Τελευταία νέα
Συνάντηση Μητσοτάκη με την υποψήφια για το αξίωμα της νέας γενικής γραμματέως του ΟΗΕ Η Ρωσία κατασκευάζει 4 πυρηνικoύς σταθμούς στο Ιράν, πάγωσαν ΗΠΑ και Ισραήλ Τραμπ: ο… αλογομούρης πρόεδρος: Οι επενδύσεις στη SpaceX και τα «πολεμικά» κέρδη από πετρελαϊκές εταιρείες Κρήτη: Λέμβος με 60 μετανάστες ανοιχτά των Καλών Λιμένων Ερντογάν : ”Πάρτε το απόφαση , εχθροί και φίλοι , η ιστορία ξαναγράφεται στην περιοχή μας”-Μόνο με συνεννόηση η ηλεκτρική διασύνδεση Ο Κόντης ζητά συγκέντρωση από τους παίκτες του ΟΦΗ: «Πλεονέκτημα το 3-0 αλλά δεν μας δίνει την πρόκριση» Ελεγκτικό Συνέδριο: Ο Β. Παπαγεωργόπουλος καλείται να καταβάλει 8,2 εκατ. ευρώ για το έλλειμμα στον δήμο Θεσσαλονίκης «Πόσες γυναίκες πρέπει ακόμη να δολοφονηθούν;» – Σφοδρή επίθεση ΕΛ.Α.Σ. στην κυβέρνηση «Νιώθω δικαιωμένη για το παράσημο»: Η Ακρίτα απαντά για την άρνηση της ΝΔ να τη στηρίξει Πέμπτη ημέρα καύσωνα: Στα ύψη ο υδράργυρος, πάνω από 41°C η μέγιστη θερμοκρασία ΕΛ.Α.Σ.: Στο επίκεντρο τα κέρδη-«φωτιά» των πετρελαϊκών ομίλων Κεραμέως: “Ο κ. Τσίπρας είναι αμετανόητα θρασύς και λαϊκιστής”
Athens.indymedia.org

[Αναλύσεις] Πως το Κράτος Πολέμου αντικατέστησε το Κράτος Πρόνοιας

01/06/2026 8:02 μμ.

Η πολιτική οικονομία του προηγμένου καπιταλισμού υποβάλλεται σε μια καθοριστικά δομική αναδιαμόρφωση, χαρακτηρισμένη από την στρατηγική στροφή από το μετα-πολεμικό κράτος πρόνοιας προς το στρατικοποιημένο κράτος ασφάλειας.

Η μετάβαση αυτή δεν εκπροσωπεί κάποια ξαφνική ρήξη αλλά την κορύφωση δεκαετιών νεοφιλελεύθερης πολιτικής, επιταχυνόμενης από την βαθιά και διαρκή κρίση στασιμότητας που έχει καταλάβει τον πρωταρχικό καπιταλιστικό πυρήνα από το 2008 τουλάχιστον. Εκεί που το Κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας διαχειρίζονταν το κοινωνικό ρίσκο και ενθάρρυνε την ζήτηση μέσω συλλογικών παροχών και δημόσιων επενδύσεων, το σύγχρονο πρότυπο επιδιώκει την συντήρηση της συσσώρρευσης μέσω δυο βασικών, αλληλένδετων διαδικασιών: την χρημαστηριακή κεφαλαιοποίηση των ουσιαστικών εσωτερικών πόρων και υποδομών και την κλιμάκωση της γεωπολιτικής στρατιωτικής δαπάνης. Η δεύτερη, συχνά χαρακτηρισμένη ως Στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός, έχει προκύψει ως μια ειδικά αποτελεσματική μορφή κρατικής παρέμβασης, και είναι σχεδιασμένη έτσι ώστε να αντιμετωπίσει την οικονομική αδράνεια χωρίς να διαταράσσει τις κατεστημένες δομές εξουσίας. Ωστόσο, το οικονομικό αυτό δόγμα δεν μπορεί να είναι αποτελεσματικό στο πολιτικό κενό, εξαναγκάζοντας έτσι μια νομιμοποιητική αφήγηση υπαρξιακού κινδύνου. Κατά συνέπεια, η συστηματική καταδίκη κρατών όπως η Ρωσία, η Κίνα, και το Ιράν πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια εσωτερική οικονομική απαίτηση, και ιδεολογικό καύσιμο για μια πολιτική οικονομία που είναι πια εξαρτημένη από την διαρκή ετοιμότητα για πόλεμο. Η μετατόπιση αυτή σημασιοδοτεί την θεμελιακή μεταμόρφωση του κοινωνικού συμβολαίου, από την εγγύηση της ασφάλειας ενάντια στους κινδύνους της ζωής στην υπόσχεση της προστασίας ενάντια σε κατασκευασμένους εχθρούς, συμπληρώνοντας έτσι το νεοφιλελεύθερο σχέδιο με την ιδιωτικοποίηση της κοινωνικής πρόνοιας ενώ κοινωνικοποιούνται τα έξοδα της πολεμικής προετοιμασίας.
Προκειμένου να κατανοηθεί το βάθος της στροφής αυτής, οφείλουμε να την τοποθετήσουμε εντός της εξαντλημένης χωροταξίας του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Η συναίνεση που ακολούθησε τον Ψυχρό Πόλεμο, βασισμένη στην υπερ-παγκοσμιοποίηση, την χρηματοπιστωτική απορρύθμιση, και την υποχώρηση του κράτους από την άμεση οικονομική εποπτεία, έχει εισέλθει σε μια περίοδο τελικής αποσύνθεσης. Το πρότυπο εκείνο ευνόησε την κερδοσκοπία μέσω της μισθολογικής στασιμότητας, του πλουτοπαραγωγικού πληθωρισμού, και της παγκόσμιας εργασιακής μετακίνησης, ενώ ταυτόχρονα συρρίκνωσε τα θεμέλια της μαζικής καταναλωτικής ζήτησης, των παραγωγικών επενδύσεων, και της κοινωνικής σταθερότητας. Το αποτέλεσμα είναι η μια συνθήκη στασιμότητας με χρόνια ισχνές επενδύσεις εκτός του πεδίου των χρηματιστηριακών φουσκών, αποσαρθρωμένες καταναλωτικές αγορές, τελματωμένη παραγωγικότητα, και επιτόκια παγιδευμένα σε ιστορικά χαμηλά. Τα παραδοσιακά λογιστικά ερεθίσματα, όπως οι φορολογικές ελαφρύνσεις ή οι δαπάνες για κοινωνικές υποδομές, αντιμετωπίζουν σημαντικές πολιτικές αντιδράσεις και θεωρούνται πως δημιουργούν διάχυτα πλεονεκτήματα τα οποία δεν ευνοούν άμεσα ή έμμεσα την εταιρική κερδοφορία. Επιπλέον, οι ευαλωτότητες των διευρυμένων παγκόσμιων αλυσίδων διανομής, όπως δυσοίωνα φανερώθηκαν κατά την διάρκεια της πανδημίας και μέσω των γεωπολιτικών εντάσεων, έχουν επαναπροσδιοριστεί ως κρίσεις εθνικής ασφάλειας που απαιτούν κρατικές λύσεις. Εντός αυτής της συνάφειας οικονομικής παθογένειας και χειραγωγημένης ευαλωτότητας λοιπόν, οι στρατιωτικές δαπάνες αναβιώνονται όχι ως δυσάρεστη αναγκαιότητα αλλά ως προνοητική οικονομική στρατηγική.
Ο Στρατιωτικός Κεϊνσιανισμός δρα μέσω διακριτών δικτύων τα οποία τον καθιστούν μοναδικά ελκυστικό σε κρατικούς διαχειριστές και κεφαλαιούχους. Πρώτον, παράγει άμεση, εγγυημένη, και γραμμική ζήτηση. Τα αμυντικά συμβόλαια παρέχουν πολυετείς, υψηλής αξίας ροές κερδοφορίας σε ένα ασφυκτικά ενσωματωμένο οικοσύστημα βασικών εργολάβων, υποεργολάβων, και συνεργαζόμενων ερευνητικών κέντρων. Η ζήτηση αυτή είναι συχνά αντι-κυκλική, εξασφαλίζοντας πολιτική επιρροή κατά την διάρκεια οικονομικών υφέσεων ως μορφή δημιουργίας θέσεων εργασίας. Δεύτερον, δρα ως de facto βιομηχανική πολιτική, ειδικότερα για κυβερνητικές πολιτικές οι οποίες είναι ιδεολογικά αλλεργικές προς τον φανερό κρατικό σχεδιασμό. Με την χρηματοδότηση υψηλού ρίσκου, προηγμένης έρευνας και ανάπτυξης σε πεδία όπως η τεχνητή νοημοσύνη, οι ημιαγωγοί, η κυβερνητική, και η υπερηχητικότητα [hypersonics] το κράτος μεταβιβάζει μέσω της φορολογίας το ανυπολόγιστο κόστος και την αβεβαιότητα της καινοτομίας στην κοινωνία. Ο ιδιωτικός τομέας στην συνέχεια κατοχυρώνει την διανοητική ιδιοκτησία και τις εμπορικές εφαρμογές, μια ιστορική διαδικασία που ευνόησε την εξάπλωση του διαδικτύου και του GPS, κοινωνικοποιώντας έτσι το ρίσκο ενώ ιδιωτικοποιεί τα κέρδη. Τρίτον, ο τομέας είναι δομικά σχεδιασμένος προς την υψηλή κερδοφορία. Η επικράτηση των επιπρόσθετης αξίας συμβολαίων εξασφαλίζει τους βασικούς εργολάβους από τον ανταγωνισμό της αγοράς, με τις εγγυήσεις περιθωρίων κέρδους.
Εντούτοις, το οικονομικά ελκυστικό αυτό πρότυπο έρχεται αντιμέτωπο με το σημαντικό πρόβλημα της πολιτικής νομιμοποίησης. Σε κοινωνίες δημοκρατικών προσχημάτων, η συνεχής διάθεση τεράστιων δημόσιων εσόδων για εξοπλισμούς, ειδικά σε περιόδους λιτότητας στις κοινωνικές δαπάνες, απαιτεί μια αιτιολόγηση πολύ πιο πειστική από την απλή οικονομική αποτελεσματικότητα ή την τοπική αύξηση των θέσεων εργασίας. Η λογική της «εθνικής ασφάλειας» διαθέτει πράγματι μια μοναδική ισχύ, ικανή να εξασφαλίζει την διακομματική συναίνεση, φιμώνοντας την ουσιαστική διαφωνία, και επιβάλλοντας την προνομιακή αξίωση της διάθεσης των κυβερνητικών εσόδων και δαπανών. Παρ’ όλα αυτά, προκειμένου η εθνική ασφάλεια να επιδρά ως ανοικτού ορίζοντα προστακτική, πρέπει να προσωποποιείται. Οι αφηρημένες επικλήσεις συστημικών αντιπαλοτήτων ή στρατηγικών ανταγωνισμών στερούνται την συναισθηματική απήχηση που απαιτεί η μαζική κινητοποίηση. Το πολιτικό σώμα, και η πολιτική τάξη που το εκπροσωπεί, απαιτούν κάποιον συγκεκριμένο εχθρό, ένα αντίπαλο άλλο οι πράξεις του οποίου και η ύπαρξη του ακριβώς μπορούν να προπαγανδιστούν ως απειλή στην κατεστημένη κοινωνική και οικονομική τάξη.
Αυτή δομική απαίτηση για κάποιον εχθρό συγκλίνει με την πραγματική γεωπολιτική τριβή ώστε να παράξει την συνεχή και μεγαλοποιημένη καταδίκη του προκαθορισμένου «αυταρχικού άξονα». Στην Ρωσία, την Κίνα, και το Ιράν έχουν αποδοθεί συγκεκριμένοι, συμπληρωματικοί ρόλοι εντός αυτής της προπαγανδιστικής αρχιτεκτονικής. Η Ρωσία εκπληρώνει τον ρόλο της κλασσικής στρατιωτικής απειλής. Η εισβολή της στην Ουκρανία παρέχει το ενστικτώδες, μιντιακό δράμα των ηπειρωτικών πολέμων, δικαιολογώντας έτσι την ραγδαία εξάπλωση των αρμοδιοτήτων του NATO και των επανεξοπλιστικών προγραμμάτων ως την ηθική θωράκιση της δημοκρατίας. Η Κίνα προβάλλεται ως ισότιμος ανταγωνιστής και πολιτισμικός αντίπαλος. Η κλίμακα της οικονομίας της, της τεχνολογικής ανάπτυξης της, και το εναλλακτικό πρότυπο της διακυβέρνησης της παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη, μακροχρόνια πρόκληση, δικαιολογώντας όχι μόνο την ναυτική και πυραυλική περικύκλωση της αλλά και τους περιορισμούς στην μεταφορά τεχνολογίας, και τις μαζικές κρατικά επιχορηγούμενες επενδύσεις στην ανταγωνιστική υποδομή. Το Ιράν εξυπηρετεί ως η διαχρονική πηγή ασύμμετρων και ενδιάμεσων απειλών, νομιμοποιώντας την συνεχή στρατιωτική αντιπαράθεση στην Μέση Ανατολή και την συντήρηση του παγκόσμιου στρατιωτικού μηχανισμού. Η καταδίκη των χωρών αυτών δεν αποτελεί μόνο προπαγανδιστική κατασκευή αλλά μια διαδικασία επιλεκτικής κλιμάκωσης και απονοηματοδότησης, στην οποία τα σύνθετα κίνητρα των κρατών αυτών αναιρούνται, οι διπλωματικές γέφυρες περιθωριοποιούνται, ενώ περιγράφονται όχι ως ορθολογικοί παράγοντες με ανταγωνιστικά συμφέροντα αλλά ως εγγενώς επεκτατικά και παθολογικά καθεστώτα. Η περιγραφή τους ως τέτοια δημιουργεί μια διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάγκης, μια συνθήκη στην οποία τα εξωφρενικά προϋπολογιστικά και πολεμικά μέτρα κανονικοποιούνται, ενώ κάθε κριτική απορρίπτεται ως αφελής ή προδοτική.
Αυτό το είδος πολιτικής οικονομίας παράγει έναν ισχυρό, αυτο-ανακυκλούμενο κύκλο ανάδρασης [feedback loop]. Οι αυξανόμενες στρατιωτικές δαπάνες απαιτούν μια εντατικοποιημένη προπαγάνδα απειλής ώστε να συντηρηθεί η κοινωνική συναίνεση. Η υπερβολική αυτή αφήγηση, διατυπωμένη ως πολιτική και ρητορική, προκαλεί αντίμετρα από τους προκαθορισμένους ως αντιπάλους, οι αντιδράσεις των οποίων περιγράφονται ως εμπειρική απόδειξη της αρχικής εκτίμησης τους ως απειλών, δικαιολογώντας έτσι τις επιπλέον δαπάνες και κλιμάκωση. Ο κλασσικός αυτός εξοπλιστικός ανταγωνισμός ανυψώνεται έτσι στο επίπεδο του πλήρους φάσματος οικονομικού και τεχνολογικού ανταγωνισμού. Ο κύκλος συντηρείται από τον εντυπωσιακό αστερισμό των κατεστημένων θεσμικών συμφερόντων – το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα με την άμεση επενδυτική εμπλοκή του· την γραφειοκρατία της εθνικής ασφάλειας, η επιρροή της οποίας διευρύνει το βάθος της κατασκευασμένης απειλής· και τα μιντιακά οικοσυστήματα που ανακαλύπτουν πως το καλά διατυπωμένο δράμα της αντιπαράθεσης είναι πολύ πιο κερδοφόρο από τις περιπλοκότητες της διπλωματίας.
Οι συνέπειες της θεμελίωσης του προτύπου του κράτους πολέμου είναι καταλυτικές και διαβρωτικές, καθώς φανερώνουν τον θεμελιακό επαναπροσανατολισμό του σκοπού του κράτους. Προκειμένου να κατανοηθεί το μέγεθος της μετατόπισης, είναι απαραίτητη η σύγκριση του με το πρότυπο του κράτους πρόνοιας που αντικαθιστά. Το μετά το 1945 Κεϊνσιανό κράτος πρόνοιας εξανάγκασε τον ταξικό συμβιβασμό, όπως διαμορφώθηκε στην σκιά της ύφεσης και του πολέμου. Η οικονομική του λογική ήταν εκείνη της εσωτερικής, κοινωνικοποιημένης επένδυσης. Το κράτος δρούσε ως σταθεροποιητής και πηγή αποτελεσματικής ζήτησης μέσω της παροχής του κοινωνικού μισθού (παροχή υγείας, παιδείας, συντάξεων), μεγάλης κλίμακας επενδύσεις στην δημόσια υποδομή, και την αντι-κυκλική λογιστική διαχείριση. Η νομιμοποιητική του ιδεολογία ήταν εκείνη της κοινωνικής υπηκοότητας· η πολιτική του νομιμοποίηση προέκυπτε από τον ρόλο του κράτους ως εγγυητή του ελάχιστου επιπέδου πρόνοιας και της κοινής, συχνά ψευδαισθησιακής, αίσθησης της εθνικής ευημερίας. Το κοινωνικό συμβόλαιο υπόσχονταν ασφάλεια από την γέννα ως το μνήμα με αντάλλαγμα την παραγωγική εργασία και την πολιτική συναίνεση.
Το πρότυπο αυτό αποδιαρθρώθηκε σταδιακά από την δεκαετία του 1970 και μετά κάτω από την νεοφιλελεύθερη πίεση, με πρόφαση την κρίση της κερδοφορίας των αγορών και την λογιστική κρίση του κράτους. Η υπόσχεση της κοινωνικής υπηκοότητας αντικαταστάθηκε από την υπόσχεση της ατομικής ιδιοκτησίας πόρων κερδοσκοπίας, ειδικότερα των στεγαστικών, ως η νέα βάση της ασφάλειας. Εντούτοις, αυτό το ιδιοκτησιακής βάσης πρότυπο παρήγαγε τις δικές του κρίσεις ανισότητας και επισφάλειας. Αντιμέτωπο με την μακροχρόνια ύφεση και την φθίνουσα νομιμοποίηση της νεοφιλελεύθερης διευθέτησης, το κράτος έχει στραφεί σε μια διαφορετική μορφή Κεϊνσιανισμού, μια που αποφεύγει τις αναδιανεμητικές πολιτικές του παλιού κράτους πρόνοιας. Η οικονομική λογική του κράτους πολέμου είναι εκείνη της αστυνομικά ασφαλιστικής, μη-ανταγωνιστικής δαπάνης. Η βασική του δαπάνη κατευθύνεται προς την αγορά πολεμικών εξοπλισμών, πληροφοριών, και επιτήρησης, όχι νοσοκομείων ή σχολείων. Η σχέση του με το κεφάλαιο δεν είναι πλέον ρυθμιστική ή περιοριστική, αλλά εκείνη του άμεσου συνεργάτη και πελάτη. Η νομιμοποιητική ιδεολογία δεν αφορά πια την κοινή ευημερία αλλά την εθνική ασφάλεια εντός ενός κράτους σε μόνιμη και διαρκή κατάσταση έκτακτης ανάκης.
Αυτό εκπροσωπεί τον θεμελιακό επαναπροσδιορισμό της ίδιας της υπηκοότητας. Ο πολίτης δεν είναι πλέον φορέας κοινωνικών δικαιωμάτων που του κατοχυρώνουν την πρόνοια, αλλά ένας επενδυτής στην εθνική ασφάλεια, το καθήκον του οποίου είναι η πατριωτική εγρήγορση. Ο πολιτικός διάλογος μετατοπίζεται από τις διαφωνίες σχετικά με την επάρκεια του συστήματος υγείας σε διαφωνίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα της πυραυλικής άμυνας. Η στρατιωτική δαπάνη επιτυγχάνει μια εντυπωσιακή διακομματική συναίνεση που η προνοιακή δαπάνη δεν θα κατόρθωνε ποτέ, καθώς η αμφισβήτηση της κλίμακας της περιγράφεται ως σημάδι αδυναμίας ή προδοσίας. Αυτό δημιουργεί το πολιτικό περιβάλλον που ευνοεί τα μακροχρόνια, κερδοφόρα συμβόλαια, απελευθερωμένα πλέον από τις ασταθείς απαιτήσεις για την δημοκρατική αναδιανομή των κοινωνικών αγαθών.
Η μετατόπιση, στην ουσία, χαρακτηρίζει το τελικό στάδιο της νεοφιλελεύθερης μεταμόρφωσης – της ιδιωτικοποίησης της κοινωνικής πρόνοιας παράλληλα προς την κοινωνικοποίηση του πολέμου. Το κράτος απεκδύεται τον ρόλο του ως εγγυητή της συλλογικής ευημερίας και επανεπενδύει την λογιστική και ιδεολογική του εξουσία ως ο βασικός εργολάβος της πολεμικής οικονομίας. Αυτό αποτελεί ένα πιο σταθερά αποδοτικό πρότυπο για τον καπιταλισμό. Η προνοιακή δαπάνη χειραφετούσε τους εργαζόμενους και τους πολίτες, ενισχύοντας τις δυνατότητες τους και δημιουργώντας προσδοκίες δικαιώματων. Η στρατιωτική δαπάνη ευνοεί τους εργολάβους, τις εταιρείες παραγωγής τεχνολογίας, και τον μηχανισμό αστυνόμευσης· δημιουργεί εξαρτήσεις, όχι χειραφετησιακά δικαιώματα. Κατασκευάζει έναν υπάκουο πληθυσμό μέσω του φόβου αντί ενός απαιτητικού πληθυσμού μέσω της κεκτημένης διεκδίκησης.
Οι συνέπειες είναι συντριπτικές. Πρώτον, προκαλεί την καταστροφικά λανθασμένη κατανομή των κοινωνικών πόρων, την επαναδιεύθυνση του κεφαλαίου, του επιστημονικού ταλέντου, και της πολιτικής ενέργειας από την αντιμετώπιση των υπαρξιακών κρίσεων της κλιματικής αλλαγής, της αποσύνθεσης του συστήματος υγείας, και της διεύρυνσης της ανισότητας. Δεύτερον, παραμορφώνει ενεργά την δημοκρατία, καλλιεργώντας την μυστικοπάθεια, την επέκταση της εκτελεστικής εξουσίας, και την περιθωριοποίηση της διαφωνίας εντός ενός συρρικνωμένου φάσματος αποδεκτής επιχειρηματολογίας. Τρίτον, καθιστά τον κόσμο ανυπολόγιστα πιο επικίνδυνο με την περιγραφή των διεθνών σχέσεων ως ενός μηδενικού αποτελέσματος [zero-sum] πολιτισμικού αγώνα, αυξάνοντας έτσι την πιθανότητα λανθασμένων υπολογισμών και άμεσης σύγκρουσης. Τελικά, η στροφή προς την στρατικοποιημένη οικονομία και η καταδίκη των στρατηγικών αντιπάλων δεν είναι παρά παραδοχή της συστημικής κατάρρευσης. Φανερώνει ότι ο καπιταλισμός στην υπάρχουσα μορφή του δεν μπορεί πια να παράξει σταθερή, ισότιμη, ή νόμιμη ευημερία μέσω ειρηνικών τρόπων. Έχοντας εξαντλήσει τις δυνατότητες του καταναλωτικού χρέους και χρηματιστηριοποιήσει τον πληθωρισμό των πλουτοπαραγωγικών πόρων, επιδιώκει τώρα το παλαιότερο και πιο καταστροφικό τονωτικό – την οργανωμένη βία και τον φόβο που την δικαιολογεί. Ο εχθρός αποτελεί έτσι μια δομική προϋπόθεση, ένας πρωταγωνιστής σε ένα δράμα που παρέχει τον σκοπό για την ύπαρξη του κράτους πολέμου, κέρδη για τους στρατιωτικούς εργολάβους, και μια ενοποιητική αφήγηση μιας κατακερματισμένης πολιτικής, καθώς μετατοπίζει την προσοχή από την διαρκώς διευρυνόμενη κοινωνική αποσύνθεση που πραγματοποιείται στο εσωτερικό. Η αμφισβήτηση της τροχιάς αυτής έγκειται στην επιμονή ότι η αληθινή ασφάλεια δεν εξαρτάται από την ατέρμονη συσσώρευση οπλισμών και εχθρών, αλλά στην ριζική αναδιοργάνωση μιας πολιτικής οικονομίας που είναι πια εξαρτημένη από την ατέρμονη κατασκευή τους.
How the Warfare State Replaced the Welfare State – The Polar Bl@st

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...