Τελευταία νέα
Μιχάλης Χρυσοχοΐδης για Ηλία Κασιδιάρη: «Δεν ξέρω αν θα μπορέσει να πολιτευτεί, θα το κρίνουν οι δικαστές» Βραβεία Emmy: Σάρωσε το Widow’s Bay με 14 νίκες, έγραψε ιστορία ο Μάθιου Ρις – Καλύτερο δράμα το «The Pitt» [βίντεο] «Νόμος και τάξη» με δύο αποδράσεις Θεσσαλονίκη: Απέτρεψαν συμβόλαιο θανάτου μέλους των «Ντάλτονς» – Βρέθηκαν Uzi και πολεμικό τυφέκιο ΠΑΣΟΚ: Άνοιξε η μεταγραφική περίοδος μετά τη ΔΕΘ – Προ των πυλών ο Αλέξανδρος Αυλωνίτης, ακολουθεί ο Ευάγγελος Αποστολάκης Ο Macklemore εκτός της περιοδείας του Ed Sheeran μετά τις δηλώσεις του υπέρ της Παλαιστίνης Με Καβάφη απάντησε ο Τσουκαλάς για Μητσοτάκη και Τσίπρα Το σχέδιο της ΕΛ.Α.Σ. για την ανάπτυξη – Το νέο παραγωγικό μοντέλο Press Point: Αγοράσαμε το Predator, ναι ή όχι; Τζον Μάξγουελ Κουτσί στην «Εφ.Συν.»: Η δυστυχία και η σύγκρουση είναι οι μηχανές της αφήγησης Κόνιτσα: Για 16η ημέρα καίει η φωτιά στην Τραπεζίτσα – Επιχειρούν ισχυρές δυνάμεις της Πυροσβεστικής Υπόκωφη αίσθηση απειλής και αποξένωσης
Efsyn.gr

Το αδιέξοδο μιας γενιάς

Στη συλλογή διηγημάτων Η Μαρία τα ήθελε όλα (έβδομο λογοτεχνικό βιβλίο της Ελένης Μπουκαούρη), η αναζήτηση της αλήθειας και της προσωπικής ταυτότητας, καθώς και τα θέματα του πένθους και του γήρατος κυριαρχούν. Πρόσωπα και ιδέες που εμφανίζονται σε κάποιο διήγημα επανεμφανίζονται και επαναπροσδιορίζονται στα επόμενα, αφήνοντας πίσω τους ρευστά αλλά αναγνωρίσιμα ίχνη, ενώ ο λόγος, συνδυάζοντας ρεαλιστικές περιγραφές με εσωτερικό μονόλογο και υπερρεαλιστικά στοιχεία, δημιουργεί μια άυλη όσο και συμπαγή ατμόσφαιρα ριζοσπαστικής υπαρξιακής αναζήτησης, σιωπηλής διάψευσης και ψυχικής μόνωσης.
Στο πρώτο διήγημα («Και τώρα τι;»), μια νεαρή δημοσιογράφος, μετά τον πρόσφατο θάνατο του πατέρα της, ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη έχοντας αποδεχτεί την πρόσκληση ενός φίλου του. Εκεί, συζητώντας για την ουσία της δημοσιογραφικής της ιδιότητας, την έκθεση του εαυτού και τις σχέσεις των ανθρώπων, συνειδητοποιεί ότι η δημοσιογραφία δεν περιορίζεται στην έρευνα και την ακρίβεια, αλλά συνδέεται κυρίως με την εμπιστοσύνη που εμπνέει στον αποδέκτη. Θεωρεί, ωστόσο, ότι η ωμή ειλικρίνεια μπορεί να μετατραπεί σε μέσο επιβολής και εξουσίας, όταν χρησιμοποιείται χωρίς σεβασμό προς τον συνομιλητή. Ιδιαίτερο συμβολισμό στο διήγημα, και κατ’ επέκταση σε ολόκληρο το βιβλίο, αποκτά ο χαμαιλέοντας. Το ζώο αλλάζει χρώμα και χάνεται στο περιβάλλον του, όπως και η αφηγήτρια που επιθυμεί να γίνει «αόρατη» για να προστατευθεί από την έκθεση, ενώ η μορφή του εκλιπόντος πατέρα και η επανεμφάνιση των παιδικών ονειρικών εικόνων αποκαλύπτουν τη βαθιά εσωτερική ταραχή της.
Στο διήγημα που ακολουθεί («Η Λουτσία περπατάει») δύο κορίτσια ζουν στην Ιταλία τη δική τους πολιτική και προσωπική εξέγερση, ενώ στο «Movie lady, ή λίγη αγάπη ακόμη», μια ώριμη μεταφράστρια, ασφαλισμένη στο σπίτι της, παλεύει με τις λέξεις στα κείμενα του Μπολάνο, προσπαθώντας να ξεφύγει από τον εαυτό της και τις δύστροπες μνήμες της.
Στο τέταρτο διήγημα («Το πέρασμα») ένα ζευγάρι ηλικιωμένων γίνεται ο προπομπός στην αφήγηση της γηραιάς κυρίας που πρωταγωνιστεί στο πέμπτο διήγημα «Κρύα κυρία».
Σε ολόκληρη τη συλλογή, η προδοσία, η σιωπηλή ήττα, η σεξουαλική τρωτότητα, η έλλειψη νοήματος και οι αδιέξοδες νοηματικές και βιωματικές ζεύξεις και διαζεύξεις φτιάχνουν επαναληπτικά μοτίβα που συμβαδίζουν με τη σκιώδη μορφή της μυστηριώδους Μαρίας, μιας περσόνας που άλλοτε εμφανίζεται ως εκπρόσωπος της γενιάς του οτοστόπ, του Μάη του ’68, των ναρκωτικών και των καταλήψεων, κι άλλοτε ως το πρόσωπο που, ενώ τα ήθελε όλα, ήξερε κι αυτή τόσο καλά να συρρικνώνεται, να γίνεται ελάχιστη, σχεδόν ανύπαρκτη (σελ. 49), μια ανώνυμη του διαδικτύου που φοβάται για τη ζωή της γι’ αυτό το έχει σκάσει από τη ζωή της (σελ. 53).
Στο βιβλίο της Μπουκαούρη, η Μαρία, η Λουτσία, η Αννα, η Ιρινα, σε αντιδιαστολή με την απλότητα της Δέσποινας και του ιδιόρρυθμου αγοριού που εμφανίζεται στο καταληκτικό «Κρύα κυρία», φαίνεται να επιβεβαιώνουν αποφθέγματα του τύπου: «πρόσωπα άγνωστα μοιάζουν γνωστά, ενώ φίλοι και γνωστοί μοιάζουν ξένοι κι απόμακροι» ή «Αλήθεια και ψέματα βρίσκονται στις ίδιες περιοχές του δάσους». Ως εκ τούτου, η άρνηση της πραγματικότητας ίσως είναι γι’ αυτά η μόνη διέξοδος. Αλλωστε: «Σε τι χρησιμεύει η πραγματικότητα αν δεν σε βοηθάει να ζήσεις την επιθυμία σου, το όνειρό σου;»
Το βιβλίο θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως σπονδυλωτό μυθιστόρημα με έντονο το υπαρξιακό και το στοχαστικό στοιχείο, καθώς στις σελίδες του πραγματεύεται, με ενιαίο ύφος, με διεισδυτικότητα και γλωσσική δεξιότητα, τη δυσκολία του ανθρώπου για αυθεντική επικοινωνία και σύνδεση, μέσα σε έναν κόσμο όπου επικρατούν οι ρόλοι, οι μάσκες και οι αμφιβολίες.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...