Τελευταία νέα
«Νιώθω δικαιωμένη για το παράσημο»: Η Ακρίτα απαντά για την άρνηση της ΝΔ να τη στηρίξει Πέμπτη ημέρα καύσωνα: Στα ύψη ο υδράργυρος, πάνω από 41°C η μέγιστη θερμοκρασία ΕΛ.Α.Σ.: Στο επίκεντρο τα κέρδη-«φωτιά» των πετρελαϊκών ομίλων Κεραμέως: “Ο κ. Τσίπρας είναι αμετανόητα θρασύς και λαϊκιστής” Μετά τη Βρετανία και οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν «τρομοκρατική» την οργάνωση Palestine Action ΣΥΡΙΖΑ κατά Μητσοτάκη: «Αποκαλύπτετε το πραγματικό σας πρόσωπο» Κόντρα Κεραμέως – ΕΛΑΣ για τις συντάξεις χηρείας Ο Χάρης Δούκας ζητά την άμεση κατεδάφιση του κτιρίου του Badminton – Η ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. Αθηναίων Ερώτηση Μ. Κεφαλογιάννη προς την Κομισιόν για την απελευθέρωση του Οσμάν καβαλά Πνινάν Γιανάι, Ισραηλινή πρέσβης: “Μερικές φορές, η διπλωματία ξεκινά με το σπάσιμο πιάτων σε ελληνική ταβέρνα” Κιλκίς: Φωτιά σε αγροτοδασική έκταση – Επιχειρούν εναέρια μέσα Νυχτερινό μπλόκο για τους ανήλικους στα social: Τι προβλέπει ο συμβιβασμός των 17 δισ. δολαρίων της Meta
Athens.indymedia.org

[Διεθνή Νέα] Daniela Klette: Δεν αποδεχτήκαμε με αδιαφορία τη δυστυχία της εποχής μας

31/05/2026 6 μμ.

Πολιτική δήλωση, έναντι απολογίας, της συντρόφισσας Daniela Klette, στο ειδικό δικαστήριο του Verden στις 12 Μάη.

Αυτή η μακρά διαδικασία εναντίον μου, φτάνει πλέον στο τέλος της. Η αρχική μου εκτίμηση, επιβεβαιώθηκε καθόλη την διάρκεια της διαδικασίας. Πιο σαφές δεν θα μπορούσε να γίνει. Τέτοιες διώξεις και δίκες ειναι πολιτικά προσδιορισμένες. Εδώ πρόκειται για μια απόλυτη επιβολή εξουσίας και υποταγής. Φρόντισε να το υπογραμμίσει και να το αναδείξει η εισαγγελία με την αγόρευσή της. Δεν κρίνονται μεμονωμένες πράξεις, και επίσης όχι τόσο εγώ η ίδια. Εδώ πρόκειται για την απονομιμοποίηση και την παραδειγματική καταδίκη της ιστορίας των ριζοσπαστικών κινημάτων αντίστασης.
Ευχαριστώ όλους όσους στάθηκαν αλληλέγγυοι μαζί μου, εντός της δικαστικής αίθουσας, απ’ έξω, μέσα από τα τείχη των φυλακών, με γράμματα, κάρτες και σκέψεις. Καθώς επίσης και τον συνήγορο μου Ulrich von Klinggräff, ο οποίος αρρώστησε βαριά και δεν θα μπορέσει να παρευρεθεί. Σε όλες εσάς αλλά και στο κομμάτι της κοινωνίας που ενδιαφέρθηκε, απευθύνονται και όσα θα πω σήμερα.
Θα ήθελα να πω πρώτα μερικά πράγματα για την ιστορία μου, που είναι και ιστορία πολλών άλλων συντροφισσών και συντρόφων. Πολλοί από όσους μου έγραψαν, είναι τόσο νέοι, που δεν έχουν ζήσει την εποχή των αρχών του ’70 μέχρι το ’90 της τότε Δυτικής Γερμανίας. Ή γεννήθηκαν στην Ανατολική Γερμανία ή κάποια άλλη γωνιά του κόσμου. Για ότι έχω γράψει δεν αξιώνω καμία πληρότητα, ελπίζω όμως να είναι ξεκάθαρο το γιατί υπερασπίζομαι την αναζήτηση ενός καλύτερου κόσμου, στον οποίο ο καπιταλισμός, ο ρατσισμός και η πατριαρχία θα έχουν ξεπεραστεί.
Και γιατί εδώ υπερασπίζομαι το δικαίωμα της ανοικοδόμησης και διατήρησης μια ζωής στην παρανομία, ακόμα και αν πρόκειται ”μόνο” για το να αποφύγεις την κρατική καταστολή. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με το γεγονός ότι, για μένα, το τελευταίο έχει τελειώσει εδώ και πάνω από δύο χρόνια. Γι’ αυτό είναι δική μου υπόθεση να τα κάνω όλα αυτά, στο μέτρο του δυνατού, από εδώ.
Ως έφηβη ακόμα αισθανόμουν ότι μια ζωή βασισμένη σε καπιταλιστικούς κανόνες, είναι μια ζωή καταστροφική. Οι άνθρωποι είναι κοινωνικά όντα, προσανατολισμένα στην συνεργασία. Η υποτέλεια όμως στον απομονωτισμό, μια ανάγκη προιόν του καπιταλισμού, γέννημα του ανταγωνισμού, οδηγεί στην κοινωνική αποξένωση και την αποστασιοποίηση. Το να πρέπει να λειτουργείς χωρίς να ρωτάς για ποιο λόγο, και το να προσπαθείς να ανταποκριθείς σε οποιεσδήποτε εικόνες και πρότυπα παράγει αυτό το σύστημα, δημιουργούν απόσταση από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Προφανώς δεν είχα για όλα αυτά, καμιά ορολογία και καμία ακριβή εξήγηση. Όμως ένιωθα να με συνθλίβει η πίεση και η κατάθλιψη που προκαλούσε όλο αυτό, έτσι η αντίστασή μου απέναντί τους μεγάλωνε. Γι’ αυτό, από νωρίς με απασχολούσαν ερωτήματα για μια άλλη ζωή, που δεν γινόταν να μην είναι εφικτή.
Έτσι ήταν, παρότι στο σπίτι ήμουν πολύ τυχερή. Οι γονείς μου ήταν ανοιχτοί άνθρωποι. Η μητέρα μου ήταν πάντα έτσι. Ο πατέρας μου, ο οποίος ως έφηβος οργανώθηκε στην HJ (Hitlerjugend, χιτλερική νεολαία) και ως νέος στάθηκε στον πόλεμο στο πλευρό των Ναζί, μετά το 1945 ασχολήθηκε εντατικά με τα εγκλήματα του ναζισμού και έβγαλε τα δικά του συμπεράσματα. Και οι δύο ήθελαν να περάσουν στα παιδία τους ανθρώπινες αξίες. Έτσι μου επιτρεπόταν να έχω φίλες και φίλους από οπουδήποτε, είτε αφορούσε την χώρα καταγωγής, το χρώμα του δέρματος, είτε την κοινωνική τάξη. Τα πρώτα χρόνια της εργασιακής μετανάστευσης (Arbeitsmigration) κάποιοι προέρχονταν από Ισπανία, Ιταλία, Πορτογαλία. Μέσα από αυτούς τους φίλους και τις φίλες, μέσα από την επαφή μας είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και άλλους τρόπους ζωής. Αυτό ήταν κάτι ιδιαίτερο. Μόνο σε ένα άτομο από τους σχολικούς μου φίλους, του επιτρεπόταν να βγει μαζί μας στους δρόμους. Όπως παντού, έτσι και στην γειτονιά μου οι ρατσιστικές επιθέσεις είχαν εξαπλωθεί. Έτσι οι γονείς μου έπρεπε να κρατήσουν χαρακτήρα απέναντι στην κριτική των δασκάλων, που επιμελώς παρατηρούσαν τις ”συναναστροφές” μου. Είδα επίσης πόσο απαξιωτική και αποκλειστική ήταν η συμπεριφορά απέναντι στους μετανάστες εργάτες. Είδα κοντέινερς μέσα στα οποία αναγκάζονταν να ζουν στοιβαγμένοι Tούρκοι οικοδόμοι, για να πάνε μετά να σακατέψουν τα κόκκαλα και τα κορμιά τους στη δουλειά. Έπρεπε μεν να δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους στη δουλειά, αλλά σε καμία περίπτωση να μην γίνουν ισότιμο μέλος αυτής της κοινωνίας. Αυτές οι ανισότητες με εξόργιζαν. Στο σχολείο δεν επικεντρωνόμασταν στη συνύπαρξη. Όχι, ήθελαν να μας εντυπώσουν ότι το μόνο που μετράει είναι να ”είμαστε καλύτεροι”, καλύτεροι ακόμη και από την καλύτερή μας φίλη. Και έπρεπε να συμμορφωθούμε με αυτό, ώστε να κάνουμε μια καριέρα που θα μας επιτρέψει να συμμετέχουμε στον επιθυμητό καταναλωτισμό. Έναν καταναλωτισμό που δεν βασίζεται σε πραγματικές ανάγκες, αλλά για τον οποίο ανάγκες δημιουργούνται τεχνητά με σκοπό την αύξηση των κερδών των μεγάλων εταιρειών. Και σήμερα ισχύει ακριβώς το ίδιο: μας δίνουν να καταλάβουμε ότι δεν έχει σημασία το ποιός είσαι, αλλά το τι κατέχεις, το πώς φαίνεσαι και το τι καταφέρνεις. Το αυξανόμενο κέρδος του κεφαλαίου, αυτό καθορίζει εδώ την αξία σου. Τότε αναρωτιόμουν συχνά τί πάει λάθος με εμένα, αφού δεν ένιωθα καμία επιθυμία να ακολουθήσω. Αντίθετα, κάθε προσπάθεια να υποταχθώ σε αυτό μου στέρησε κάθε ίχνος ενέργειας. Αυτή η καταθλιπτική αίσθηση εξαφανίστηκε μόνο όταν συνάντησα φίλες από την αυθόρμητη ή μη δογματική Αριστερά. Μελετήσαμε κείμενα της σοσιαλιστικής Patientenkollektiv (1), όπως για παράδειγμα το βιβλίο ”Μετατρέποντας την ασθένεια σε όπλο”(2), το οποίο με εντυπωσίασε πολύ.
Μέσα από αυτή την ανάλυση έμαθα, ότι το πόσο χαμένη ένιωθα, δεν ήταν ατομικό μου πρόβλημα, αλλά έβρισκε την αιτία του στις κοινωνικές συνθήκες. Για να το κατανοήσω βαθύτερα, προσπάθησα να αντικρύσω κατάματα τις ανισότητες γύρω μας. Τη βάρβαρη ιμπεριαλιστική εκμετάλλευση και καταπίεση σε πολλά μέρη του πλανήτη, τους πολέμους, που προέρχονταν από τα πλούσια καπιταλιστικά κράτη. Σε καμία περίπτωση δεν ήθελα να είμαι συνένοχη σε αυτό. Ήμουν πια πεπεισμένη ότι η υπέρβαση αυτών των συνθηκών κρύβει την ελπίδα για μια ελεύθερη και αξιοπρεπή ζωή για όλους, την οποία πρέπει να κατακτήσουμε.
Αυτή η πεποίθηση δε με εγκατέλειψε από τότε ποτέ πια. Αφού, κάθε δεκαετία, κάθε χρόνος και κάθε μέρα έφερναν μια επιπλέον απόδειξη ότι εντός του καπιταλισμού, τα ανθρώπινα ζητήματα είναι άλυτα. Αντιθέτως, η κατάσταση οξύνεται όλο και περισσότερο.
Μαζί με πολλούς άλλους, δεν ήθελα να υποταχθώ σε αυτό το σύστημα, που αποξενώνει τους ανθρώπους. Θέλαμε να μας βλέπουν όπως είμαστε, χωρίς να ανταποκρινόμαστε στα ψέματα και στις εικόνες που μας επέβαλε η κοινωνία της κατανάλωσης και της αποδοτικότητας. Δεν θέλαμε να μείνουμε εγκλωβισμένοι μέσα σε αυτό, αλλά να αλλάξουμε τους εαυτούς μας και την κοινωνία που καθορίζεται από τον καπιταλισμό.
Αυτό συνέβαινε περίπου στα μέσα του ’70. Υπήρχε ακόμα μια αίσθηση του κινήματος του ’68, της εξέγερσης ενάντια στους θεσμούς και τις πολιτικές θέσεις που εξακολουθούσαν να είναι, ή είχαν πρόσφατα καταληφθεί από ναζιστές, καθώς και ενάντια στις φασιστικές νοοτροπίες που χαρακτήριζαν την κοινωνία.
Είχε σημειωθεί η άνθηση μιας διεθνιστικής, επαναστατικής Αριστεράς, με τεράστιες διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τον αγώνα απελευθέρωσης του Βιετνάμ ενάντια στην αμερικανική επιθετικότητα, καθώς και προς τον αγώνα ενάντια στο φασιστικό καθεστώς του Σάχη στο Ιράν, ο οποίος τότε υποστηριζόταν έντονα από την επαναστατική ιρανική Αριστερά.
Ωστόσο, υπήρξε και ο πρώτος διαδηλωτής που δολοφονήθηκε από την αστυνομία κατά τη διάρκεια αυτής της εξέγερσης. Στις 2 Ιουνίου 1967, ο φοιτητής Μπέννο Ονέζοργκ σκοτώθηκε από πυροβολισμό αστυνομικού κατά τη διάρκεια διαδήλωσης ενάντια στη συνενοχή της ΟΔΓ με το φασιστικό καθεστώς του Σάχη.
Είχαν ήδη πραγματοποιηθεί οι επιθέσεις της RAF εναντίον των αμερικανικών στρατηγείων στη Φρανκφούρτη και τη Χαϊδελβέργη, από όπου συντονίζονταν οι αεροπορικές επιδρομές του αμερικανικού στρατού στο Βιετνάμ. Επίσης, εκείνη την εποχή είχαν ιδρυθεί το Κίνημα της 2ας Ιούνη και οι Επαναστατικοί Πυρήνες (Revolutionären Zellen). Και αργότερα προστέθηκε και η οργάνωση ”Rote Zora”, που είχε οργανωθεί από γυναίκες.
Στο σχολείο ήταν ακόμα αισθητά τα απομεινάρια της εξέγερσης του ’68. Παρά τις απαγορεύσεις άσκησης επαγγέλματος, υπήρχαν μερικοί καθηγητές και καθηγήτριες με τους οποίους εφαρμόζαμε διαφορετικές μεθόδους διδασκαλίας, που εστίαζαν στη συλλογική μάθηση και όχι στον ανταγωνισμό. Διαβάζαμε βιβλία όπως αυτά του B. Traven για ιστορίες αντίστασης από τη Λατινική Αμερική ή ”Η χαμένη τιμή της Katharina Blum” του Heinrich Böll. Στα θρησκευτικά μαθαίναμε για τη θεολογία της απελευθέρωσης στη Λατινική Αμερική και για ιερείς που είχαν ενταχθεί εκεί στον αγώνα για την απελευθέρωση. Όπως ο Dom Hélder Câmara στη Βραζιλία και ο Camilo Torres στην Κολομβία.
Όλα αυτά, αλλά και το γεγονός ότι αυτές οι καθηγήτριες τιμωρήθηκαν και μετατέθηκαν μπροστά στα μάτια μας, με έκαναν να μάθω περισσότερα για την παγκόσμια κατάσταση, καθώς και για τον ρόλο και την πραγματικότητα της ΟΔΓ. Μας εξόργισε επίσης το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα σπουδών η διεξοδική μελέτη του ναζιστικού φασισμού. Πόσο μάλλον τα συμπεράσματα που έπρεπε να βγουν από αυτό. Εκ των υστέρων, δεν είναι περίεργο, αφού δεν είχαν οριστεί ουσιαστικές συνέπειες.
Τις γνώσεις μας για αυτά τα θέματα τις αποκτήσαμε εκτός σχολείου. Θυμάμαι ένα τετράδιο που είχαν φτιάξει αριστερές φοιτήτριες. ”Μάθηση από τα κάτω” λεγόταν, νομίζω. Από αυτό μάθαμε για την ευθύνη του κεφαλαίου στην ανάληψη της εξουσίας από τον φασισμό και για το πλήρες μέγεθος της ανθρώπινης καταστροφής, τη βίαιη δίωξη του αριστερού εργατικού κινήματος και των αριστερών διανοουμένων, τη σκληρή πολιτική εξόντωσης εναντίον του εβραϊκού πληθυσμού, των Ρομά και των Σίντι, για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και την ευθανασία, την εξάλειψη κάθε αντιπολίτευσης, από τον αποτυχημένο πόλεμο εξόντωσης εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 25 εκατομμύρια Σοβιετικούς πολίτες, από τις επιδρομές και την κατοχή στην Ανατολική και Δυτική Ευρώπη, αλλά και από την πανευρωπαϊκή αντιφασιστική και κομμουνιστική αντίσταση εναντίον τους.
Εκείνη την περίοδο καλούσαν μεγαλύτεροι μαθητές και μαθήτριες σε προβολές ταινιών και συζητήσεις γύρω από τον απελευθερωτικό αγώνα του Βιετνάμ. Εμείς φτιάξαμε μια σχολική ομάδα, ώστε να μπορούμε να θέτουμε ζητήματα σχολικής καθημερινότητας.
Μέχρι την ηλικία των 15, αντιστεκόμουν στην ιδέα ότι οι άνθρωποι που θέλουν να αγωνιστούν για έναν καλύτερο κόσμο θα έπρεπε να τον επιβάλλουν και να τον υπερασπίζονται με βία. Το όνειρό μου ήταν μια αλλαγή χωρίς βία. Η μελέτη της ιστορίας και η παρατήρηση του κόσμου με έκαναν να συνειδητοποιώ όλο και πιο ξεκάθαρα το γεγονός ότι οι εξουσιαστές που επωφελούνταν περισσότερο και ήταν πιο μπλεγμένοι στο καπιταλιστικό σύστημα, θα πολεμούσαν κάθε ουσιαστική αλλαγή με τη βαρβαρότερη βία. Το παράδειγμα του φασιστικού στρατιωτικού πραξικοπήματος που υποστηρίχθηκε από τις ΗΠΑ και η δολοφονία του Σαλβαδόρ Αλιέντε στη Χιλή το 1973 είχαν δείξει ότι οι δυνατότητες και η ύπαρξη κάθε εκλεγμένης σοσιαλιστικής κυβέρνησης θα συντρίβονταν αν δεν μπορούσε να αμυνθεί με τα όπλα.
”Θα το καταλάβεις κι εσύ ότι πρέπει να αμυνθείς αν δεν θέλεις να εξαφανιστείς” ήταν τότε ένα σύνθημα που εμφανιζόταν σε πολλά φυλλάδια και σε πολλούς τοίχους. Τα χρόνια της πολιτικοποίησής μου στην Καρλσρούη, μάθαινα συνεχώς κάτι για την RAF μέσω συνθημάτων ή αφισών στους τοίχους. Επίσης, για τον αγώνα των πολιτικών κρατουμένων ενάντια στα βασανιστήρια της απομόνωσης και για την αλληλεγγύη προς αυτούς. Σύντομα άρχισα να παρακολουθώ συνειδητά όλα αυτά, ακόμα και τις απεργίες πείνας τους. Με έλκυε πολύ το γεγονός ότι υπήρχαν κάποιοι που αγωνίζονταν τόσο αποφασιστικά ενάντια σε αυτό το σύστημα, από το οποίο και εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, ένιωθα καταπιεσμένη.
Ήμουν 16 χρονών όταν έμαθα ότι ένας άνθρωπος σε αιχμαλωσία, που βρισκόταν σε απεργία πείνας παλεύοντας ενάντια στο βασανιστήριο της απομόνωσης, δολοφονήθηκε. Ήταν ο Holger Meins, ο οποίος εξεγέρθηκε ενάντια στις συνθήκες εγκλεισμού και πέθανε στη φυλακή λόγω συστηματικής ανεπάρκειας τροφής κατά τη διάρκεια της κρατικής αναγκαστικής σίτισης και λόγω της άρνησης παροχής ιατρικής βοήθειας.
Ήμουν 17, όταν η βιετναμέζικη αντίσταση νίκησε τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αυτή η απίστευτη νίκη κατακτήθηκε και χάρη στην παγκόσμια αλληλεγγύη. Παρά τις ναπάλμ, παρά τον τεράστιο στρατιωτικό μηχανισμό που αντιτάχθηκε στο απελευθερωτικό κίνημα, και παρά τις σφαγές του βιετναμέζικου λαού που διέπραξαν οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις με τη βοήθεια και τη συνενοχή της Δύσης, με πρωτοστάτη τη Γερμανία.
Ήταν για πολλές χώρες η στιγμή των εγχειρημάτων της απελευθέρωσης και των αντιαποικιοκρατικών αγώνων: για παράδειγμα οι Μαύροι Πάνθηρες ενάντια στον ρατσισμό και για την επανάσταση στις ΗΠΑ, ο αγώνας ενάντια στο Απαρντχάιντ στην Νότια Αφρική ή του FSLN στην Νικαράγουα ενάντια στην δικτατορία. Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ τι έχει να περιμένει η ανθρωπότητα από τον καπιταλισμό και τον ιμπεριαλισμό. Ναι, αναγνώρισα τον εαυτό μου ως κομμάτι των παγκόσμιων κινημάτων, που πάλευαν για την απελευθέρωση απο την καταπίεση και την εκμετάλλευση, ενάντια στον καπιταλισμό και την πατριαρχία, ενάντια στον πόλεμο και τον μιλιταρισμό.
Το 1976/77 άρχισα να επισκέπτομαι πολιτικούς κρατούμενους. Ο πρώτος ήταν ο Johannes Thimme, ο οποίος βρισκόταν στη φυλακή λόγω υποτιθέμενης υποστήριξης προς τη RAF και αμέσως τέθηκε σε απομόνωση. Ήθελα να εκφράσω την αλληλεγγύη μου και να αντισταθώ στην απομόνωση. Ως απάντηση σε αυτό, άρχισαν να με τρομοκρατούν με παρακολούθηση. Το 1977, αστυνομικοί με πολιτικά ρούχα περίμεναν με το αυτοκίνητο μπροστά από την πόρτα μου νωρίς το πρωί και με ακολουθούσαν με αργό βήμα μέχρι το σχολείο.
Μετά το 1977, όταν απέτυχε η απόπειρα απελευθέρωσης έντεκα κρατουμένων της RAF και από τους κρατούμενους του Stammheim μόνο η Irmgard Möller επέζησε βαριά τραυματισμένη τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1977, αποφάσισα να μετακομίσω στο Βισμπάντεν. Εκεί είχα γνωρίσει συντρόφισσες και συντρόφους, μαζί με τους οποίους ήθελα να συνεχίσω την αλληλεγγύη προς τους πολιτικούς κρατούμενους. Το θεωρούσαμε σημαντικό και επιτακτικό μέρος του αντιιμπεριαλιστικού και αντιφασιστικού αγώνα.
Ήταν μια ζωή γεμάτη δράσεις αντίστασης ενάντια στην απομόνωση και υπέρ της ένωσης των κρατουμένων, της αλληλεγγύης προς τους απελευθερωτικούς αγώνες στην Παλαιστίνη, τη Νότια Αφρική, τη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ, καθώς και προς τους Τούρκους συντρόφους και συντρόφισσες ενάντια στο πραξικόπημα του ΝΑΤΟ στην Τουρκία.
Μέσα από τον αγώνα αλληλεγγύης προς τους πολιτικούς κρατούμενους, αναπτύχθηκαν περαιτέρω συζητήσεις και φιλίες με άλλους συντρόφους και συντρόφισσες από την Ιρλανδία, τη Χώρα των Βάσκων, την Ιταλία, την Ισπανία και τη Γαλλία. Επίσης, δημιουργήθηκαν επαφές με την αριστερή ιρανική αντίσταση.
Τα διεθνή απελευθερωτικά κινήματα συμβόλιζαν για εμάς και τον παγκόσμιο αγώνα για την απελευθέρωση των γυναικών. Η Λέιλα Χαλέντ από το PFLP στην Παλαιστίνη, η Ασάτα Σακούρ και η Άντζελα Ντέιβις από το κίνημα απελευθέρωσης των μαύρων στις ΗΠΑ, αλλά και οι συντρόφισσες από τις ένοπλες ομάδες στη Δυτική Ευρώπη αποτελούσαν για εμάς πρότυπα. Αντιπροσώπευαν εκατομμύρια γυναίκες σε όλο τον κόσμο. Τις τελευταίες δεκαετίες, το παράδειγμα του κουρδικού απελευθερωτικού κινήματος, ιδίως στη Ροζάβα, έδειξε πόση δύναμη αποκτούν όλοι όταν η απελευθέρωση των γυναικών αποτελεί καθοριστικό μέρος του αγώνα.
Ζούσαμε και οργανώναμε την καθημερινότητά μας μαζί. Υπήρχαν καταλήψεις και ο αγώνας ενάντια στον διάδρομο προσγείωσης Startbahn West, ενάντια στην αποψίλωση του δάσους και ενάντια στην επέκταση της χωρητικότητας του αεροδρομίου της Φρανκφούρτης και, κατά συνέπεια, της αμερικανικής αεροπορικής βάσης. Πηγαίναμε εκεί στις άλλοτε ειρηνικές, άλλοτε μαχητικές κυριακάτικες πορείες προς το τείχος του διαδρόμου προσγείωσης, κάναμε πολιτικό θέατρο, πολλές συναντήσεις της αντίστασης και εκδηλώσεις που στρέφονταν ενάντια στην ιμπεριαλιστική πολιτική των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Μαζί συμμετείχαμε σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης προς τα απελευθερωτικά κινήματα στη Νικαράγουα και το Ελ Σαλβαδόρ, ενάντια στις επίσημες επισκέψεις του Ρέιγκαν, του τότε προέδρου των ΗΠΑ, και του Χέιγκ, του τότε ανώτατου διοικητή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ, και σε αλληλεγγύη προς τους πολιτικούς κρατούμενους. Τις επιθέσεις της RAF εκείνη την εποχή εναντίον του Χάιγκ και του Κρόζεν, καθώς και εναντίον της αμερικανικής στρατιωτικής αεροπορικής βάσης στο Ράμσταϊν, που χρησίμευε ως βάση για τους πολέμους τους σε όλο τον κόσμο, και την απόπειρα στο Όμπεραμεργκάου, τις θεωρούσαμε, στην εποχή των μεγάλων κινητοποιήσεων εναντίον της εγκατάστασης αμερικανικών πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς και των αμερικανικών αντιπολεμικών πολέμων εναντίον των απελευθερωτικών κινημάτων, ως ενίσχυση της αντίστασής μας και το αντίστροφο.
Την ίδια περίοδο, η RAF και η Action Directe πρότειναν τη δημιουργία ενός κοινού μετώπου αντίστασης, με στόχο την καταπολέμηση της μετατροπής της Δυτικής Ευρώπης σε ιμπεριαλιστικό μπλοκ και σε ένδειξη αλληλεγγύης προς τα απελευθερωτικά κινήματα.
Η Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας χτύπησε σκληρά με εντατική καταστολή. Συνελήφθησαν αρκετοί αντιιμπεριαλιστές σύντροφοι που ήταν γνωστοί στην Υπηρεσία Κρατικής Ασφάλειας. Η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία δημιούργησε, με την επινόηση μιας υποτιθέμενης ”νόμιμης RAF”, το μέσο που της επέτρεψε να στείλει συντρόφους στη φυλακή για πολλά χρόνια, καταδικάζοντάς τους χωρίς αποδείξεις για την υποτιθέμενη συμμετοχή τους σε μαχητικές ενέργειες.
Ήδη από την εποχή των επισκέψεων στους πολιτικούς κρατούμενους, εμείς – και με το ”εμείς” εννοώ πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες – βρισκόμασταν τότε υπό σχεδόν συνεχή παρακολούθηση. Μας τρομοκρατούσαν με εμφανείς παρακολουθήσεις, με ελέγχους που γίνονταν ακόμη και πολλές φορές την ημέρα, κατά τους οποίους μας απευθύνονταν ονομαστικά και μας ζητούσαν να επιδείξουμε τα στοιχεία μας. Στον δρόμο όπου μέναμε, συχνά έστηναν σημεία ελέγχου, έτσι ώστε κανένας επισκέπτης να μην μπορεί να φτάσει σε εμάς χωρίς να καταγραφεί. Η άλλη εκδοχή ήταν οι μυστικές παρακολουθήσεις, τις οποίες δεν έπρεπε να αντιληφθούμε.
Αυτές οι παρακολουθήσεις ήταν σαν μεταδοτικές ασθένειες που μεταδίδονταν από άνθρωπο σε άνθρωπο. Σε κάθε περίπτωση, έπρεπε πάντα να υποθέτουμε ότι οι ”Άρχοντες της Αυγής” (Herren des Morgengrauens) παραμόνευαν κάπου. Χρειαζόταν μεγάλη προσπάθεια για να ξεφύγουμε από αυτή την παρακολούθηση, έστω και για λίγες ώρες, είτε για να μπορέσουμε να συνομιλήσουμε χωρίς το φόβο ότι μας παρακολουθούν, είτε για να γράψουμε μερικά συνθήματα ή να κολλήσουμε αφίσες. Είναι προφανές ότι η αντίσταση δεν μπορούσε ποτέ να δεχτεί τέτοιους περιορισμούς, που σημαίνουν ότι κάθε δραστηριότητα ελέγχεται από την κρατική ασφάλεια. Και φυσικά δεν θέλαμε να εκθέτουμε την συναισθηματική μας ζωή στους φρουρούς.
Ήδη από τη δεκαετία του ’70 και του ’80, υπήρχαν συνεχώς σύντροφοι που αντιλαμβάνονταν πως ο κλοίος γύρω τους έσφιγγε όλο και περισσότερο και που, από φόβο μήπως συλληφθούν, κρύβονταν, εξαφανίζονταν από το προσκήνιο και ζούσαν στο εξωτερικό – μερικοί, για χρόνια.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90 ήταν προφανές ότι έπρεπε να γίνει ένας επαναπροσδιορισμός και ένας βαθύς απολογισμός της επαναστατικής πολιτικής. Διότι, αφενός, το διεθνές πλαίσιο είχε αλλάξει ριζικά, αφετέρου, έπρεπε να επεξεργαστούμε τις εμπειρίες του παρελθόντος. Τότε ήμουν μία από τους πολλούς που δεν σκέφτηκαν να αποσυρθούν μπροστά σε αυτή την ιστορική καμπή. Δεν θέλαμε να δεχτούμε την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης ως τελική νίκη του καπιταλισμού. Ήταν σαφές ότι αυτή η αποδυνάμωση του παγκόσμιου σοσιαλιστικού κινήματος θα είχε καταστροφικές συνέπειες. Στην ΟΔΓ οδήγησε στην επιστροφή της Bundeswehr ως ανοιχτά πολεμικής στρατιάς και αμέσως στον πόλεμο κατά της Γιουγκοσλαβίας, ο οποίος παραβίαζε το διεθνές δίκαιο. Οδήγησε στην ενσωμάτωση της ΛΔΓ από τη Δυτική Γερμανία, η οποία επιβλήθηκε και πάνω από τα κεφάλια εκείνων που είχαν ξεκινήσει την πορεία τους στη ΛΔΓ με στόχο μια θετική αλλαγή εκεί και πέρα από το καπιταλιστικό σύστημα και τη δυτικογερμανική πραγματικότητα, και έφερε μαζί της τη νεοφιλελεύθερη επίθεση εναντίον των κοινωνικών κατακτήσεων που είχαν κερδηθεί με αγώνες. Και μια ρατσιστική κινητοποίηση που υποκινήθηκε από το CDU ως εκτροπή της ενδεχόμενης οργής και της αναδυόμενης αντίστασης. Ταυτόχρονα, γιορτάστηκε με εθνικιστική ευφορία. Αυτό αξιοποιήθηκε με ζήλο από την ακροδεξιά και οδήγησε, στην ενωμένη Γερμανία, τόσο στη Δύση όσο και στην Ανατολή, σε θανατηφόρες εμπρηστικές επιθέσεις, όπως αυτές στο Ζόλινγκεν και στο Μέλν, καθώς και σε επιθέσεις εναντίον μεταναστών, προσφύγων και αριστερών, αλλά και των δομών τους. Θυμάμαι απλώς το Ρόστοκ-Λίχτενχαγκεν και το Χόγιερσβερντα, καθώς και αναφορές ατόμων που σήμερα δικάζονται ως αντιφασίστες και που στην εφηβεία τους βίωσαν αυτό το κλίμα στην Ανατολική Γερμανία.
Φυσικά, αντιλαμβανόμασταν αυτή την έντονη αδυναμία της Αριστεράς σε παγκόσμιο επίπεδο, και γι’ αυτό ακριβώς κινούμασταν με αποφασιστικότητα και θέληση να καταβάλουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να βρούμε απαντήσεις στα ζητήματα που μας απασχολούσαν και να συνεχίσουμε να υπάρχουμε ως ριζοσπαστική αριστερή δύναμη. Οι συνελεύσεις γύρω από αυτό το θέμα γίνονταν μαζί με τους παράνομους. Μακροπρόθεσμα, αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο για να ξεφεύγουμε ξανά και ξανά από την παρακολούθηση και μετά να επιστρέφουμε.
Αποφάσισα να μην ασχοληθώ πλέον με αυτές τις συνθήκες και έτσι έμεινα μακριά. Αυτή ήταν η απόφαση να θέσω την αντίσταση στο επίκεντρο της ζωής μου, και οι επαφές και οι συζητήσεις με άλλους συντρόφους και συντρόφισσες, που είχαν τις ίδιες σκέψεις για το ”πώς θα προχωρήσουμε;” και τον επαναπροσδιορισμό της επαναστατικής πολιτικής, είχαν γίνει για μένα προτεραιότητα.
Η RAF δεν υπάρχει εδώ και 28 χρόνια. Το πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξε στην ζωή μου, προκύπτει από όλα όσα μόλις ανέφερα. Αυτοί οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες, αντιπροσωπεύουν για εμένα την πιθανότητα να τελειώνουμε με αυτό το σύστημα και μέσα από την θεμελιώδη αντίσταση (3) να παλέψουμε για την απελευθέρωση.
Μέσα από τη συζήτηση για τις πρώτες ενέργειες της RAF κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ, κατανοήσαμε καλύτερα τον ρόλο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας και τις παγκόσμιες ισορροπίες εξουσίας, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο οι αγώνες μπορούν να αλληλοϋποστηρίζονται σε διεθνές επίπεδο.
Ακόμη και από τις φυλακές, ο αγώνας των κρατουμένων ενάντια στα βασανιστήρια της απομόνωσης και υπέρ της συλλογικότητας, της συνύπαρξης και της δυνατότητας δράσης, μαζί με όσους το επιθυμούσαν, έδωσε μια γεύση του τι ακριβώς σημαίνει ο αγώνας για την απελευθέρωση. Δηλαδή, μια κοινωνία στην οποία το ”για όλους” βρίσκεται στο επίκεντρο και όχι το κέρδος, το χρήμα, η εξουσία – όχι το να έχεις, αλλά το να είσαι, και μάλιστα μαζί.
Είχα αυτή την άποψη για πολύ καιρό, ανεξάρτητα από τις κριτικές που είχα ήδη τότε για ορισμένες ενέργειες και τις αρχές στις οποίες βασίζονταν. Ανεξάρτητα, επίσης, από τη συνειδητοποίηση της ανάγκης να αντιμετωπίσουμε τα λάθη της ιστορίας της ριζοσπαστικής και μαχητικής Αριστεράς, δηλαδή και της RAF.
Σχηματίστηκε η άποψη ότι ο ένοπλος αγώνας θα έπρεπε να ενταχθεί πολιτικά σε μια αντίσταση που θα προέρχονταν από τα κάτω. Ωστόσο, η συνολική πολιτική κατάσταση δεν το επέτρεπε. Θεώρησα απολύτως σωστή τη διάλυση της RAF και τους λόγους που οδήγησαν σε αυτήν.
Ως ριζοσπαστική ή μαχητική Αριστερά, σίγουρα έχουμε κάνει πολλά λάθη, σίγουρα όμως όχι ένα: να αποδεχόμαστε με αδιαφορία τη δυστυχία της εποχής μας.
Φυσικά θα συμμετείχα με χαρά σε μια συζήτηση ή ακόμα καλύτερα σε έναν διάλογο γύρω από εκείνη την εποχή της αντίστασης. Ο Burkhard Garweg είχε απόλυτο δίκιο, όπως το έγραψε στον επίλογο του γράμματος του στην Caroline Braunmühl. Μια συζήτηση με όσους συμμετείχαν σε κάποιο στάδιο αυτής της ιστορίας της αντίστασης και με όλους όσους επιθυμούν να αξιοποιήσουν τις εμπειρίες αυτές για το μέλλον της αντίστασης. Δεν θεωρώ ότι η αίθουσα του δικαστηρίου είναι το κατάλληλο μέρος για μια ουσιαστική συζήτηση πάνω σε αυτό το θέμα.
Η συζήτηση βέβαια για εμένα γίνεται πολύ δύσκολο εγχείρημα. Οι επισκέψεις πρώην κρατουμένων της RAF και του Κινήματος της 2ας Ιούνη απορρίφθηκαν με τις πιο παράλογες δικαιολογίες. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια των επισκέψεων, κάθε φράση καταγράφεται από την Υπηρεσία Προστασίας του Κράτους, πριν ακόμη προλάβω να ανταλλάξω σκέψεις με τους επισκέπτες.
Η Ομοσπονδιακή Εισαγγελία παίρνει κάθε δήλωσή μου ως ”αποδεικτικό στοιχείο” για τη συμμετοχή μου στη RAF, ακόμα και τις πιο γενικές, σχετικά με την ιστορία της αντίστασης. Και αυτές, με τη σειρά τους, τις θεωρούν ως απόδειξη της συμμετοχής μου στις ενέργειες που μου αποδίδουν.
Βλέπω σε αυτό, καθώς και στις ατελείωτες κλητεύσεις με τις οποίες παρενοχλούνται όλο και περισσότεροι σύντροφοι και συντρόφισσες από τη δεκαετία του ’70 και του ’80, μια απειλή όχι μόνο για μένα. Φυσικά, οι ένοπλες ομάδες της Αριστεράς εκείνη την εποχή δεν κινούνταν στο κενό. Όπως και εμένα, έχουν αγγίξει και επηρεάσει πολλούς συντρόφους και συντρόφισσες που είχαν τη δική τους πρακτική αντίστασης, και έχουν προκαλέσει την πολιτική και πρακτική υποστήριξη, αλληλεγγύη και κριτική τους. Τώρα όμως, ακόμα και μετά από 40-50 χρόνια, το να επιβάλλουν σε ανθρώπους υψηλά πρόστιμα και να τους απειλούν με αναγκαστική κράτηση αν δεν είναι πρόθυμοι να μιλήσουν για τη ζωή τους στο Ομοσπονδιακό Γραφείο Εγκληματολογίας και στην Ομοσπονδιακή Εισαγγελία και να κατονομάσουν και άλλα ονόματα, τα οποία στη συνέχεια θα κληθούν επίσης να καταθέσουν, και να αγνοούν εντελώς την κατάσταση της υγείας ορισμένων σύντροφων κατά τις κλητεύσεις, δείχνει την πρόθεση να τιμωρηθούν οι σύντροφοι ακόμη και σήμερα, ως εκπρόσωποι της ιστορίας της αντίστασης, με σκοπό την αποτροπή.
Στις αρχές του ’90, στις 10 Απριλίου 1992, η RAF δήλωσε ότι σταματάει τις επιθέσεις εκτέλεσης εκπροσώπων του κράτους και της οικονομίας, χάρη της διαδικασίας προκειμένου να δώσει χώρο στη διαδικασία διαλόγου, και ότι από την πλευρά της θα αποκλιμάκωση το επίπεδο βίας.
Την ίδια περίοδο, η αλληλεγγύη προς τον αγώνα των πολιτικών κρατουμένων και η ανάγκη να συμπεριληφθούν στις συζητήσεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς αυξήθηκαν. Φαινόταν ότι το κράτος κινούνταν προς τη σωστή κατεύθυνση όσον αφορά τα αιτήματα για βελτίωση των συνθηκών κράτησης και για την αποφυλάκιση των ασθενών κρατουμένων. Μόλις όμως έγινε γνωστό στα ανώτατα κλιμάκια της κρατικής ασφάλειας ότι η Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος είχε στη διάθεσή της, με τον Κλάους Στάινμετζ, έναν πληροφοριοδότη με επαφές με παράνομους, επέστρεψε αμέσως στην κλιμάκωση. Τα αιτήματα των κρατουμένων αντιμετωπίστηκαν και πάλι με αδιαλλαξία. Τον Μάρτιο του 1993, η RAF ανατίναξε το νέο κτίριο της φυλακής στο Βάιτερστατ, το οποίο βρισκόταν σε στάδιο ολοκλήρωσης. Ταυτόχρονα, το κράτος προετοίμαζε ένα μεγάλο κύμα συλλήψεων. Στη συνέχεια, έκαναν έφοδο στο Bad Kleinen. Ο Βόλφγκανγκ Γκραμς δολοφονήθηκε και η Μπίργκιτ Χόγκεφελντ συνελήφθη. Οι κρατούμενοι της RAF και της Αντίστασης καταδικάστηκαν σε νέες δίκες και μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης.
Το 1998 η RAF προχώρησε στην αυτοδιάλυση της. Τόσο η κρατική ασφάλεια, όσο και πολυχρησιμοποιημένοι αναλυτές και ειδικοί τους, όπως οι Butz Peters και Alexander Strassner, μιλούσαν για πάνω από 30 άτομα, που εμπλέκονταν στα τελευταία χρόνια της RAF. Έχουν δηλώσει επανειλημμένα και ανοιχτά ότι, στην ουσία, δεν έχουν ιδέα. Και έτσι πρέπει να παραμείνει. Σε μια σοβαρή κοινωνική επεξεργασία και αντιπαράθεση γύρω από την ιστορία, το θέμα δεν είναι τα μεμονωμένα άτομα, αλλά το πολιτικό περιεχόμενο της αντιπαράθεσης.
Μετά το 1998, δημόσια καταζητούσαν μόνο τον Burkhard Garweg, τον Volker Staub και εμένα. Για κανέναν μας, είτε βρισκόταν ή όχι σε λίστα καταζητούμενων, δεν υπήρχε το ενδεχόμενο να παραδοθεί. Από την πλευρά του κράτους είχαν τεθεί σαφή δεδομένα για το τι θα μας περίμενε αν έπιαναν κάποιον από εμάς. Ήθελαν να γιορτάσουν πάνω μας τη νίκη τους κατά της RAF και, μαζί με αυτήν, ένα σημαντικό κομμάτι της θεμελιώδους αντίστασης στην ιστορία της ΟΔΓ. Αυτό φάνηκε ακόμη και σχεδόν 30 χρόνια αργότερα, μετά τη σύλληψή μου, τόσο από τη μεταχείριση και την παρουσίασή μου όσο και από την κάλυψη του όλου γεγονότος από τα ΜΜΕ.
Δεν θέλαμε να εκτεθούμε σε κάτι τέτοιο. Επομένως, ήταν απολύτως επιτακτική ανάγκη να μην μας πιάσουν με τίποτα. Ούτε θέλαμε να υποβληθούμε σε τελετουργίες καταδίκης που εφαρμόζονταν εδώ και χρόνια. Ούτε να καταδικαστούμε σε μακροχρόνιες ποινές φυλάκισης για κάθε είδους ενέργειες της RAF και της Αντίστασης που δεν είχαν ακόμη κριθεί. Ούτε να διακινδυνεύσουμε να μας πυροβολήσουν σε περίπτωση σύλληψης.
Στην παρανομία είχαμε την ευκαιρία, ως ριζοσπάστες αριστεροί, αν και με περιορισμούς και στην αφάνεια, να συνεχίσουμε να ζούμε ελεύθεροι. Εκεί μπορούσαμε να ζούμε σε σχέσεις αυτοδιάθεσης και αλληλεγγύης με συντρόφους και συντρόφισσες, φίλους και φίλες, και να αποφασίζουμε για το μέλλον μας.
Αυτό το κράτος δεν είναι υπέρμαχος των πολιτικών λύσεων, αλλά υπέρμαχος του κεφαλαίου. Όλοι πρέπει να υπακούσουν σ΄αυτό. Από αυτή την ιστορία προέκυψε μια τόσο μακρά ζωή στην παρανομία. Όχι από περιπετειώδη διάθεση και σίγουρα όχι για να πλουτίσω. Ήταν τις τελευταίες δεκαετίες και παραμένει σήμερα μια αμυντική στάση της αντίστασης. Ακόμα κι αν η ζωή από την οποία με άρπαξαν σήμαινε πάρα πολλά για μένα, δεν υπήρχε κανένα σχέδιο να προσπαθήσω να απελευθερωθώ από την κατάσταση με βία και πυροβολισμούς. Γι’ αυτό και δεν συνέβη τίποτα τέτοιο.
Όταν άκουσα την αγόρευση της Εισαγγελίας, σκέφτηκα πόσες ακροβασίες, πόσες πιρουέτες έπρεπε να κάνει για να καταφέρει να τα παραποιήσει όλα αυτά. Στη δίκη, πράγματι, επιμένουν σε μια υποτιθέμενη πρόθεση φόνου, έτσι ώστε να πέσει βαρύς ο πέλεκης πάνω μου. Εδώ εκφράζονται όλες οι προθέσεις, εν μέρει εκδικητικές, αλλά κυρίως εξουσιαστικές. Αυτή η αντίφαση δείχνει πως πρόκειται για μια δαιμονοποίηση, που αποσκοπεί στο να νομιμοποιήσει περαιτέρω την δίωξη υποτιθέμενων επικίνδυνων εγκληματιών και να δώσει το παράδειγμα.
Αντιθέτως, απαιτώ να σταματήσει η δίωξη του Burkhard Garweg και του Volker Straub!
Όσον αφορά τις ψυχολογικές συνέπειες που εξετάζονται εδώ στη δίκη για ορισμένα από τα θύματα των ληστειών, συμφωνώ απόλυτα με τη δήλωση του Burkhard Garweg στο κείμενο ”Χαιρετισμοί από την παρανομία” του Οκτωβρίου 2024: ”Λυπούμαστε για τα τραύματα που υπέστησαν οι ταμίες και οι μεταφορείς χρημάτων”.
Κατά τη διάρκεια της δίκης διαπίστωσα πόσο δύσκολη είναι ακόμα και σήμερα η κατάσταση ορισμένων θυμάτων, όπως για παράδειγμα του οδηγού Μίρκο Κράμερ από το Βόλφσμπουργκ ή της κυρίας Ούλμερ από το Μπόχουμ, μιας ταμίας. Οφείλω να πω ότι με λυπεί πολύ η κατάστασή τους, λόγω των σοβαρών ψυχικών τραυμάτων που αναφέρθηκαν στη δίκη.
Πριν διαβάσω τα πρακτικά της δίκης, μπορούσα να φανταστώ ότι οι απαλλοτροιώσεις θα προκαλούσαν ψυχικά τραύματα μάλλον στο προσωπικό των ταμείων παρά σε έναν οπλισμένο μεταφορέα χρημάτων. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι οι μεταφορείς χρημάτων δεν λαμβάνουν καμία εκπαίδευση που να τους επιτρέπει να ενεργούν με ψυχραιμία σε μια τέτοια κατάσταση, αντί να μένουν εντελώς σοκαρισμένοι. Ειδικά όταν η δουλειά αυτή υπάρχει μόνο λόγω του υπαρκτού κινδύνου ληστειών. Και είναι αξιοσημείωτο ότι, σε περίπτωση ληστείας, πρέπει πρώτα να παραμείνουν μόνοι ή σε ζεύγη στο αυτοκίνητο για ώρες. Μόνο και μόνο για την προστασία των χρημάτων, παρόλο που η περιοχή είναι ήδη γεμάτη αστυνομία, αντί να λάβουν ψυχολογικές πρώτες βοήθειες. Για πρώτη φορά, στο πλαίσιο αυτής της δίκης, ήρθα αντιμέτωπη με το γεγονός ότι οι οδηγοί χρηματαποστολών μιλούν για τραυματικές εμπειρίες.
Αποφασίσαμε με τους δικηγόρους μου, να μην αμφισβητήσουμε κατά την δίκη τις ψυχολογικές επιπτώσεις στους μάρτυρες. Οι λόγοι αυτής της απόφασεις ήταν δύο. Ο βασικός λόγος ήταν ότι δεν θέλαμε με τίποτα να συμβάλλουμε σε μια εκ νέου τραυματική εμπειρία ή στην επιδείνωση της κατάστασής τους. Πρόκειται επίσης για ένα πολύ προσωπικό θέμα, ειδικά όσον αφορά τα προηγούμενα τραύματα που προέρχονται από την ιστορία της ζωής του καθενός από τους εμπλεκόμενους. Δεν θεωρήσαμε σωστό να το αναδείξουμε δημόσια.
Ο δεύτερος λόγος είναι ότι θεωρώ πιθανό και γενικά δικαιολογημένο το ενδεχόμενο οι εμπλεκόμενοι να είχαν ασκήσει το δικαίωμά τους για παρατεταμένη άδεια με αποδοχές μετά από μια τέτοια ληστεία ή απόπειρα ληστείας. Ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει αποδεικνύεται από την κατάθεση του οδηγού Γουίτλεϊ, του οποίου ο προϊστάμενος παρενέβη αμέσως μετά τη ληστεία στο Ντούισμπουργκ για να θέσει τέλος σε τέτοιες πρακτικές. Δεν το αναφέρω αυτό εδώ υπονοώντας κάτι για οποιονδήποτε από τους εμπλεκόμενους. Το μόνο που με ενδιαφέρει είναι να ξεκαθαρίσω μια θέση: τόσο το προσωπικό των ταμείων όσο και οι υπάλληλοι χρηματαποστολών είναι προλετάριοι και όχι εχθροί.
Είναι γνωστό ότι οι συνθήκες εργασίας στον κλάδο της μεταφοράς χρημάτων και πολύτιμων αντικειμένων είναι κακές και ότι η εργασία δεν αμείβεται ικανοποιητικά. Σε αυτό ταιριάζει η δήλωση του οδηγού Immes, ότι μετά τη ληστεία στο Stuhr η διοίκηση ρώτησε πρώτα για την κατάσταση του αυτοκινήτου, αλλά όχι για την κατάσταση των ανθρώπων. Είναι εκπληκτικό το γεγονός ότι ορισμένα πληρώματα μεταφοράς χρημάτων και πολύτιμων αντικειμένων διακινδυνεύουν παρόλα αυτά τόσο πολύ για τη ”δική τους” εταιρεία. Ειδικά όταν υπάρχει η οδηγία να μην διακινδυνεύουν τη ζωή τους για τα χρήματα.
Ο πρώην στρατιώτης και οδηγός Γουίτλεϊ κατέθεσε ότι ίσως να είχε ξεκινήσει ακόμη και ανταλλαγή πυροβολισμών, αν είχε το όπλο του μαζί του. Ότι υπάρχει η υπηρεσιακή οδηγία να αφήνεις τον κούριερ με τους ληστές, σε περίπτωση που ο οδηγός μπορεί να απομακρυνθεί, το είχα ήδη διαβάσει σε ένα άρθρο μετά το περιστατικό στο Βόλφσμπουργκ. Ωστόσο, δεν το πήρα στα σοβαρά, αλλά το θεώρησα απλώς ως ισχυρισμό του διευθυντή της εταιρείας, προκειμένου να προστατεύσει δημοσίως τον οδηγό του, ο οποίος, τελικά, είχε σώσει ένα σωρό χρήματα για την εταιρεία. Διότι το γεγονός ότι είχε εγκαταλείψει τον συνάδελφό του, αρχικά αμφισβητήθηκε ηθικά στον περιφερειακό Τύπο. Μόνο αφού εκφράστηκε η υποψία ότι η απόπειρα ληστείας είχε διαπραχθεί από την επανειλημμένα αναφερόμενη πρώην RAF, η δημοσιότητα εντάθηκε και γράφτηκαν άρθρα για αδίστακτους και βίαιους ληστές.
Όταν διάβασα στα αρχεία για τη μετατραυματική διαταραχή άγχους του οδηγού Immes από το Stuhr, αυτό μου φάνηκε λογικό από την αρχή. Παρόλο που οι δικηγόροι μου έχουν διευκρινίσει πολλές φορές ότι κανείς δεν τον σημάδεψε και ότι μέρος της θεραπείας του αφορούσε το να συνειδητοποιήσει ότι κανείς δεν ήθελε να τον σκοτώσει, παραμένει το γεγονός ότι έτσι το ένιωσε και ότι ήταν σε μεγάλο σοκ, ειδικά επειδή βρισκόταν σε μια κατάσταση που, για κάποιον που είχε προβλήματα κλειστοφοβίας, πρέπει να ήταν τρομακτικό μόνο και μόνο λόγω αυτού. Τον Μίρκο Κράμερ, τον οδηγό στο Βόλφσμπουργκ, δεν τον πίστεψα ποτέ.
Είχε εμπλακεί άμεσα στην ληστεία μόνο για λίγα δευτερόλεπτα. Μάλιστα, είχε ξεγελάσει τους ληστές και είχε απομακρυνθεί γρήγορα από τη ζώνη κινδύνου. Μόλις λίγο πριν την κατάθεσή του στη δίκη συνειδητοποίησα ότι κάτι τον είχε πραγματικά βγάλει εντελώς εκτός ελέγχου. Το έναυσμα ήταν η ληστεία, γιατί αυτή τον έφερε σε αυτή την κατάσταση, όπου έπρεπε να αποφασίσει. Για να προστατεύσει τα χρήματα των αφεντικών, αποφάσισε να ακολουθήσει τις οδηγίες και να αφήσει τον συνάδελφό του με τους ληστές. Ο τελευταίος είπε ότι ο κ. Κράμερ ενήργησε σωστά σύμφωνα με τις οδηγίες, αλλά πρόσθεσε ότι αυτές οι οδηγίες δεν είναι ανθρωπίνως σωστές. Αυτό ακριβώς πιστεύω και εγώ. Είναι καθαρός καπιταλισμός. Ο ίδιος είπε σχετικά: ”Έπρεπε να υπακούσω στην λογική που ορίζει ότι τα χρήματα είναι πιο σημαντικά από τον άνθρωπο”. Αυτό τα συνοψίζει όλα.
Από τις δηλώσεις του οδηγού στο Κρέμλινγκεν, του Μίχαελ Ζον, προκύπτει ότι οι συνάδελφοί του δεν πλησίασαν τον Κράμερ μετά τη ληστεία. Ακόμη και στον Τύπο αμφισβητήθηκαν οι ενέργειές του. Νομίζω ότι και ο ίδιος είχε αμφιβολίες γι’ αυτό. Αφού είδε το αυτοκίνητο των ληστών να απομακρύνεται, επέστρεψε για να δει τι συνέβαινε με τον συνάδελφό του. Μπορεί κανείς να φανταστεί πόσο τρομοκρατημένος πρέπει να ήταν όταν αρχικά δεν μπόρεσε να τον εντοπίσει πουθενά. Όπως είπα και πριν, τον λυπήθηκα πολύ όταν είδα και άκουσα πόσο άσχημα περνούσε από τότε. Ελπίζω να νιώσει σύντομα καλύτερα. Λυπήθηκα επίσης πολύ τον οδηγό Immes από το Stuhr. Επειδή ένιωσε ότι η ζωή του κινδύνευε και υπέφερε για πολύ καιρό από αυτό το σοκ.
Στον καπιταλισμό, η περιουσία και τα χρήματα των πλουσίων προστατεύονται με κάθε μέσο από τον λαό. Αντίθετα, σε περιπτώσεις ”οικονομικού εγκλήματος”, όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Cum-Ex (4), όπου αποκόμισαν κέρδη ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ για να γίνουν οι πλούσιοι ακόμα πλουσιότεροι, το κράτος και το δικαστικό σύστημα προστατεύουν τους εγκληματίες εμποδίζοντας την αποτελεσματική διερεύνηση των υποθέσεων.
Σίγουρα θα υπάρχουν πάντα καταστάσεις στις οποίες οι άνθρωποι, λόγω διώξεων ή λόγω έλλειψης άλλων τρόπων επιβίωσης, θα αναγκάζονται να κλέψουν χρήματα, καθώς δεν διαθέτουν περιουσία. Στην ιστορία της Αριστεράς, αυτή η ανάγκη υπήρχε συχνά. Αυτό δεν έχει καμία σχέση με την ευκολία ή την περιπέτεια. Σε κάθε περίπτωση, προτιμότερες είναι όλες οι ενέργειες για την απόκτηση χρημάτων, στις οποίες ο κίνδυνος για τους ανθρώπους μπορεί να περιοριστεί στο ελάχιστο. Τελικά, όμως, το ζητούμενο είναι να δημιουργηθούν συνθήκες στις οποίες οι άνθρωποι δεν θα έχουν πλέον την ανάγκη να βρουν με οποιονδήποτε τρόπο χρήματα για να επιβιώσουν. Είτε μέσω της εκμετάλλευσης στην μισθωτή εργασία, είτε μέσω της παράνομης εργασίας, της αυτοεκμετάλλευσης ή της ληστείας και της κλοπής. Πολύ πιο εύκολα, αντί να ασχολούμαστε με την εξασφάλιση της επιβίωσης ως άποροι, θα είχαμε επενδύσει την ενέργειά μας ανά πάσα στιγμή σε κάτι τόσο ουσιαστικό, σε κάτι δημιουργικό, σε πολιτικές διαμάχες, στη μάθηση χρήσιμων πραγμάτων μαζί με φίλους. Όλοι έχουμε πολλά ενδιαφέροντα και ικανότητες που, μεταξύ άλλων, μπορούν να έχουν σχέση με την αναζήτηση απαντήσεων στα ερωτήματα της εποχής, όπως το πώς να σταματήσουμε την καταστροφική μανία και τους πολέμους και την ανοικοδόμηση μιας άλλης πραγματικότητας.
Λίγο καιρό μετά την επίθεση αυτή στο Στουρ, ο Burkhard, ο Volker και εγώ διώχθηκαμε ποινικά για απόπειρα δολοφονίας. Για πολλά χρόνια, η Εισαγγελία και η Κεντρική Υπηρεσία Εγκληματολογικών Ερευνών της Κάτω Σαξονίας δεν βρήκαν προφανώς κανένα χρήσιμο στοιχείο, γι’ αυτό και μετά το 2023 επανέλαβαν τις έρευνές τους με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Με ανακρίσεις σε αμέτρητους παλιούς φίλους και γνωστούς, έρευνες στα σπίτια γονιών και άλλων συγγενών, εκκλήσεις στο τηλεοπτικό πρόγραμμα ”Aktenzeichen XY” και άλλα ρεπορτάζ, έστελναν τις ομάδες τους να ακολουθήσουν κάθε στοιχείο. Δυστυχώς, έπεσαν πάνω μου. Από τότε, η Εισαγγελία έφερε τον τρόμο στη ζωή φίλων, αδελφών, γονιών, γειτόνων, καθώς και στον χώρο των τροχόσπιτων με πραγματικές επιδρομές, χωρίς καμία ευαισθησία για τα τραύματα που προκαλούσαν. Αλλά πρόκειται για νόμιμες ληστείες, που διατάσσονται από την αστική δικαιοσύνη και, φυσικά, δεν διώκονται. Οι κατήγοροι δεν έχουν κανένα ηθικό πρόβλημα με αυτό. Η Εισαγγελία έδειξε ξεκάθαρα κατά τη διάρκεια της δίκης ότι δεν την ενδιαφέρει καθόλου η ευημερία των μαρτύρων ή των θυμάτων των ληστειών. Γιατί αλλιώς θα επέμενε ξανά και ξανά στις ανακρίσεις, όταν οι μάρτυρες δήλωναν ότι δεν ένιωθαν και τόσο άσχημα μετά τις αντίστοιχες επιθέσεις; Ότι το ξεπέρασαν σχετικά γρήγορα, και μάλιστα επέμενε μερικές φορές με αγένεια, όταν κάποιος έλεγε: ”Ήταν φανερό, δεν ήταν εναντίον μου”. Η εισαγγελία θα ήθελε σε κάθε περίπτωση να ακούσει κάτι διαφορετικό. Πόσο μεγάλη πρέπει να ήταν η απογοήτευσή της που οι θέσεις που είχαν κρατηθεί ειδικά για πολλούς ενάγοντες δεν ήταν πλήρως κατειλημμένες; Διότι τα θύματα είναι για εκείνη απλώς ένα μέσο για να καταφέρει να επιτύχει την πιθανώς υψηλότερη ποινή εναντίον μου, καθώς και να προωθήσει την αναζήτηση του Burkhard και του Volker. Για αυτό, προφανώς θα προτιμούσε να υπήρχαν περισσότερα θύματα που είχαν υποστεί εκ νέου τραύμα και είχαν σοβαρές βλάβες.
Το γεγονός ότι, σε αυτή τη δίκη, η εισαγγελία συμπεριφέρεται σαν να μην έχει καμία σημασία το πώς συμπεριφέρονται οι ληστές, ταιριάζει με την παραπάνω λογική. Φαίνεται μάλιστα να τους ενοχλεί περισσότερο όταν αναφέρεται ότι η συμπεριφορά των ληστών απέναντι στα θύματα ήταν ευγενική και καθησυχαστική. Το βρίσκω ακατανόητο, γιατί φυσικά και δεν είναι αδιάφορο ούτε για τα θύματα ούτε για τους ληστές το πώς συμπεριφέρονται. Στο πνεύμα της επιβολής του τρόμου, το δικαστήριο παρενέβη πριν από μερικές εβδομάδες απόρριπτόντας ένα αίτημα της υπεράσπισής μου, όπου υποστηρίχθηκε ότι όποιος διαπράττει ληστείες υπολογίζει τις σοβαρές παρενέργειες του τραύματος, καθώς είναι γνωστό ότι παντού συναντώνται τραυματισμένοι άνθρωποι, από μεταφορείς χρημάτων, ταμίες έως τις ειδικές δυνάμεις και όλους τους τυχαίους παρευρισκόμενους. Είναι επίσης γνωστό ότι έχουν προκληθεί τραύματα ακόμη και σε στρατιώτες και αστυνομικούς. Το τελευταίο ήταν ήδη γνωστό. Συγκεκριμένα όταν είχαν βρεθεί σε καταστάσεις όπου άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένων συναδέλφων τους, είχαν χάσει τη ζωή τους κατά τη διάρκεια αποστολών, όταν οι ίδιοι είχαν συμμετάσχει σεμαζικές σφαγές ή είχαν γίνει μάρτυρες αυτών.
Δεν θα περίμενα άτομα με τέτοια τραύματα ούτε στην αστυνομία ούτε ως ένοπλοι μεταφορείς χρημάτων, αλλά σε ψυχολογική θεραπεία ή σε θέσεις που ευνοούν την ανάρρωσή τους. Αλλά τί ακριβώς θέλει να πει αυτό; Και εδώ υπάρχει αυτή η καταστροφική υπόθεση ότι δεν έχει σημασία αν οι άνθρωποι σε τέτοιες επιθέσεις είναι βίαιοι και επιθετικοί ή όχι, γιατί όταν συναντούν τραυματισμένους, είναι το ίδιο; Πόσο ανεύθυνες και λανθασμένες είναι τέτοιες δηλώσεις! Αλλά πέρα από αυτό, τί λέει αυτό για την κατάσταση αυτής της κοινωνίας, όταν σήμερα συναντάμε τραυματισμένους και ψυχικά πληγωμένους ανθρώπους σε κάθε βήμα, δηλαδή όχι ως σπάνια εξαίρεση, αλλά ως αυξανόμενο κανόνα; Η διαρκής προπαγάνδα για την προετοιμασία για τον πόλεμο και τη στρατιωτικοποίηση, η προάσπιση του δικαιώματος του στρατιωτικά ισχυρότερου στις διεθνείς διαμάχες για την εξουσία και την πρόσβαση σε πρώτες ύλες και γη, συνοδεύεται από την ενδυνάμωση της ακροδεξιάς και την εξάπλωση της φασιστικής σκέψης. Ενισχύονται οι ιδέες που εξυμνούν τη βία και το πατριαρχικό σύστημα.
Από την ”αλλαγή της εποχής” και έπειτα, τις γυναικοκτονίες, τους βιασμοί, τη σεξουαλική βία – ακόμη και κατά τη διάρκεια αστυνομικών επεμβάσεων – είναι πανταχού παρούσες. Κατά τη διάρκεια της απομόνωσης λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, οι εκρήξεις πατριαρχικής βίας στις οικογένειες αυξήθηκαν. Αυτές είναι προφανείς πηγές τραυμάτων. Εκτός αυτού, συμβαίνουν τόσα πολλά που γεμίζουν όλο και περισσότερους ανθρώπους με μεγάλη αβεβαιότητα και αυξανόμενο φόβο για το μέλλον. Κάθε μέρα διαδίδεται μέσω των αστικών μέσων ενημέρωσης και σίγουρα μαζικά και στο διαδίκτυο ότι τα χρήματα που θα έπρεπε να δαπανηθούν για κοινωνικά και οικολογικά θέματα, για την υγεία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό, επενδύονται τώρα στον πολεμικό και τον στρατιωτικό εξοπλισμό. Η ψυχρή διαλογή γίνεται όλο και πιο καθοριστική στις συζητήσεις των mainstream μέσων ενημέρωσης – το δικαίωμα στη βοήθεια και τη φροντίδα δεν θα υπάρχει πλέον για όλο και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας. Όσοι δεν έχουν χρήματα για ιδιωτικές ασφάλειες απειλούνται με όλο και πιο περιορισμένη ιατρική περίθαλψη, ενώ μια ακριβή θεραπεία για τον παππού δεν αξίζει πια τον κόπο!
Οι πρόσφυγες αν δεν ήταν απαραίτητοι για την αύξηση του οικονομικού τομέα, θα έπρεπε είτε να απελαύνονται μαζικά, είτε να κρατηθούν εκτός συνόρων με τη βία. Στην κρίση, τα καπιταλιστικά δυτικά κράτη βασίζονται, προς τα έξω, στην επιθετικότητα και, προς τα μέσα, στην εξαθλίωση των κοινοτήτων, στην αυξανόμενη κοινωνική αποδυνάμωση. Για τον σκοπό αυτό, προωθείται η περιφρόνηση ενός αυξανόμενου τμήματος του πληθυσμού, το οποίο δυσφημίζεται ως άχρηστο.
Τα κοινωνικά αιτήματα, η κοινωνική αλληλεγγύη, η ένταξη και η κοινωνική πρόνοια δέχονται επιθέσεις με το επιχείρημα ότι απειλούν την οικονομία – και αυτό στην πραγματικότητα σημαίνει ότι απειλούν την αύξηση των κερδών. Η λέξη ”μεταρρύθμιση” σημαίνει σήμερα κρατικές πρωτοβουλίες με στόχο την κατάργηση του κοινωνικού κράτους.
Σήμερα, το κράτος ασκεί πίεση μέσω του διχασμού, της καταστολής και του φόβου. Αυτό λειτουργεί σε μια εποχή όπου χιλιάδες άνθρωποι απειλούνται με την απώλεια της σχετικής ευημερίας τους, δηλαδή φοβούνται ότι σύντομα θα βρεθούν οι ίδιοι στη θέση εκείνων που αποκαλούνται ”παράσιτα” και θα εξαρτηθούν από μια στήριξη που ήδη είναι ανύπαρτη.
Το ερώτημα είναι αν αυτό θα οδηγήσει πολλούς να υποκύψουν σε εκβιασμούς ή δελεασμούς και να παράγουν κάθε είδους σκουπίδια για τη πολεμική μηχανή, ή αν, μέσα από τις σχετικές συζητήσεις, θα αναγνωριστούν επιτέλους εκείνοι που έχουν ήδη από καιρό επεξεργαστεί προτάσεις για μια διαφορετική, πολιτισμένη και οικολογική παραγωγή, και αν θα καταστεί δυνατό να οργανωθούμε συλλογικά και να τις επιβάλουμε.
Οι νέοι καλούνται να συμβιβαστούν με την προοπτική να γίνουν κρέας για τα κανόνια τους. Παρόλο που οι ερευνητές της ειρήνης έχουν διαψεύσει ήδη αμέτρητες φορές τις πολεμικές προθέσεις ή την ικανότητα της Ρωσίας έναντι του ΝΑΤΟ, αυτές συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται ως δικαιολογία για την εστίαση στη στρατιωτικοποίηση και τις τεράστιες αυξήσεις των δαπανών για το στρατό και τη βιομηχανία όπλων, καθώς και για τη συνεχιζόμενη τροφοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία μέσω των τεράστιων παραδόσεων όπλων της ATO (5).
Το αίσθημα της έλλειψης επιλογών εξαπλώνεται. Όταν η μόνη προοπτική που υπάρχει είναι το ”ναι” στον πόλεμο και στη φτώχεια, ένα ”συνεχίστε έτσι” με καταστροφή της φύσης και κλιματική καταστροφή, αυτό γεννά απόγνωση. Εδώ και δυόμισι χρόνια, γίνεται παγκοσμίως ορατό πώς οι εκπρόσωποι των δυτικών κυβερνήσεων, που μέχρι πρόσφατα αυτοαποκαλούνταν ”κοινότητα αξιών”, αντιμετωπίζουν με όλη τη βιαιότητα τους άνθρωποι που εμποδίζουν τα ιμπεριαλιστικά και καπιταλιστικά συμφέροντα – συγκεκριμένα, τη συνεχιζόμενη γενοκτονία του παλαιστινιακού πληθυσμού στη Γάζα – καθώς και η εθνοκάθαρση μέσω του ωμού τρόμου στη Δυτική Όχθη και τώρα επίσης στο Λίβανο και το Ιράν, με τη βίαιη καταστροφή που προκαλεί ο πόλεμος του Ισραήλ και των ΗΠΑ. Είναι η γερμανική κυβέρνηση που, όπως είναι γνωστό, υποστηρίζει αυτό το έργο μέσω προμηθειών όπλων, επιχειρηματικών σχέσεων και πολιτικών υποκλίσεων και διώκει όσους αντιτίθενται σε αυτό. Με έναν καγκελάριο που, ακόμη και πριν από την πρόσφατη επέκταση του πολέμου που παραβιάζει το διεθνές δίκαιο, σχολίασε για την επιθετική πολεμική δράση του Ισραήλ ότι είναι ”βρώμικη δουλειά που κάνει το Ισραήλ για εμάς”.
Είναι λοιπόν αλήθεια, όπως διαπιστώνει το δικαστήριο, ότι οι δρόμοι είναι γεμάτοι από ανθρώπους που έχουν υποστεί ψυχικά τραύματα, τα οποία οφείλονται στη φτώχεια, τον ρατσισμό, την πατριαρχία, την αστυνομική βία και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Το να μου προσάπτουν εμένα κάτι τέτοιο, αποτελεί εκμετάλλευση της φτώχειας και της εξαθλίωσης, αποσκοπει παράλληλα στο να δικαιολογήσει μια μακρά ποινή φυλάκισης μου.
Η υπέρβαση των μαζικών τραυμάτων απαιτεί άμεσες, αλλά και ριζικές αλλαγές, και μάλιστα σε διεθνές επίπεδο. Είναι προφανές, άλλωστε, ότι η έκταση των τραυμάτων πρέπει να είναι απίστευτα πιο σοβαρή στις χώρες που μαστίζονται εδώ και χρόνια από τον πόλεμο, όπως το Σουδάν, η Παλαιστίνη, η Συρία, ο Λίβανος, το Ιράν και η Ουκρανία, ή σε εκείνες που υποφέρουν από τον ασφυκτικό κλοιό των κυρώσεων, όπως η Κούβα. Αυτό είναι κάτι που όλοι μπορούν να δουν και να καταλάβουν! Στην ουσία, οι περισσότεροι το γνωρίζουν.
Δυστυχώς, όμως, πολλοί φοβούνται περισσότερο τα βήματα προς μια διαφορετική κοινωνία, η οποία θα ήταν άγνωστη, παρά την ολοκληρωτική καταστροφή που φαινεται ως καθαρή απειλή στον ορίζοντα, αν συνεχίσουμε ”όπως μέχρι τώρα”. Χρειάζεται επειγόντως μια ”αλλαγή συστήματος”, διότι ο καπιταλισμός ενέχει, πέρα από τον ανταγωνισμό, την εκμετάλλευση και την καταπίεση, επίσης φασισμό, ρατσισμό, πόλεμο, βίαιη άσκηση εξουσίας στο πολιτικό σύστημα και μεταξύ των ανθρώπων, πατριαρχική βία κατά των γυναικών και των queer, κατά των ατόμων με αναπηρία, καθώς και την καταστροφή της φύσης.
Όλα αυτά, ανάλογα με την κατάσταση της καπιταλιστικής κρίσης, περνούν είτε περισσότερο στο παρασκήνιο είτε περισσότερο στο προσκήνιο. Γι’ αυτό θα αφήσουμε πίσω μας αυτή την ιστορία ταλαιπωρίας μόνο όταν ξεπεράσουμε αυτό το σύστημα. Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε ένα εξαιρετικά καταστροφικό σημείο αυτής της κρίσης. Η παλιά, λανθασμένη παγκόσμια τάξη χάνει την ηγεμονία της, επιτέλους, διότι είναι απολύτως άδικη απέναντι στη μεγάλη πλειοψηφία της ανθρωπότητας. Αλλά γι’ αυτό και αντιδρά με μανία. Για εμάς, το άμεσο ζητούμενο πρέπει να είναι η στροφή, μακριά από την πολεμική εκπαίδευση και τη στρατιωτικοποίηση, μακριά από την επιθετικότητα προς τα έξω και την καταστολή και τις ταπεινώσεις προς τα μέσα, την κοινωνική ψυχρότητα, τη συνενοχή στα παγκόσμια καπιταλιστικά και ιμπεριαλιστικά εγκλήματα.
Σταματήστε τους πολέμους που παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο και την ιμπεριαλιστική βία! Σταματήστε τις καταπιεστικές κυρώσεις που έχουν ως αποτέλεσμα την πείνα, την καταστροφή και εκατομμύρια νεκρούς! Αντ’ αυτού, πρέπει να επικεντρωθούμε σε μια οικολογικά ορθολογική παραγωγή, η οποία δεν θα στοχεύει στο κέρδος για τους λίγους, αλλά στην ευημερία όλων και στην αναδιάρθρωση της κοινωνίας με τρόπο που θα επιτρέπει στους ανθρώπους να ζουν με κοινωνική ασφάλιση και ασφάλεια σε διεθνές επίπεδο.
”Η εναλλακτική λύση είναι παγκόσμιο καθήκον μας και συνίσταται σε έναν σοσιαλισμό που θα μπορούσε να αντλήσει πλούσια ιστορική εμπειρία, ξεπερνώντας τα μεγάλα και τα μικρά λάθη της ιστορίας των μεγάλων και μικρών επαναστατικών προσπαθειών, των ανταρτών πόλεων, των αναρχικών, των κομμουνιστών, των σοσιαλ-επαναστατών, καθώς και των αντιπατριαρχικών και αντικαπιταλιστικών αγώνων και κινημάτων. Αυτή η επιτυχία θα καθορίσει τελικά αν η ζωή σε αυτόν τον πλανήτη θα είναι πλέον δυνατή και υπό ποιές συνθήκες. Βρισκόμαστε παγκοσμίως σε ένα κρίσιμο σημείο. Το ερώτημα που τίθεται σε όλους μας παγκοσμίως σχετικά με την εναλλακτική λύση στον καπιταλισμό και τις συστημικές καθώς και τις δικές μας διαδικασίες προς αυτή την κατεύθυνση είναι υπαρξιακό και δεν μπορεί να αναβληθεί.”
Burkhard Garweg στον χαιρετισμό του προς τη Διάσκεψη Ρόζα Λούξεμπουργκ τον Ιανουάριο του 2026.
Τα ίχνη αυτής της διαδρομής ζούν σε όλες τις διάφορες δραστηριότητες αντίστασης εκείνων

που γνωρίζουν ότι η νεολαία, οι μη πλούσιοι και οι αδύναμοι του πληθυσμού είναι αυτοί που προορίζονται να γίνουν ”κανόνι” στον πόλεμο για την εξουσία και τις πρώτες ύλες και γι’ αυτό αντιτίθενται στη στρατιωτικοποίηση, τη στρατιωτική θητεία και τον πολεμικό εξοπλισμό, δηλαδή στον πόλεμο,

που αρνούνται να δώσουν τη ζωή τους ή να αφαιρέσουν τη ζωή άλλων για τα συμφέροντα του κεφαλαίου και που δεν δέχονται ότι οι πόροι πρέπει να διατίθενται για όπλα, στρατό, αστυνομία και κέρδη των πολυεθνικών αντί για τον πληθυσμό,

που δεν δέχονται τη στρατιωτικοποίηση, επειδή έχουν συνειδητοποιήσει ότι σε μια στρατιωτικοποιημένη κοινωνία η βία κατά των γυναικών, των queer, των τρανς ατόμων και των ατόμων με αναπηρία θα αυξηθεί αναπόφευκτα,

που ως μαθητές και μαθήτριες αντιδρούν άμεσα με σχολικές απεργίες ενάντια σε ένα μέλλον που τους θέλει ”κανόνια”,

που αντιτάσσουν την αλληλεγγύη και τον διεθνισμό τους στην ιμπεριαλιστική πολιτική και τα εγκλήματα και δεν αποδέχονται την κρατική βία, που επιβάλλουν οι εξουσιαστές, η οποία είναι απαραίτητη στον καπιταλισμό και στην μάχη για την εξουσία και τις πρώτες ύλες και η οποία ασκείται με όλο και μεγαλύτερη απροκάλυπτη και αδίστακτη μορφή,

που δεν υποκύπτουν, παρόλο που, ως Εβραίοι και Εβραίες, δέχονται μαζικές επιθέσεις, κυρίως από το γερμανικό κράτος και τα μέσα ενημέρωσης, με την κατηγορία ότι είναι αντισημίτες, επειδή, σε μια εποχή διεθνούς αντίστασης ενάντια στην ακραία βία κατά των Παλαιστινίων, προσπαθούν να τους στερήσουν το δικαίωμα να απορρίπτουν ή έστω να αμφισβητούν τον ισραηλινό αποικιοκρατικό εποικισμό και την πολιτική του απαρτχάιντ εναντίον του παλαιστινιακού λαού, τον σιωνισμό, καθώς και να καταγγέλλουν τη συνενοχή της Γερμανίας σε εγκλήματα πολέμου και γενοκτονία,

οι οποίοι, ως ακτιβιστές, διαδηλωτές, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες και επιστήμονες, επιμένουν στην αντίθεσή τους προς αυτήν, παρόλο που η γερμανική κρατική λογική έχει καθορίσει την αδιάλλακτη υποστήριξη κάθε πολιτικής του Ισραήλ, όσο τρομοκρατική κι αν είναι, και όσοι αντιτίθενται σε αυτήν απειλούνται με περιθωριοποίηση και ποινικοποίηση,

που καταπολεμούν τον αντισημιτισμό και θεωρούν, φυσικά, ότι αυτό αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καταπολέμησης του ρατσισμού,

οι οποίοι, ενόψει της επιδείνωσης των ανισοτήτων, της φτώχειας, της εκμετάλλευσης, των ενοικίων που δεν είναι πλέον προσιτά, της μαζικής έλλειψης στέγης και της ανεργίας, αμφισβητούν το καπιταλιστικό σύστημα και απαιτούν άμεσα την κατάργηση του συστήματος της κερδοσκοπικής οικονομίας με την ιδιοκτησία κατοικιών,

που αντιτάσσουν στην πολιτική του διαρκούς, προωθούμενου ρατσισμού, του εθνικισμού και του αποκλεισμού των ανθρώπων που έχουν ήδη μείνει πίσω από την κοινωνική ασφάλιση, μια πολιτική αλληλεγγύης και τον αγώνα ενάντια στην κοινωνική αποδυνάμωση, διότι η μόνη δυνατότητα να αποτραπεί η μετακίνηση όλο και μεγαλύτερων τμημάτων του πληθυσμού προς τα δεξιά και να σταματήσει η φασιστικοποίηση των παλαιών αποικιακών κρατών που βρίσκονται σε παρακμή και των ΗΠΑ, είναι να αντιπαραθέσουμε στη ρατσιστική προπαγάνδα και σε μια πολιτική που βασίζεται γενικά στη διχόνοια και στην πρόσκληση να σωθεί κανείς, κλωτσώντας όσους βρίσκονται πιο κάτω στην κοινωνική κλίμακα, αντί να αντισταθούμε προς τα πάνω ενάντια στην εξουσία, μια ριζοσπαστική αριστερή προοπτική που φέρνει απτές θετικές αλλαγές στη ζωή των πολλών,

που οργανώνονται για να ανακόψουν τη σταδιακή καταστροφή και στρατιωτικοποίηση του συστήματος υγείας,

που αντιτίθενται άμεσα στους ναζί και οργανώνουν την υπεράσπιση τους, αλλά ταυτόχρονα λένε ότι αυτό δεν αρκεί, επειδή ο φασισμός έχει τις ρίζες του στον καπιταλισμό,

που αντιτίθενται στην αναπόφευκτη, στο πλαίσιο του καπιταλισμού, οικολογική καταστροφή του πλανήτη και αγωνίζονται για μια οργάνωση της ανθρωπότητας που θα επιτρέπει τη βιώσιμη οικολογική παραγωγή και, ως εκ τούτου, την επιβίωση της ανθρωπότητας και της φύσης,

που, απέναντι στα συστήματα καταστολής και τις φυλακές, στέκονται στο πλευρό μας, στο πλευρό των κρατουμένων, και μαζί μας διεκδικούν μια προοπτική ελευθερίας και, τελικά, την κατάργηση των φυλακών,

που μετά από δεκαετίες αγώνα για την προστασία της ζωής του Mumia Abu-Jamal, ο οποίος είναι πολιτικός κρατούμενος στις ΗΠΑ εδώ και 48 χρόνια, δεν τα παρατάνε και με πλήρη αλληλεγγύη κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν την ελευθερία του.

Αυτές δεν είναι, βεβαίως, όλες οι ποικίλες δράσεις αντίστασης που έχουν αναπτυχθεί σήμερα και τα τελευταία χρόνια εν μέσω τόσων αντιφάσεων ή που, εν μέρει, υπάρχουν εδώ και καιρό, όπως η φεμινιστική και σήμερα queer-φεμινιστική οργάνωση ενάντια στην πατριαρχική βία, οι πολυάριθμες πρωτοβουλίες ενάντια στο ολοένα και πιο τελειοποιημένο κατασταλτικό σύστημα απομόνωσης στα σύνορα για την αποτροπή των προσφύγων που χρειάζονται επείγουσα βοήθεια, οι νηοπομπές προς τη Γάζα και την Κούβα, για να σπάσουν την πείνα και τον αποκλεισμό, οι αποκλεισμοί λιμανιών ενάντια στις παραδόσεις όπλων στη Γάζα και ενάντια στη στρατιωτικοποίηση, καθώς και οι απεργίες αλληλεγγύης Ιταλών και Ελλήνων εργαζομένων προς τον παλαιστινιακό λαό και τον αγώνα του ενάντια στην κατοχή και την εκδίωξη, τις διαμαρτυρίες ενάντια στον αυξανόμενο αριθμό θανάτων από πυροβολισμούς της αστυνομίας εναντίον μαύρων ανθρώπων, μη Γερμανών ή ανθρώπων που φαίνονται μη προσαρμοσμένοι.
Ακόμα και αν δεν μπορώ να καταμετρήσω όλες τις αντιστάσεις, τις δράσεις και τα εγχειρήματα που υπάρχουν, ήθελα να αναφερθώ τουλάχιστον σε ένα μέρος από αυτά. Γιατί είναι σημαντικό να μένουμε και να εστιάζουμε στους στόχους μας και σε σκέψεις απελευθέρωσης και όχι να πέφτουμε στην παγίδα της βιαιότητας της εξουσίας και στην σιωπή. Όπως για κάθε πρωτοβουλία που παίρνεται ενάντια σε κάποιο συντελούμενο έγκλημα και την υπεράσπιση των κοινοτήτων αγώνα, καθώς και την εξέλιξη και την προώθηση των ιδεών και των αγώνων μας, έτσι και για την αποφυγή του τρίτου παγκοσμίου πολέμου που ήδη βρίσκεται στα πρόθυρα, ο σημαντικότερος παράγοντας είναι το αν θα καταφέρουμε να γίνουμε μαζί και ενωμένοι μια δύναμη. Διότι από αυτόν τον επερχόμενο πόλεμο, κινδυνεύουν όλες οι προτάσεις και οι ιδέες μας.
Ακόμα κι αν δεν υπάρχει αυτή η δύναμη, είναι όλοι αυτοί οι αγώνες που μου δίνουν ελπίδα. Είναι ακόμα η ελπίδα για την ελευθερία μου και την ελευθερία όλων μας σε αυτόν τον κόσμο, που υπερνικά κάθε μορφή καταπίεσης. Για έναν κόσμο χωρίς φυλακές, ούτε στην μορφή πολλών και πολύπλοκων σχέσεων βίας, ούτε στην μορφή του μπετόν, πέτρα και σίδερο, μέσα από τα κάγκελα των οποίων άνθρωποι μένουν αποκλεισμένοι.
Ένας κόσμος στον οποίο οι άνθρωποι μπορούν να ζουν ο ένας δίπλα στην άλλη και σε αρμονία με όλα τα άλλα έμβια όντα στη φύση.
Μπορούμε να είμαστε πραγματικά ελεύθεροι μόνο όταν όλοι είναι ελεύθεροι.
Υποσημειώσεις
1.Η Σοσιαλιστική Ομάδα Ασθενών ιδρύθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 1970 στην Ψυχιατρική Πανεπιστημιακή Κλινική της Χαϊδελβέργης από 52 ασθενείς υπό την ηγεσία του ειδικευόμενου γιατρού Βόλφγκανγκ Χούμπερ και διαλύθηκε τον Ιούλιο του 1971. Αυτοχαρακτηριζόταν ως θεραπευτική κοινότητα και, στο πνεύμα της αντιψυχιατρικής, ήθελε να μετατρέψει ”την ασθένεια σε όπλο” με στόχο μια κοινωνία χωρίς ταξικές διακρίσεις.
2. SPK-Να μετατρέψουμε την ασθένεια σε όπλο. Ένα προπαγανδιστικό φυλλάδιο της Σοσιαλιστικής Συλλογικότητας Ασθενών στο Πανεπιστήμιο της Χαϊδελβέργης. Με πρόλογο του Ζαν-Πολ Σαρτρ και πρόλογο του Huber, SPK/PF(H).
3. Γερμανικός πολιτικός όρος ”fundamentale Widerstand”, που περιγράφει κυρίως την αντίσταση της εξωκοινοβουλευτικής ριζοσπαστικής αριστεράς της Γερμανίας 1970-1980.
4. Το ”CumEx-Files” είναι μια έρευνα που διεξήγαγαν διάφορα ευρωπαϊκά μέσα ενημέρωσης σχετικά με ένα σχέδιο φορολογικής απάτης που αποκάλυψαν το 2017. Ένα δίκτυο τραπεζών, χρηματιστών και δικηγόρων είχε αποκομίσει δισεκατομμύρια από τα ευρωπαϊκά δημόσια ταμεία μέσω ύποπτων πρακτικών απάτης και κερδοσκοπίας που αφορούσαν τους φόρους επί των μερισμάτων. Οι πέντε χώρες που επλήγησαν περισσότερο ενδέχεται να έχουν χάσει τουλάχιστον 62,9 δισεκατομμύρια δολάρια. Η Γερμανία είναι η χώρα που επλήγη περισσότερο, με περίπου 36,2 δισεκατομμύρια δολάρια να έχουν αποσυρθεί από το γερμανικό δημόσιο ταμείο. Οι εκτιμώμενες απώλειες για άλλες χώρες περιλαμβάνουν τουλάχιστον 17 δισεκατομμύρια ευρώ για τη Γαλλία, 4,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την Ιταλία, 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ για τη Δανία και 201 εκατομμύρια ευρώ για το Βέλγιο.
5. Η ”Ζώνη Αντιτρομοκρατικής Επιχείρησης” (Ζώνη ATO) ήταν ένας όρος που χρησιμοποιήθηκε από τα μέσα ενημέρωσης, το κοινό, την κυβέρνηση της Ουκρανίας, τον ΟΑΣΕ και άλλους ξένους οργανισμούς για να προσδιορίσουν το ουκρανικό έδαφος των περιφερειών (ομπλάστ) του Ντονέτσκ και του Λουγκάνσκ που βρισκόταν υπό τον έλεγχο των ρωσικών στρατιωτικών δυνάμεων και των φιλορωσικών αυτονομιστών. Καθώς οι φιλορωσικές αναταραχές του 2014 στην Ουκρανία κλιμακώθηκαν με την άφιξη ένοπλων πολιτοφυλακών, η ουκρανική κυβέρνηση κήρυξε την έναρξη μιας ”Αντιτρομοκρατικής Επιχείρησης” (ATO), σηματοδοτώντας την αρχή του πολέμου στο Ντονμπάς. Ένα σημαντικό τμήμα της ζώνης ATO (JFO, από το 2018) θεωρήθηκε προσωρινά κατεχόμενο έδαφος της Ουκρανίας. Στα πρωτόκολλα Μινσκ II του 2015 αναφερόταν ως ”ορισμένες περιοχές των περιφερειών Ντονέτσκ και Λουγκάνσκ”.

media:

dk.jpeg

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...