Η ακύρωση από το ΣτΕ των προγραμμάτων σπουδών και των αδειών λειτουργίας τριών κολεγίων που αναγνωρίστηκαν ως ιδιωτικά «πανεπιστήμια» με το νομικό τέχνασμα των Νομικών Προσώπων Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΝΠΠΕ), εκθέτει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση που υπέγραψε και εξέδωσε τις ακυρωθείσες από το δικαστήριο άδειες.
Σε αντίθεση με τις βεβιασμένες και άστοχες δηλώσεις του αρμόδιου υφυπουργού, ο οποίος επιχείρησε να υποβαθμίσει την υπόθεση, πρόκειται για γνωμοδότηση που βρίθει σοβαρών μηνυμάτων και αποκαλύπτει το φιάσκο με τα ιδιωτικά «πανεπιστήμια».
Η πρώτη παρατήρηση έχει να κάνει με την απόρριψη από πλευράς ΣτΕ του κανονιστικού πλαισίου στο οποίο στηρίχθηκε η αδειοδότηση των τριών συγκεκριμένων κολεγίων. Δεν πρόκειται, συνεπώς, για τυπικά ζητήματα δευτερεύουσας σημασίας, όπως έσπευσε να διαβεβαιώσει ο υφυπουργός που υπογράφει τις άδειες. Αντίθετα, πρόκειται για διαπίστωση σοβαρών παραβάσεων του νόμου που η ίδια η κυβέρνηση θεσμοθέτησε πρόσφατα. Παραβιάστηκαν οι δύο βασικές προϋποθέσεις που, σύμφωνα με τη γνωμοδότηση, διασφαλίζουν την αναγνώριση ενός ιδρύματος ως πανεπιστημίου: το υψηλό επίπεδο σπουδών και η ακαδημαϊκή ελευθερία.
Η γνωμοδότηση διαπιστώνει ότι τα δύο κριτήρια παραβιάστηκαν με δύο τρόπους: με τη μη συμμόρφωση προς τις υποδείξεις των επιτροπών αξιολόγησης και με τη μη σύννομη συγκρότηση των επιτροπών αξιολόγησης, που παραβίασε τον αδιάβλητο και αξιοκρατικό χαρακτήρα τους. Αν το πρώτο ζήτημα που αποκαλύπτει η γνωμοδότηση του ΣτΕ είναι νομικής τάξης, το δεύτερο είναι ακαδημαϊκής. Δημιουργούνται σοβαρά ερωτηματικά ως προς το αν ο νόμος Πιερρακάκη εγγυάται την ικανοποίηση των δύο προϋποθέσεων που το δικαστήριο θέτει.
Είναι δυνατόν να διασφαλίζεται το υψηλό επίπεδο σπουδών ενός ΝΠΠΕ μόνο με αξιολόγηση των κτιριακών υποδομών και των προγραμμάτων σπουδών του, που παρουσιάζονται, όμως, «στα χαρτιά»; Δεν οφείλει να αξιολογηθεί και ως προς την παραγωγή της επιστημονικής γνώσης, ως προς το ερευνητικό, δηλαδή, προσωπικό του και ως προς τις μέχρι τώρα ερευνητικές του επιδόσεις; Και πώς αναγνωρίστηκαν ως πανεπιστήμια τα ιδιωτικά κολέγια, αφού μέχρι τώρα δεν λειτουργούσαν ερευνητικά, αλλά αποκλειστικά ως εκπαιδευτήρια; Κι ακόμη, δεν υποχρεούται ένα ίδρυμα, για να αποδείξει ότι παρέχει υψηλού επιπέδου σπουδές, να αξιολογηθεί και ως προς το ακαδημαϊκό του προσωπικό που θα τις υλοποιήσει; Πώς αυτό μπορεί να συμβεί, αφού το προσωπικό προσλαμβάνεται… κατόπιν εορτής; Υπάρχει, όμως, και ένα τρίτο ζήτημα που σχετίζεται με την προϋπόθεση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, την οποία η γνωμοδότηση θέτει ως προαπαιτούμενο. Πώς διαπιστώνεται αν ένα κολέγιο πληροί την απαίτηση της ακαδημαϊκής ελευθερίας, όταν μέχρι τώρα λειτουργούσε ως εκπαιδευτική επιχείρηση, με όρους αγοράς και όχι ακαδημαϊκής ελευθερίας;
Το φιάσκο ολοκληρώνεται με τις φρούδες υποσχέσεις του υφυπουργού Παιδείας ότι «ουδείς σπουδαστής θα χάσει τη χρονιά του». Πώς ο υφυπουργός δίνει εγγυήσεις που γνωρίζει ότι δεν μπορεί να ικανοποιήσει; Αφού η ακαδημαϊκή χρονιά που ήδη ολοκληρώθηκε, κρίθηκε από το ΣτΕ άκυρη γι’ αυτά τα τρία κολέγια. Συνεπώς, και αν αποκατασταθούν άμεσα οι παραβάσεις της νομιμότητας, πώς μπορεί αυτό να ισχύσει αναδρομικά για την προηγούμενη χρονιά; Εκτός κι αν η δήλωση κλείνει το μάτι στους ενδιαφερόμενους και στα συμφέροντα πίσω από τις εκπαιδευτικές επιχειρήσεις, ότι το υπουργείο θα συνεχίσει να παραβιάζει τη νομιμότητα που το ίδιο όρισε, συνεχίζοντας την ίδια, μέχρι τώρα, πρακτική, που δεν θα αποκαλυπτόταν αν δεν υπήρχε η γνωμοδότηση του ΣτΕ…
*Καθηγητής Πολυτεχνικής Σχολής, πρώην πρύτανης ΑΠΘ, επικεφαλής της παράταξης «Αλλαγή στην Περιφέρεια Κ. Μακεδονίας»
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
