυπη μορφή – ούτε το Μείζον Ελληνικό Λεξικό έχει το λήμμα ούτε η δεύτερη έκδοση του Λεξικού του κ. Μπαμπινιώτη.
Καθώς λοιπόν δεν υπάρχουν επίσημες πηγές, ίσως ο μπάφος να προέρχεται από το ρήμα «μπαφιάζω», που σημαίνει «εξαντλούμαι», «δεν αντέχω άλλο», «κουράζω» αλλά και «ζαλίζομαι από το συνεχές κάπνισμα». Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως η λέξη «μπαφιάζω» είναι ηχομιμητική, από τον ήχο της βεβιασμένης εκπνοής: μπαφ! Αυτό το «μπαφ» ίσως είναι μια άλλη γραφή του «παφ» – λέμε «παφ-πουφ» για κάποιον που καπνίζει.
Τώρα, για τις επιδράσεις της τετραϋδροκανναβινόλης (THC), της δραστικής ουσίας της κάνναβης, στον ανθρώπινο οργανισμό υπάρχει μια τεράστια κουβέντα και μια ανάλογη βιβλιογραφία. Το σίγουρο είναι πως η κάνναβη επηρεάζει, σύμφωνα με τον ΟΚΑΝΑ, τη μνήμη, την κρίση και την αντίληψη. Κάποιοι χρόνιοι χρήστες κάνναβης ενδέχεται να παρουσιάσουν πνευματική ακράτεια αφού πιουν κάμποσους μπάφους, αλλά τι γίνεται μ’ αυτούς που την έχουν μονίμως χωρίς να έχουν καπνίσει τίποτα;
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
