Οι ερωτικές σχέσεις είναι πάντα ένα ισοζύγιο δυνάμεων. Βασικά όχι μόνο οι ερωτικές, και πολλές άλλες κατηγορίες σχέσεων, πάντως οι ερωτικές σίγουρα. Είναι μόνο αυτό; Σαφώς και όχι. Μπορούν όμως να εξεταστούν έξω από το συγκεκριμένο πλαίσιο; Μόνο αν θέλουμε να τις εξετάσουμε εξιδανικευμένα και τελικά εσφαλμένα. Αναιρεί το συγκεκριμένο πλαίσιο τον ρομαντισμό, την αγάπη, τον έρωτα, τα ευγενή συναισθήματα; Κάθε άλλο. Ωστόσο, είτε από την πρώτη στιγμή, είτε στην πορεία, κάποιος από τους δύο θα καίγεται περισσότερο, κάποιος από τους δύο θα νοιάζεται περισσότερο, κάποιος από τους δύο θα εξαρτάται από τη σχέση και τον άλλο περισσότερο. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται και όπως μπορεί να το χειριστεί. Άρα οι σχέσεις που διαρκούν σε βάθος χρόνου είναι εκείνες στις οποίες τα δύο μέρη βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο αναγκών και επιθυμιών; Όχι απαραίτητα και όχι πάντα, πιθανώς να υπεισέρχονται και άλλοι παράγοντες που συντελούν στη διατήρησή τους, αλλά αυτή είναι μια διαφορετική συζήτηση. Ας μείνουμε στο δεδομένο ή έστω στον βασικό ισχυρισμό: οι ερωτικές σχέσεις είναι πάντα ένα ισοζύγιο δυνάμεων.
O Kόλιν είναι ο ορισμός του φλώρου, καλό παιδί από σπίτι, τα μαλλιά του σε αφέλειες λες και είναι παιδάκι, συνεσταλμένος, τραγουδά ερασιτεχνικά α καπέλα παραδοσιακά τραγούδια μαζί με τον πατέρα του και τον αδελφό του φορώντας στολές που συμπεριλαμβάνουν παπιγιόν, η δουλειά του είναι να κόβει κλήσεις για παρκάρισμα, ακόμα και άντρες η μητέρα του μπαίνει στις εφαρμογές για να του βρει. Ο Ρέι από την άλλη είναι μηχανόβιος, φορά δερμάτινα, κυρίως έχει την όψη, το παράστημα, το σώμα, την επιβλητικότητα, το σεξ απίλ του Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ. Στην πρώτη σκηνή η μηχανή του προσπερνάει βολίδα το οικογενειακό αυτοκίνητο του Κόλιν, στο οποίο εκείνος κάθεται στο πίσω κάθισμα. Χωρίς να ξέρει, χωρίς να μπορεί να φανταστεί, την κοιτά σαν να ανήκει σε έναν άλλο κόσμο. Αλλά οι κόσμοι τους θα συναντηθούν λίγο αργότερα σε ένα μπαρ. Όταν ο Ρέι του πασάρει σημείωμα για υπαίθριο τόπο συνάντησης το επόμενο βράδυ, ο Κόλιν δεν πιστεύει την τύχη του. Τι κι αν είναι Χριστούγεννα; Θα τα γιορτάσει έτσι.
Κι όταν λίγο καιρό μετά την πρώτη τους υπαίθρια σεξουαλική φάση, κατά την οποία ο Κόλιν τον κοιτούσε με την ελαφρώς αλλήθωρη ματιά του αποσβολωμένος και καταμαγεμένος, ο Ρέι τον καλεί σπίτι του, κι όταν του λέει να έρθει και την επόμενη και το μεταξύ τους αρχίζει να αποκτά χαρακτηριστικά σχέσης, ο Κόλιν δεν μπορεί να πιστέψει την τύχη του. Μα τι μπορεί να βρήκε ένας άντρας σαν τον Ρέι σε έναν άντρα σαν τον Κόλιν; Όταν τον βάζει να του μαγειρέψει, όταν δεν τον αφήνει να κάτσει να φάει δίπλα του αυτό που μαγείρεψε, όταν τον βάζει να κοιμηθεί στο χαλί στο πάτωμα και όχι στο κρεβάτι, όταν το πρωί του έχει τη λίστα με τα ψώνια και τα θελήματα που πρέπει να κάνει και ο Κόλιν αρχίζει να συμμορφώνεται στις απαιτήσεις του ρόλου του υπάκουα, ίσως να γίνεται πιο ξεκάθαρο τι του βρήκε. Η μια ερμηνεία είναι ότι ο Ρέι βρήκε έναν που θα μπορεί να έχει εντελώς του χεριού του και κάνει κατάχρηση της δύναμής του. Η δεύτερη είναι ότι η σχέση τους να μπορεί να ειδωθεί και ως μεταφορικό τράβηγμα στα άκρα μιας συνθήκης, όχι για να σοκαριστούμε οι υπόλοιποι που δεν θα κάναμε ποτέ μια παρόμοια σχέση, αλλά για να αναρωτηθούμε μήπως την είχαμε ποτέ στο παρελθόν κάνει ή ακόμα χειρότερα βρισκόμαστε τώρα μέσα σε μια τέτοια. Η τρίτη όμως είναι ότι ο Ρέι δεν εφηύρε τον τροχό, αλλά συμπεριφέρεται εντός των ορίων ενός διαφορετικού τύπου σχέσης με τους δικούς της κανόνες, το δικό της συμβόλαιο, τις δικές της συμβάσεις, της σχέσης dom/sub, της σχέσης κυρίαρχου – υποταγμένου (πολύ σχετικό το «Ίρβινγκ Παρκ» του Παναγιώτη Ευαγγελίδη, ντοκιμαντέρ του 2019, που πραγματεύεται την ιστορία τεσσάρων γκέι αντρών μεταξύ 60 και 70 ετών, που ζουν ως «Κύριοι» και «Σκλάβοι» στο Σικάγο).
Όπως και να έχει όμως, το σίγουρο είναι ότι ο Ρέι κινείται σε οικείο συναισθηματικό και σχεσιακό περιβάλλον, ενώ ο Κόλιν σε εντελώς πρωτόγνωρο. Ο Κόλιν, που ήταν γενικά άβγαλτος σε σχέσεις, καλείται να μπει σε μία που μοιάζει όσο πιο ανισοβαρής μπορεί να φανταστεί κανείς. Γιατί ο Ρέι, πέραν όλων των υπολοίπων, δεν εκδηλώνει συναισθήματα, δεν φιλάει τον Κόλιν ποτέ. Αν θα δεχτεί να μπει στη συνθήκη της εξαρτάται από τον ίδιο. Όσο τουλάχιστον μπορεί να εξαρτάται από το πιο αδύναμο μέλος, από τον πιο γοητευμένο-ερωτευμένο-καψούρη. Ο Ρέι δεν τον βάζει να κάνει κάτι με το ζόρι, ούτε τον χειραγωγεί. Σου κάνει; Αυτό είναι. Εδώ έτσι θα είμαστε. Κι εδώ το προς τα πού είναι στραμμένο το ζύγι, ποιος είναι ο δυνατός και ποιος ο αδύνατος, είναι όχι μόνο σαφές, αλλά ορισμένο από την αρχή και καταστατικά.
Δεν θα μπορούσε όμως να συμβαίνει το αντίστροφο; Δεν θα μπορούσε να υπήρχε αυτή η σχέση dom/sub μεταξύ τους, αλλά ο «κυρίαρχος» να είναι ο πιο εξαρτημένος από τη σχέση; Ενδεχομένως ναι, πάντως στη συγκεκριμένη περίπτωση όχι: ο Κόλιν μπαίνει λατρευτικά και με ευγνωμοσύνη στη σχέση, υπάρχει μια πολλαπλή ανισότητα ανάμεσά τους, τόσο από την πλευρά του πόσο περπατημένος είναι ο ένας και πόσο όχι ο άλλος, όσο κατεξοχήν και με το πόσο πιάνει ο καθένας στην ερωτική αγορά, ώστε είναι σαφές ότι το ζύγι γέρνει αναμφισβήτητα προς τη μια πλευρά. Και πολύ.
Απ’ την άλλη οι σχέσεις εξελίσσονται. Οι δυναμικές τους δεν μένουν αμετάβλητες στην πορεία του χρόνου. Γιατί μπορεί ο μεν Ρέι από την πλευρά του αυτά που υποσχέθηκε ότι θα δίνει να τα δίνει, αλλά του Κόλιν αρχίζουν να μην του αρκούν και να ζητάει παραπάνω. «Δεν είσαι ευτυχισμένος, Κόλιν;». «Είμαι, αλλά θα μπορούσα να είμαι περισσότερο». Το σημείο ισορροπίας μιας σχέσης, όσο δυσανάλογο κι αν είναι, μπορεί να είναι και το σημείο αντοχής της. Και το να ζητάς με το δίκιο σου περισσότερα σημαίνει τελικά δύο πράγματα: ή θα τα πάρεις και θα βρεθεί νέο σημείο ισορροπίας, λιγότερο δυσανάλογο, ή θα φας τα μούτρα σου και θα χάσεις κι αυτό που είχες. Το να ζητάς περισσότερα, να θες να αλλάξεις το τι δίνει και τι παίρνει ο καθένας, είναι υγιές και μπράβο σου που το διεκδικείς εφόσον έτσι νιώθεις, αλλά πριν το κάνεις καλό είναι να έχεις επίγνωση του διακυβεύματος. Το να σου πει ο άλλος όχι και να παραμείνετε εκεί που βρισκόσασταν πριν είναι πολύ δύσκολο. Κάτι έχει αλλάξει πια. Η μεταξύ σας ισορροπία διαταράχθηκε. Η επιστροφή σε αυτή θα σήμαινε μάλλον τη δική σου δυσφορία που δεν πήρες εκείνο που ζήτησες, όπως και τη δυσφορία του άλλου επειδή εσύ δυσφορείς. Τίποτα που δεν λύνεται με μια αμοιβαία υποχώρηση, κι άλλωστε οι αμοιβαίες υποχωρήσεις δεν βρίσκονται στον πυρήνα των σχέσεων; Προσοχή στο κενό μεταξύ αμοιβαίων υποχωρήσεων και αμοιβαίας δυσφορίας.
Ο Κόλιν μπαίνει σε ένα ταξίδι στο οποίο αρχίζει να γνωρίζει τον εαυτό του, τα θέλω του, τα όριά του, τις αντοχές του. Ο Κόλιν ήξερε ότι δεν ξέρει τον εαυτό του. Ο Ρέι ήξερε ότι ξέρει τον εαυτό του, τα δικά του θέλω, όρια κι αντοχές. Η σχέση ξεκινά με εκείνον σταθερό σημείο και τον Κόλιν μετακινούμενο από έναν τρόπο ζωής και μια αντίληψη ζωής σε μια άλλη στην οποία αρχικά προσαρμόζεται μεν, αλλά μετά εξακολουθεί να μετακινείται. Ο Ρέι ως τώρα στηριζόταν στα καλούπια της κυριαρχίας και της επιβολής των όρων του παιχνιδιού, τα καλούπια που κάτι δικό του εξυπηρετούσαν, αλλά ταυτόχρονα τον κρατούσαν και προστατευμένο από κάτι επίσης δικό του.
Ο Κόλιν μέσα στη ρομαντική αφέλεια της διεκδίκησης, μέσα στην άγνοια κινδύνου του, αλλά και μέσα στην κατακτημένη αυτογνωσία του, κάνει το βήμα. Απομένει να δούμε αν θα κάνει κι ο Ρέι το δικό του. Εξαρτάται στο κάτω κάτω της γραφής, όπως σε κάθε ερωτική σχέση, από το πόσο πολύ τον νοιάζει, από το τι σημαίνει για αυτόν η σχέση, από το πόσο πολύ θέλει να είναι μαζί με τον Κόλιν. Ή και όχι, ή εξαρτάται στο κάτω κάτω της γραφής, όπως σε κάθε ερωτική σχέση, από το κατά πόσο θα μπορέσει να υπερβεί τα δικά του θέματα, όσα τον κρατούν εκείνον συναισθηματικά καθηλωμένο. Τα θέλω μας και οι φόβοι μας, τα σημεία που ξέρουμε και τα σημεία που δεν θέλουμε να πάμε, ο τρόπος που μάθαμε να σχετιζόμαστε, ο τρόπος που φοβόμαστε να σχετιζόμαστε, τι είναι έτσι και τι αλλιώς, ο καθένας παίρνει τελικά την ερμηνεία που τον βολεύει, αν προτιμά να νιώθει ο συναισθηματικά ανοικτός και γενναίος της υπόθεσης ή αν προτιμά να νιώθει το ματαιωμένο θύμα της υπόθεσης, και καθόλου αυτονόητο δεν είναι ότι προτιμά πάντα το πρώτο από το δεύτερο.
Νομίζω ότι τελικά εκείνο που μου αρέσει περισσότερο απ’ όλα στο “Pillion” του πρωτοεμφανιζόμενου Xάρι Λάιτον, που βασίστηκε σεναριακά στο μυθιστόρημα “Βox Hill” του Aνταμ Μαρς- Τζόουνς, είναι ότι μπορώ να συναισθανθώ, να κατανοήσω, να συμπονέσω, οριακά μέχρι και να αγαπήσω ως χαρακτήρες, τόσο τον Κόλιν του Χάρι Μέλινγκ όσο και τον Ρέι του Αλεξάντερ Σκάρσγκαρντ. Κι όχι μόνο αυτούς. Και τη σχέση τους. Όσα αναμφίβολα προβληματικά στοιχεία κι αν εμπεριέχει, με αλήθεια ξεκίνησε, με αλήθεια συνεχίστηκε και αν συνεχίζεται ακόμα ή αν σταμάτησε, θα το δείτε παρακολουθώντάς την, πάντως την αλήθεια και των δύο καθρεφτίζει, μια αλήθεια που, παρά τα φαινόμενα, ουδέποτε και σε κανένα στάδιο δεν ήταν η προσπάθεια επιβολής της δύναμης του ενός πάνω στον άλλο.
The post “Pillion” του Χάρι Λάιτον: «Θα μπορούσα να είμαι περισσότερο» appeared first on ελculture – Θέατρο, Μουσική, Τέχνη & Πολιτισμός.
Διαβάστε περισσότερα
