Μετά τις ευρωεκλογές του 2024 και τη νέα εκλογή προέδρου, το ΠΑΣΟΚ βρέθηκε σε κρίσιμο σημείο καμπής. Κατέλαβε την τρίτη θέση, με τον ΣΥΡΙΖΑ ήδη διασπασμένο και σε φθίνουσα πορεία και με τη Νέα Δημοκρατία να συμπληρώνει επτά χρόνια διακυβέρνησης έπειτα από διαδοχικές κρίσεις.
Το αποτέλεσμα δεν αποτύπωνε δυναμική νίκης. Μπορούσε, ωστόσο, να αναγνωστεί χωρίς να αδικεί το ΠΑΣΟΚ. Παρά τις διαφορές ανάμεσα σε μία εθνική και μία ευρωπαϊκή κάλπη, το ποσοστό του αυξήθηκε οριακά από 11,84% το 2023 σε 12,79%. Ήταν το μόνο από τα τρία μεγαλύτερα κόμματα χωρίς απώλειες, ενώ Νέα Δημοκρατία και ΣΥΡΙΖΑ υποχωρούσαν σημαντικά.
Η επανεκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη με 59,9% στον δεύτερο γύρο των εσωκομματικών εκλογών του Οκτωβρίου 2024, θα μπορούσε να σηματοδοτήσει την επανεκκίνηση της παράταξης, η οποία, στα χρόνια της οικονομικής κρίσης, είχε γνωρίσει εκλογική συρρίκνωση και κρίση ταυτότητας. Με ανανεωμένη εντολή και επαρκή πολιτικό χρόνο, ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ είχε την ευκαιρία να διατυπώσει σαφή πρόταση διακυβέρνησης, να διευρύνει την κοινωνική βάση και να καταστήσει το ΠΑΣΟΚ κυρίαρχο εκφραστή του ευρύτερου προοδευτικού χώρου.
Ο επανεκλεγείς πρόεδρος, όμως, δεν υπερέβη τα όρια της στρατηγικής που είχε υιοθετήσει στις εσωκομματικές εκλογές: είχε εστιάσει στο στενό κομματικό ακροατήριο που θα έκρινε την αναμέτρηση και είχε θέσει στο επίκεντρο του μηνύματός του την «πολιτική αυτονομία».
Η επιλογή είχε ιστορική εξήγηση. Για ένα κόμμα που είχε συμπιεστεί ανάμεσα στη Νέα Δημοκρατία και στον ΣΥΡΙΖΑ, η διαφύλαξη της αυτονομίας και της ταυτότητάς του αποτελούσε αναγκαίο όρο επιβίωσης.
Στην πορεία, όμως, η αυτονομία μετατράπηκε από όρο επιβίωσης σε αυτοσκοπό και, τελικά, σε πολιτική αυτοπαγίδευση.
Αντί να εκφράζει πολιτική αυτοπεποίθηση, λειτούργησε αμυντικά. Προσέφερε ασφάλεια στον ήδη συσπειρωμένο πυρήνα των ψηφοφόρων· δεν ήταν, όμως, αρκετά ελκυστική εκτός των κομματικών τειχών. Με την επανάληψη του σχήματος «να μην γίνουμε ΣΥΡΙΖΑ», το ΠΑΣΟΚ όριζε τον εαυτό του περισσότερο μέσα από αυτό που δεν ήθελε να γίνει παρά μέσα από αυτό που στόχευε να γίνει.
Τα κόμματα αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο όχι μέσα από αρνήσεις, αλλά μέσα από πλειοψηφικές προτάσεις. Βραχυπρόθεσμα, η στρατηγική αυτή απέδωσε, συμβάλλοντας στην άνετη επανεκλογή του Νίκου Ανδρουλάκη. Μακροπρόθεσμα, όμως, περιόρισε τη δυνατότητα του ΠΑΣΟΚ να απευθυνθεί στο ευρύτερο προοδευτικό κοινό, το οποίο δεν προσδοκούσε την αναβίωση του παλιού ΠΑΣΟΚ, αλλά μια σύγχρονη και διευρυμένη πολιτική πρόταση.
Στην πολιτική, όπως και στη ζωή, οι ευκαιρίες να συστηθείς δεν είναι απεριόριστες· ο τρόπος που το κάνεις σε καθορίζει για καιρό. Τη στιγμή που η συγκυρία ευνοούσε τη διεύρυνση, επιλέχθηκε η συσπείρωση· τη στιγμή που απαιτούνταν αυτοπεποίθηση, κυριάρχησε η περιχαράκωση.
Σήμερα, οι βεβιασμένες και ετεροχρονισμένες προσχωρήσεις μοιάζουν ασύνδετες με το αφήγημα πολιτικής αυτονομίας που μέχρι πρότινος υπερασπιζόταν το ΠΑΣΟΚ. Εκπέμπουν στρατηγική αμηχανία –ακόμη και αγωνία πολιτικής επιβίωσης– και όχι αυτοπεποίθηση.
Το ΠΑΣΟΚ άφησε ανεκμετάλλευτο πολύτιμο χρόνο και ζωτικό πολιτικό χώρο, τον οποίο επιχειρεί να καταλάβει ο Αλέξης Τσίπρας με την ΕΛΑΣ. Η ονομασία του εγχειρήματος λειτουργεί ως σήμα πολιτικής συμπερίληψης. Θέτοντας στο επίκεντρο την πατρίδα, το εγχείρημα επιχειρεί να διευρύνει την απεύθυνσή του πέρα από τα παραδοσιακά όρια της Αριστεράς. Οι πρώτες δημοσκοπικές μετρήσεις καταγράφουν δυναμική. Η ΕΛΑΣ έχει περάσει στη δεύτερη θέση και το ΠΑΣΟΚ στην τρίτη. Εφόσον η τάση διατηρηθεί, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να παγιωθεί στην τρίτη θέση ή ακόμη και να υποχωρήσει στην τέταρτη.
Αν η τάση επιβεβαιωθεί στις εκλογές, το στρατηγικό λάθος του ΠΑΣΟΚ δεν θα είναι απλώς ότι δεν αξιοποίησε την κρίση του ΣΥΡΙΖΑ. Θα είναι ότι, στη μοναδική ίσως συγκυρία όπου μπορούσε να διεκδικήσει τον ηγετικό ρόλο στον προοδευτικό χώρο, επέλεξε να προστατεύσει τα όρια της κομματικής του ταυτότητας αντί να διευρύνει εκείνα της πολιτικής του επιρροής.
*Διδάκτωρ Πολιτικής Επικοινωνίας στα ΜΚΔ και Σύμβουλος Στρατηγικής Επικοινωνίας
Διαβάστε περισσότερα
Efsyn.gr
