Τελευταία νέα
Τίτλοι τέλους Η… ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΔΥΣΑΡΜΟΝΙΑ ΔΗΜΟΣΚΟΠΗΣΕΩΝ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΥ ΚΛΙΜΑΤΟΣ Ικανοί πάντοτε για το χειρότερο… Πατέρας συνελήφθη στην Χαλκιδική: Έδωσε στον ανήλικο γιο του να οδηγήσει τζετ σκι Βουλγαρία: Εργαστήριο φαιντανύλης εξάρθρωσε η αστυνομία – Προμήθευε όλη τη χώρα Κούβα: Χάος μετά από νέα πανεθνική διακοπή ρεύματος – Αρνείται κάθε ευθύνη η Ουάσιγκτον παρά τον αποκλεισμό Κηδεύτηκαν στη Γάζα 112 Παλαιστίνιοι που ανασύρθηκαν από τα ερείπια – Κυρίως γυναίκες και παιδιά [εικόνες – βίντεο] Champions League: «Κόλλησε» στο 0-0 με τη Ναϊμέγκεν ο ανέτοιμος Ολυμπιακός Σύγκρουση ελικοπτέρων: Στη Δικαιοσύνη προσφεύγει η οικογένεια του Έλληνα χειριστή που σκοτώθηκε στην Ψάθα Κόσοβο: Οι αρχές πιστεύουν ότι εντόπισαν νέο ομαδικό – Υπόνοιες για έγκλημα πολέμου στα τέλη της δεκαετίας του 1990 Επίσκεψη της ΕΛ.Α.Σ. στις πυρόπληκτες περιοχές Πόρτο Γερμενού, Βιλίων και Μεγάρων Θυμός και απόγνωση μετά τις πυρκαγιές: Στάχτες και ερείπια στη Δυτική Αττική [εικόνες – βίντεο]
Efsyn.gr

«Τρωάδες» από το Εθνικό: Εριξαν και το τείχος της περιορισμένης πρόσβασης

Πόσο νερό κύλησε στο ποτάμι από τότε που το εγκαινίαζε το Φεστιβάλ της Επιδαύρου, στο μακρινό 1954, με τον «Ιππόλυτο» του Ευριπίδη σε σκηνοθεσία Δημήτρη Ροντήρη. Το Εθνικό τότε δεν αποτελούσε μόνο το δικαιωματικά αποκλειστικό εκφραστή του αρχαίου δράματος στον στίβο της Αργολίδας. Ηταν ο φορέας μιας επίσημης σκηνικής ταυτότητας, που αφορούσε την εθνική καλλιέπεια, αριστεία και το σφρίγος και η οποία -κατάλοιπο προφανώς των προπολεμικών φασιστικών αισθητικών- όφειλε να διαπερνά το ύφος, τόνο και ήθος της απόδοσης, μεταφέροντας κάτι το μνημειακό, το μακρινό και αγαλματώδες, σαν μέτρο της σύγκρισης όλων μας με ένα ιδεατό και άπιαστο παρελθόν.
Το αρχαίο δράμα και το Εθνικό και η αντίληψή μας ήταν τότε περιφραγμένα από τείχη. Με τον χρόνο όλα έπεσαν. Το μονοπώλιο του Εθνικού πρώτα-πρώτα, ύστερα ολόκληρη η σκευή της «εθνικής σχολής», σταδιακά η ιδέα της «πιστής μεταφοράς» του αρχαίου λόγου στην ορχήστρα, -τέλος το ίδιο το δικαίωμα του αρχαίου δράματος να ακούγεται αποκλειστικά μόνο αυτό στο αργολικό θέατρο. Νομίζω πως αυτές τις μέρες ζήσαμε την απομάκρυνση ακόμα ενός τείχους: της περιορισμένης πρόσβασης, στο πεδίο του αρχαίου δράματος, όλων όσοι επιθυμούν να προσεγγίσουν την ανεκτίμητη αξία του, ανεξάρτητα της ιδιαιτερότητάς τους.
photo by © Κάρολ Γιάρεκ
Αυτό που είδαμε με αφορμή τις «Τρωάδες» στην Επίδαυρο το περασμένο Σάββατο, -γιατί δυστυχώς η αναστάτωση με τις φωτιές οδήγησε στην ακύρωση της προγραμματισμένης πρεμιέρας την Παρασκευή-, είχε πράγματι ιστορικό χαρακτήρα. Το πλέον σημαντικό είναι ότι η προσπάθεια της Ελένης Ευθυμίου με την ομάδα της απέδειξε και κάτι αληθινά σπουδαίο: ότι είναι τέτοια η δύναμη του θεάτρου και του αρχαίου λόγου, τόση η ισχύς τους, που δεν αφήνουν κανέναν και τίποτα απ’ έξω. Στους αιώνες ο Ευριπίδης έδειξε πως τα έργα του κινούνται σε τέτοιο ύψος που οι μεταξύ μας διαφορές μοιάζουν ασήμαντες. Ο καθένας μπορεί να συνεισφέρει τη δική του ποιότητα -τη μοναδική και ακριβή- στο να κινηθεί ο τροχός του έργου προς την κατεύθυνση της μίας και μοναδικής ανθρωπινότητας.
Το τονίζω αυτό γιατί από μόνη της η είσοδος της ομάδας «εν Δυνάμει» στην ορχήστρα θα μπορούσε να σημαίνει λιγότερα απ’ ό,τι είδαμε στην πράξη. Εδώ, εκτός από μια σημαντική κατάφαση είχαμε ακόμη μια πρόταση που μπορούσε να επεκτείνει με τη συμβολή των μελών της ομάδας τον άξονα του έργου οριζοντίως και καθέτως, από τις γυναίκες της «Τροίας» σε όλα τα θύματα ενός και όλων των πολέμων, σε όλα τα σώματα, γυναικεία και μη που μπαίνουν στη μυλόπετρα αυτής και κάθε Ιστορίας, σε όλες τις λέξεις που συνθέτουν την ίδια και παρόμοια σιωπηλή κραυγή απέναντι στα εγκλήματα, δικά μας και των απέναντι.
Εχοντας εξαρχής για την πρότασή της μια τέτοια γερή βάση, στην οποία το ποιητικό ενώνεται εξαρχής με το πολιτικό, η Ελένη Ευθυμίου δεν δίστασε να προχωρήσει στην επόμενη δοκιμασία: να εντάξει το έργο μέσα σε ένα ρεαλιστικό -αν όχι νατουραλιστικό- περιβάλλον, εκκινώντας εξάλλου και από την ίδια τη μετάφραση του Γιάννη Τσαρούχη. Δεν είναι η πρώτη φορά που το αρχαίο θέατρο ερωτοτροπεί με τον νατουραλισμό. Κι όμως εδώ, από τα συνεχή κελεύσματα από τα μικρόφωνα των φυλάκων, που παραπέμπουν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, μέχρι την εξίσου τολμηρή επιλογή να χρησιμοποιηθούν σώματα παιδιών στη σκηνή για την εικόνα των δολοφονημένων προσώπων του έργου, το ζητούμενο παρέμενε να εξαχθεί η κάπως κινηματογραφική μετάδοση της αιχμαλωσίας, η έννοια της αντιστοίχισης με όσα κάνουμε πως δεν βλέπουμε, αλλά και του επείγοντος σε σχέση με τις επιλογές μας.
Τέλος υπάρχει και η επιλογή να μετακινηθεί η αρχή και το τέλος της τραγωδίας από την απόλυτη ερήμωση και σιωπή των σωμάτων στην έγερση της συνείδησης και της μνήμης. Στην αρχή μια παρέα παιδιών παίζει «τον πόλεμο» χωρίς να γνωρίζει τι θα ακολουθήσει… Και στο τέλος ένας Χορός υψώνει το ανάστημά του απέναντι στη δυστυχία που τον βρήκε. Αφορά αυτό τις ίδιες τις Τρωαδίτισσες και το παράδειγμα, την απόφασή τους να αντισταθούν διατηρώντας την αγωνιστική τους διάθεση, αναπτύσσοντας τη συλλογική τους ταυτότητα και διαφυλάσσοντας τη μνήμη της φυλετικής και έμφυλης ταυτότητάς τους. Το πλέον εντυπωσιακό είναι πως οι ραφές των επιπλέον κειμένων στο σώμα της τραγωδίας έχουν γίνει με τέτοιο έντεχνο τρόπο, ώστε η παράσταση να παρουσιάζεται σε μια δραματουργικά ενιαία και αρραγή πρόταση (σύμβουλος δραματουργίας η Σοφία Ευτυχιάδου).
Είναι η δεύτερη συνεχόμενη παράσταση του Εθνικού που βλέπουμε στην Επίδαυρο φέτος με εντυπωσιακά σκηνικά, αυτή τη φορά από την Ευαγγελία Κιρκινέ. Μα δεν έχουν ομοιότητα με εκείνα του Κωσταντίνου Σκουρλέτη από την «Αλκηστη»;.. Πιθανόν να πρόκειται για σύμπτωση, όμως θα είχε ενδιαφέρον αν αποτελούσαν οι δύο παραγωγές του Εθνικού διαφορετικές εκδοχές της ίδιας σκηνογραφικής ιδέας, ενός κόσμου που έχει εν γένει γείρει…. Ο Αγγελος Μέντης ντύνει τα μέλη του χορού με παιδικές φορεσιές και τους ερμηνευτές με απλά μαύρα ενδύματα. Στο τέλος, παιδικά ρουχαλάκια αφήνονται πάνω στο σκηνικό, σαν υπενθύμιση μιας γενοκτονίας που προηγήθηκε και ακολούθησε. Η μουσική του Λευτέρη Βενιάδη ακολουθεί το κείμενο, προσθέτει ηχητικά τοπία και κινεί εσωτερικά τα αισθήματά μας. Εξαιρετική η εργασία στην κίνηση του Τάσου Παπαδόπουλου, -και στη δική του συμμετοχή πιστώνεται το γεγονός ότι δημιουργήθηκε στην ορχήστρα η εντύπωση της ασφυκτικής συσσώρευσης των σωμάτων σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Στην ίδια εντύπωση συνέβαλαν και οι φωτισμοί της Ζωής Μολυβδά-Φαμέλη.
Είναι πολύ εύκολο πια να διακρίνω πότε ένας ηθοποιός είναι ευχαριστημένος από την εργασία, αλλά και τη συνεργασία του σε μια ομάδα. Με σπάνια ερμηνευτική υποβολή η Λυδία Φωτοπούλου σμιλεύει μια Εκάβη ξεχωριστή απ’ όσες είχαμε γνωρίζει μέχρι τώρα. Ο θρήνος της, η στάση, η ίδια η εικόνα της είναι μακριά από κάθε απόπειρα πρωταγωνισμού, είναι η θέση μιας σπουδαίας ηθοποιού που συνεχίζει να συνομιλεί με το σύνολο ακόμα και στους μονολόγους της. Γι’ αυτό λες και η δύναμη του χαρακτήρα της αυξάνεται όπως αντικατοπτρίζεται στους πολλούς και όπως επιστρέφει σε αυτήν. Θαυμάσιο το ντουέτο της με την Ανδρομάχη της Εύης Σαουλίδου, μια εξίσου στιβαρή, αγριεμένη και γρανιτένια μορφή. Βρήκα εξίσου ενδιαφέρουσα την Κασσάνδρα από τη Νάνσυ Σιδέρη -ένα κοριτσόπουλο ανάμεσα στην εφηβεία και τη βίαιη ενηλικίωση. Η «τρέλα της» (ή μάλλον η παράλογη σοφία της) δεν εμφανίζεται παρά σαν εκτόνωση ενός ακόμη ασχημάτιστου -εφηβικού- σώματος. Ενδιαφέρον. Το τελευταίο μέλος του ενός γυναικείου σώματος είναι η Ελένη της Βασιλικής Τρουφάκου. Μία εμφανώς κακοποιημένη γυναίκα σαν το αιώνιο θύμα της ανδρικής εκμετάλλευσης. Πολύ σωστά τής αφαιρέθηκαν τα «γυναικεία καμώματα» – εδώ έχουμε μια δυναμική εκδοχή της που πληρώνει τις επιλογές τις δικές της, αλλά και των άλλων.
Ο Αργύρης Ξάφης έχει αποκτήσει ξεχωριστό σκηνικό κύρος και το χρησιμοποιεί εδώ για να πληθύνει τον ρόλο του Ταλθύβιου. Ο Ταλθύβιος του είναι αληθινά σύνθετος: αυστηρός τηρητής των κανόνων, μα περιέργως και το θύμα τους -αφού από τώρα υποψιαζόμαστε πως με την επιστροφή του, τα τραύματα του πολέμου θα αρχίσουν να τον κατασπαράζουν από μέσα προς τα έξω. Πολύ διακριτός ο Μενέλαος του Γιώργου Χριστοδούλου, αν και κάπως υπερβολικός στην εξωστρέφειά του. Διόλου ασήμαντοι οι ρόλοι του μικρού Αστυάνακτα από τον Μιχάλη Μήτση, και της νεαρής Πολυξένης από την Ανά Τζουλάκη Χριστοδούλου.
Για τον Χορό μίλησα ήδη. Πρόκειται για μέρος του ίδιου σώματος όπου ανήκουν τα πρόσωπα της τραγωδίας, το σώμα ενός λαού που πέφτει, μα κρατά την αξιοπρέπεια, τη μνήμη και το πρόσωπό του: Μύριαμ Αρτζανίδου, Μαρία Δαχλύθρα, Eλένη Δημοπούλου, Νίκος Κυπαρίσσης, Ειρήνη Κουρούβανη, Λωξάνδρα Λούκας, Λυγερή Μητροπούλου, Θεανώ Παπαβασιλείου, Κατερίνα Παπανδρέου, Νίκη Πεταλά και Χρύσα Τουμανίδου.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...