Αν η διαδήλωση είναι η δημόσια σκηνή όπου το πολιτικό ασυνείδητο μιας κοινωνίας εκδραματίζει τα απωθημένα του, τότε οι πρόσφατες κινητοποιήσεις σε αρκετά κράτη της Ευρώπης δεν μπορούν να διαβαστούν απλά ως αντιδράσεις σε κυβερνητικά μέτρα.
Αποτελούν, αντίθετα, συμπτώματα μιας βαθύτερης και πολυεπίπεδης κρίσης που συνομιλεί με το «εθνικό μυθιστόρημα» της κάθε χώρας. Η Γαλλία έχει μια ιστορική παράδοση στα οδοστρώματα. Από το 1789 μέχρι τον Μάη του ’68, τα εργατικά κινήματα, τις φοιτητικές εξεγέρσεις και τις πρόσφατες κινητοποιήσεις των «Κίτρινων Γιλέκων», η διαδήλωση είναι μέρος της πολιτικής κουλτούρας εκτός από θεμελιώδες δικαίωμα. Η γαλλική κοινωνία δεν αποδέχεται εύκολα πως το Κράτος-Πατέρας δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί την απόλυτη ασφάλεια και την ευημερία. Οι μεταρρυθμίσεις βιώνονται διαχρονικά από τους Γάλλους ως αποστερήσεις ιερών κεκτημένων που κρατούν ζωντανό το μεγάλο αφήγημα της Republique.
Γι’ αυτό και η μπρούτζινη Marianne στην Place de la Republique -η Πλατεία Δημοκρατίας- γίνεται στόχος των διαδηλωτών και καταλήγει να φορά ένα κίτρινο γιλέκο. Η διαδήλωση εδώ λειτουργεί δηλαδή ως ένα είδος mise-en-scène, σκηνική αναπαράσταση της ιστορικής μνήμης. Οι διαδηλωτές δεν διεκδικούν μόνο δικαιώματα αλλά επαναλαμβάνουν τη θεμελιώδη ιδρυτική πράξη της νεωτερικότητας, τη Γαλλική Επανάσταση. Οι διεκδικήσεις του ετερόκλητου πλήθους που κατέκλυσε τα γαλλικά βουλεβάρτα μπορούν να ερμηνευτούν με φροϊδικά εργαλεία. Μέσα από την «Ψυχολογία των μαζών και ανάλυση του Εγώ» μπορούμε να κατανοήσουμε πως το πλήθος μπορεί να δημιουργήσει και να μοιραστεί κοινά συναισθήματα και να προσφέρει στα μέλη του αίσθημα αλληλεγγύης και ισχύος που απουσιάζει από την μετανεωτερική πραγματικότητα.
Οι μαθητικές διαμαρτυρίες για την έλλειψη εκπαιδευτικών και ανεπάρκεια υποδομών διευρύνθηκαν τόσο γρήγορα σε κινητοποιήσεις για το κόστος ζωής και τις κοινωνικές ανισότητες. Η γαλλική διαδήλωση έχει ένα χαρακτήρα τελετουργικό που ενώνει τα παιδιά των μεταναστών με τα παιδιά της αστικής τάξης, τους φοιτητές με τους καθηγητές, μετασχηματίζοντας την ατομική εμπειρία σε συλλογική. Το ατομικό αίσθημα επισφάλειας και εγκατάλειψης συναντά την αντίστοιχη εμπειρία άλλων ανθρώπων και μέσα από μια διαδικασία σύγκλισης γίνεται κραυγή και ενίοτε «πέρασμα σε βίαιη πράξη».
Ο Ντόναλντ Ουίνικοτ ερμήνευε την εφηβική παραβατικότητα ως μια τέτοια κραυγή εξηγώντας πως το παιδί που έχασε κάτι -φροντίδα και σταθερότητα- απευθύνεται με ένταση και ενίοτε βία στο περιβάλλον και του ζητά να το αντέξει και να το επιδιορθώσει. Η συλλογική διαμαρτυρία και διεκδίκηση των μικρών και μεγάλων Γάλλων εμπεριέχει μια τέτοια κραυγή απέναντι στο γαλλικό κράτος που δεν ενσαρκώνει πια επιτυχώς την πατρική του λειτουργία.
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
