Θυμάστε το τραγούδι που λέει «Πόσο λυπάμαι τα χρόνια που πήγαν χαμένα, πριν να γνωρίσω εσένα…». Λογικά το θυμάστε, πολύ πιθανό δε να το έχετε αφιερώσει κιόλας. Εγώ το σκέφτομαι κάθε φορά που μια νέα μουσική βρίσκει στόχο κατευθείαν στην καρδιά μου και παίρνει επάξια το σήμα “heart-picked music”. Εν προκειμένω αυτό συνέβη περίπου ένα μήνα πριν όταν ήρθα πρώτη φορά σε επαφή με την μουσική των Electric Litany και του τέταρτου ολοκληρωμένου δίσκου τους με τίτλο “Desires”.
Από τα πρώτα λεπτά ακρόασης κατάλαβα πως έχω να κάνω με την πιο μυσταγωγική λοcαλ μπάντα. Και όταν λέω μυσταγωγική, δεν εννοώ κάποια down tempo παραγωγή με κάποια synthesizers και το εφέ μιας σκοτεινής ατμόσφαιρας. Οι Electric Litany έχουν μέσα τους τον απόηχο των εγκαταλελειμμένων βικτωριανών θεάτρων, τον οποίο μετέτρεψαν σε κάτι τόσο δικό τους. Μιλάω για ατελείωτα ηχοτοπία, με φωνητικά τα οποία κουμπώνουν σαν αγκαλιά στις μελωδίες και ισορροπούν εξαιρετικά μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ρεαλισμού και υπερβατικότητας.
Το “Desires” είναι ένα φανταστικό άλμπουμ! Εξαιρετικές ηλεκτρονικές παραγωγές μελετημένες με ακρίβεια χιλιοστού. Μέσα τους κρύβουν jazz, rock, pop, folk…. Στη φάση αυτή, νομίζω πως συνάντησα μια πιο electro και εξωστρεφή πλευρά τους. Όταν τα 44 λεπτά του “Desires” τελείωσαν, θεώρησα πως πρέπει να ακούσω την δισκογραφία των Electric Litany, η οποία με έκανε να καταλάβω την εξέλιξή τους μέσα από τη συνεχή εξερεύνηση. Και τα τέσσερα άλμπουμ τους ενδείκνυνται για ταξίδια μεγάλων αποστάσεων. Μοναχικά και εσωτερικά αλλά και ταυτόχρονα, σε πραγματικό χρόνο, με συνταξιδιώτες, μπροστά από ένα τιμόνι ή πίσω από ένα παράθυρο μέσα στα σύννεφα. Προφανώς και το άλμπουμ θα είναι στα καλύτερα της χρονιάς μου.
Με αφορμή λοιπόν την κυκλοφορία του αλλά και το live τους την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο Ground Stage του Gazarte στην Αθήνα κατά το οποίο το ελληνοβρετανικό κουαρτέτο θα παρουσιάσει κομμάτια από το νέο του άλμπουμ, μίλησα μαζί τους για την συλλογικότητα του πόθου, την αποδοχή των ατελειών και τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στο τεχνητό και το αληθινό.
Ξέρω ότι ξεκινάω ανορθόδοξα αλλά με κέντρισε τόσο πολύ ο πρώτος σας δίσκος “How To Be A Child And Win The War”. Εκεί κατάλαβα την ουσία και την φύση της τέχνη σας! Τι υπέροχη δουλειά! Πείτε μου λίγα λόγια για την μπάντα σας. Έχετε ως έδρα το Λονδίνο. Ζείτε εκεί μόνιμα; Πως σχηματίστηκαν οι Electric Litany; Και πως εμπνευστήκατε να εντάξετε στίχους από την «Σονάτα του Σεληνόφωτος» στο “Tear”΄;
Αλέξανδρος: Ζούμε και υπάρχουμε ως μπάντα με έδρα το Λονδίνο από το 2007. Το “How To Be A Child And Win The War” ήταν ένας δίσκος που γράφτηκε χωρίς στρατηγική. Ήταν ένας δίσκος σαν ειλικρινής καθρέφτης αυτού που ζούσαμε τότε. Η μπάντα είχε σχηματιστεί δύο χρόνια πριν, μέσω μιας αγγελίας ουσιαστικά, όπου βρεθήκαμε με τον Richard. Τότε ζούσαμε στο παλιό δημαρχείο του Leyton και μέσα εκεί υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο βικτωριανό θέατρο, όπου κάναμε την πρώτη πρόβα με τον Richard. Το ίδιο βράδυ είπαμε να φτιάξουμε την μπάντα. Η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» ήταν επίσης μια ενστικτώδης επιλογή. Είχαμε μια κασέτα με τις απαγγελίες του Ρίτσου και στο πρώτο demo του “Tear” απλά το βάλαμε στην αρχή και κόλλησε.
Ερχόμενοι στο σήμερα και στον τέταρτο δίσκο σας με τίτλο “Desires” ποιοι κοινοί πόθοι σας καθοδηγούν;
Jason: Πιστεύω πως, λόγω του χρόνου που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί ο δίσκος, περάσαμε από διάφορα στάδια. Σίγουρα επηρεαστήκαμε από γεγονότα που βιώσαμε και παρατηρήσαμε, αλλά παράλληλα υπήρχε μια μόνιμη διάθεση για εξερεύνηση καινούργιων ιδεών.
Πώς ο πόθος, κάτι τόσο προσωπικό και βιωματικό, μπορεί να μετατραπεί σε κάτι συλλογικό μέσω της τέχνης;
Jason: Σε έναν γενικό βαθμό, θα έλεγα πως μέσω της τέχνης πολλοί άνθρωποι ίσως βρίσκουν μια αίσθηση ότι ανήκουν κάπου — είτε σε μια μικροκοινότητα, σε κάποιο ιδεολογικό κίνημα, ή έστω σε ένα στέκι όπου παίζει συγκεκριμένη μουσική. Μου ‘ρχεται στο μυαλό ο Ρίτσος: «Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε, αδελφέ μου, απ’ τον κόσμο – εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο».
Με το “Desires” νομίζω πως δημιουργήσατε ένα πολύ φρέσκο ηχοτοπίο. Το ίδιο ατμοσφαιρικό, το ίδιο ονειρικό αλλά με λίγο περισσότερο φως και σε κάποια σημεία του αρκετά jazz. Πώς δομήθηκε αυτός ο πιο εξωστρεφής ήχος του;
Αλέξανδρος: Λιγότερος έλεγχος, περισσότερη ροή, αποδοχή ατελειών στην ηχογράφηση. Ήθελα οι συνθέσεις να μοιάζουν σαν να κινούνται ελεύθερα, σαν να μπορούν να στραφούν σε διαφορετική κατεύθυνση ανά πάσα στιγμή. Βέβαια, για να μπορούμε να μπούμε στο στούντιο νιώθοντας έτοιμοι, προϋπήρξε μια «δουλειά του μυρμηγκιού»· συλλογή ήχων, μηχανημάτων και ιδεών γραφής για 4–5 χρόνια. Μιλώντας τεχνικά και όχι συνθετικά, τα τελευταία 5–6 χρόνια ασχολήθηκα αρκετά με τα modular synthesizers, όπου αποθήκευα όλα αυτά τα χρόνια μικρούς ήχους, μουσικούς και μη, στη μνήμη των μηχανημάτων, και τους ετοίμαζα ως παλέτα για όταν θα ερχόταν η ώρα της ηχογράφησης. Έτσι, πιο εικαστικά, όπως ένας ζωγράφος ετοιμάζει τα χρώματα της παλέτας του.
“Itor” δηλαδή «ἦτορ», δηλαδή καρδιά; Καλά κατάλαβα;
Αλέξανδρος: Μας το έχουν αναφέρει αυτό αλλά δεν το γνωρίζαμε καν. Όχι, το όνομα είναι πιο κοντά στο αγγλοσαξονικής προέλευσης Tor και σημαίνει βραχώδης λόφος ή φυσικός βράχος που προεξέχει, κυρίως σε περιοχές όπως το Dartmoor στην Αγγλία. Έχει μια αίσθηση κάτι αρχέγονου και ακίνητου. Ο τίτλος είναι ιδέα του Richard, ο οποίος μεγάλωσε σε μέρη της Αγγλίας με tors.
Τι ανατροφοδοτεί και τι επουλώνει την καρδιά σας;
Αλέξανδρος: Θα το έλεγα σε δύο βασικούς πυλώνες. Ο πρώτος είναι η καλή και αληθινή τέχνη. Εκείνη που σε κάνει να μαγεύεσαι ξανά από τη ζωή. Που στέκεται απέναντι στην απομάγευση του κόσμου αλλά και στην απομάγευση της ίδιας της ενηλικίωσης. Για μένα, αυτό είναι μια μικρή αλλά ουσιαστική αντίσταση στην κυνικότητα και στην ιδέα ότι όλα πρέπει να είναι χρήσιμα ή αποδοτικά. Ο δεύτερος πυλώνας είναι μια βαθιά ανάγκη για δικαιοσύνη. Να μπορούμε και να δρούμε για να υπάρχουμε σε έναν κόσμο πιο δίκαιο, με περισσότερη ισότητα, λιγότερη ασχήμια, λιγότερη βία, λιγότερο φόβο. Μια συνεχομένη τάση προς μια εσωτερική και εξωτερική αναρχία.
Jason: Σίγουρα η μουσική, σε οποιαδήποτε μορφή – μελέτη, παίξιμο, άκουσμα, παραγωγή κτλ., παίζει καθοριστικό ρόλο. Εξίσου σημαντική είναι και η καλή παρέα: είτε οικογένεια, φίλοι, είτε κάποιος άγνωστος άνθρωπος με τον οποίο απλώς έτυχε να μοιραστείς κάποιες στιγμές. Και τέλος, για μένα προσωπικά, το σκυλί μου, η Winnie, που ίσως να μου φτιάχνει το κέφι πιο γρήγορα από οτιδήποτε άλλο σε αυτόν τον κόσμο.
Οι πλαστικές κούκλες του εξωφύλλου του δίσκου πώς μπορούν να συνδεθούν με τους πόθους των κομματιών σας;
Richard: Τα mannequins είναι ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο για εμάς, γιατί πάντα μας γοήτευε αυτός ο ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στο τεχνητό και το αληθινό. Στο “Desires” αποκτούν σχεδόν μια μυθική διάσταση. Είναι όμορφα, αλλά ταυτόχρονα παγωμένα και ελαφρώς ανησυχητικά. Αυτή η ένταση αντικατοπτρίζει και τους πόθους των κομματιών. Την έλξη προς κάτι που μοιάζει αληθινό, αλλά ίσως είναι κατασκευασμένο. Την ανάγκη να αμφισβητήσεις την αυθεντικότητα και τις ψευδαισθήσεις μέσα στις οποίες συχνά παγιδευόμαστε.
Έχετε υπάρξει “junkie” του έρωτα; Ή μάλλον ας το θέσω καλύτερα… Έχετε υπάρξει ποτέ εξαρτημένοι από ένα άτομο ή την ιδέα που είχατε δημιουργήσει μέσα σας;
Αλέξανδρος: Ίσως αλλά είναι αδιάφορο. Αν υπάρχει κάτι που αξίζει, είναι μια αληθινή «εξάρτηση» που γεννιέται μέσα στον πραγματικό έρωτα. Όχι σε αυτόν που ζει μόνο στη φαντασία, αλλά σε εκείνον που υπάρχει, που πατά στα πόδια του, που είναι ρεαλιστικός και συμβαίνει στην καθημερινότητα. Αυτός ο έρωτας, όταν είναι αληθινός, είναι η πράξη με την οποία το παράλογο της ύπαρξής μας αποκτά νόημα.
Πώς γράφετε στίχους; Προηγούνται των συνθέσεων;
Αλέξανδρος: Συνήθως γράφω παίζοντας μουσική και τζαμαροντας με την μπάντα, πολλές φορές ακουστικά / ηχητικά. Σπάνια υπάρχει από πριν μια ιδέα ή μια ιστορία που θέλω συνειδητά να αφηγηθώ. Περισσότερο αφήνομαι σε ένα περιβάλλον που δημιουργείται τη στιγμή της σύνθεσης, και μέσα σε αυτό οι σκέψεις και οι εικόνες αρχίζουν να εμφανίζονται σχεδόν από μόνες τους. Οι στίχοι συμβαίνουν. Και αυτό έχει δύο αποτελέσματα. Πρώτον, δεν υπακούν σε προκαθορισμένους λογοτεχνικούς κανόνες και αποφεύγουν το αναγνωρίσιμο ή το τετριμμένο. Και δεύτερον, ξεφεύγουν από το καθαρά τεχνικό κομμάτι της γραφής, από το craft. Έρχονται από ένα πιο βαθύ μέρος, λιγότερο ελεγχόμενο και, για μένα, πιο αληθινό.
Τι να περιμένει από εσάς το αθηναϊκό κοινό την Κυριακή 21 Δεκεμβρίου στο GroundStage του Gazarte;
Την παρουσίαση του μεγαλύτερου μέρους του νέου μας δίσκου, που ανυπομονούμε πραγματικά να μοιραστούμε ζωντανά, αλλά και αναφορές σε κομμάτια από τον πρώτο μας δίσκο. Ιδιαίτερη χαρά για εμάς είναι και η παρουσία της full ομάδας στο τεχνικό κομμάτι. Των αδερφών μας και ουσιαστικά μελών της μπάντας, Γιώργου Μπότη και Τάσου Μπότη, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος των δίσκων και της ζωντανής μας εμπειρίας. Θα έχουμε μαζί μας και πολύ σημαντικούς guest μουσικούς, ανθρώπους με τους οποίους μας συνδέουν προσωπικές και μουσικές σχέσεις χρόνων. Τον μαγικό φίλο και λυράρη Θεόφιλο Λάη, με τον οποίο παίζουμε και ηχογραφούμε μαζί εδώ και πολλά χρόνια, και τον σπουδαίο τρομπετίστα και συνθέτη Ανδρέα Πολυζογόπουλο, με τον οποίο μας ενώνει, πέρα από την κοινή δισκογραφία, μια βαθιά μουσική φιλία. Ανυπομονούμε επίσης να ακούσουμε τους Kepler Is Free, που θα ανοίξουν τη συναυλία. Είναι μια νέα, πολύ ευχάριστη μουσική ανακάλυψη και χαιρόμαστε ιδιαίτερα που θα μοιραστούμε τη σκηνή μαζί τους.
Info
Electric Litany 21 Δεκεμβρίου | Gazarte – Ground Stage
The post Electric Litany: Λίγο πριν το live τους στο Gazarte μιλούν για την συλλογικότητα του πόθου, την αποδοχή των ατελειών και τον ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στο τεχνητό και το αληθινό appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
