Τελευταία νέα
Γάζα: Δώδεκα νεκροί από ισραηλινό χτύπημα – Ξεκληρίστηκε εξαμελής οικογένεια Ουγγαρία: Έφοδος της εισαγγελίας στα γραφεία του κόμματος Όρμπαν – «Αυταρχισμό» καταγγέλλει το Fidesz Βάθρες Σαμοθράκης: 50χρονος έπεσε σε δύσβατο σημείο – Διασώστες τον ανέσυραν τραυματισμένο Ανδρουλάκης: «Η κυβέρνηση απέτυχε στην ενέργεια» – Το σχέδιο του ΠΑΣΟΚ για φθηνότερο ρεύμα Γαλλία: Τραγικός θάνατος δύο πυροσβεστών – Σκοτώθηκαν κατά την κατάσβεση πυρκαγιάς σε κτίριο Κ. Κυρανάκης: Ξεκαθαρίστηκε ότι κανένας βουλευτής μας δεν κατηγορείται για παράνομο πλουτισμό Έκτακτο δελτίο καιρού από την ΕΜΥ λόγω καύσωνα: Πού θα φτάσει τους 43 βαθμούς η θερμοκρασία την Τετάρτη Τουρνάς: Οι συνθήκες της Τετάρτης προσομοιάζουν με εκείνες στο Μάτι Ισπανία: Η κυβέρνηση Σάντσεθ θέλει να απαγορεύσει το κάπνισμα σε εξωτερικούς χώρους καταστημάτων και παραλίες Γ. Μανιατης: Οι 5 εθνικοί στοχοι του ΠΑΣΟΚ για την ενεργεια Έσπασαν 13 ρεκόρ στο φετινό Μουντιάλ – Στους πρωταγωνιστές οι Μέσι, Μπαπέ και Ολίσε Φεστιβάλ Αθηνών: «Συμφωνία των Χιλίων» από την ΚΟΑ
Efsyn.gr

Περιπλάνηση στην Ιστορία και στον εαυτό

Αυτό που κυρίως εισπράττουμε από το τόσο ιδιαίτερο λεύκωμα του Πίττα είναι κάτι που θυμίζει συγχορδία. Βέβαια, μέσα σ’ όλα κινείται ο ίδιος, πλάνης, φωτογράφος, συγγραφέας – όλα για πρώτη φορά, όλα άσχετα με την επαγγελματική του κατάρτιση. Ομως υπάρχουν κι άλλα. Ας πούμε, είναι ο Ηλίας Κανέλλης εκείνος που του δίνει την ευκαιρία, όπως λέει, «να γράψω κάτι, πρώτη φορά στη ζωή μου». Χωρίς βέβαια αυτά τα κείμενα, θα μιλούσαμε για κάτι ριζικά διαφορετικό. Μετά ήταν το ηρωικό Πόνυ του, ό,τι φθηνότερο υπήρχε, ένα στοιχειώδες ντόπιο αυτοκίνητο με μια μηχανή 2CV, η μικρή Ελλάδα που τον πήγαινε παντού, κι ας γελούσαν κοροϊδευτικά οι Γερμανοί που τον προσπερνούσαν. Ενα αυτοκινητάκι-σύμβολο απόλυτης ελευθερίας, καθώς γίνεται κομμάτι της σπαρακτικής του μοναξιάς.
Ακόμα, στημένη απέναντί του, η ίδια η Ευρώπη ως βαθύς, ανεξιχνίαστος κόσμος, ακόμα μοιρασμένος στα δύο στρατόπεδα με τη «χοντρή μαύρη γραμμή» πριν από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου. Τόπος της αδιαπραγμάτευτης περιπλάνησης που τροφοδότησε τον Πίττα με «μια τρέλα» για τέσσερα χρόνια «δίχως σχέδιο ή προορισμό». Για να ανακαλύπτει καινούργια πρόσωπα και να επιστρέφει σε ήδη γνώριμα. Συνεχώς με τη γεύση «από την ερημιά που ένιωθα μέσα μου» και με συντροφιά την «απόλυτη σιωπή, τρομακτική σιωπή».
Το ταξίδι θα διακοπτόταν έτσι το 1989, για να συνεχίσει με μια άλλη, βουβά εσωτερική διαδρομή, που θα κρατήσει 25 ολόκληρα χρόνια, με τα πάντα να χάνονται λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ο ίδιος κλείνεται στη σιωπή του, παύει να εξηγεί, απλά σημειώνει ότι τότε «“θάβει” τη δουλειά του» και την ανακαλύπτει «τυχαία σε μια αποθήκη» το 2014. Ηταν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά ενώ την ίδια στιγμή τον χτυπούσαν ωκεανοί αναμνήσεων. Θα ακολουθήσουν εννέα εκθέσεις και τρεις εκδόσεις, κάτι σαν την έκρηξη ενός θριαμβευτικού φινάλε. Κι έπεται σύντομα η συνέχεια: ένας δεύτερος τόμος «με τέσσερα θεματικά κεφάλαια».
Κι όσο ταξιδεύει ο Πίττας, όσο χάνεται «ολομόναχος» σε σκοτεινά δάση ή μέσα σε πλήθη αγνώστων, ακόμα και διαπιστώνοντας κάποια στιγμή πως πέρασε «μια βδομάδα χωρίς να μιλήσεις σε άνθρωπο», με συντροφιά ένα «σκόρπιο ημερολόγιο», τόσο ανακαλύπτει πόσο απαραίτητη του είναι μια τέτοια απομόνωση, που τον κάνει ικανό να κοροϊδεύει κάπου: «υπάρχει πιο βαρετό μέρος από τη Σαντορίνη;».
Θα είχε ίσως ενδιαφέρον να εξιχνιάσει κανείς με ποιους όρους ανακαλύπτει ο Πίττας αυτή τη δεύτερή του υπόσταση μετά τα 25 εκείνα χρόνια που μεσολάβησαν. Αναγνωρίζει πρόσωπα και θυμάται συμβάντα, χώνεται σε χαρακτηριστικές σκηνές που μπορεί να ξαναστήσει, αναλογίζεται τι σκεφτόταν τη στιγμή που τραβούσε τη φωτογραφία.
Η αναπαράσταση με τη βοήθεια των φωτογραφιών (και των σημειώσεων) δεν είναι εκείνη η αρχική, δεν θα μπορούσε ποτέ να ήταν. Από τη μια ξέρει πως η αυθεντική στιγμή χάθηκε οριστικά. Ο κόσμος αυτός που εικονίζεται συνέχισε να ζει, να αγωνίζεται, να διάγει με αξιοπρέπεια τον βίο του, όσο ταπεινός κι αν ήταν. Ομως ο Πίττας γνωρίζει πια τι συνέβη «μετά», τι ακολούθησε στον γεωγραφικό χώρο που κινείται – τουλάχιστον αρκετά από τα κείμενά του δείχνουν αυτή την αποδέσμευση από το «παρόν» της φωτογραφίας. Οχι όμως πάντα.
Αλλες φορές έχουμε την αίσθηση της μοναδικής εντύπωσης, του στιγμιότυπου, όπως η μεταμόρφωσή του σε γλάρο στην ακτή του Ζιλτ στη Βόρεια Θάλασσα, το θέρετρο πολυτελείας με τα «πανάκριβα ξενοδοχεία», όπου κοιμόταν «μέσα στο αυτοκινητάκι μου και δεν μπορούσα ν’ αγοράσω τίποτε». Δεν τον ένοιαζε, του αρκούσε, λέει, να «παρατηρεί» και συμπληρώνει: «Μ’ όλα τούτα, θα κατάλαβες ο γλάρος τι σημαίνει. Ο γλάρος είμαι εγώ. Κι αυτή η φωτογραφία είναι μια “σέλφι”». Αν έμενε εκεί, η σημασία της παρατήρησης θα ήταν μικρή, γι’ αυτό κλείνει αποκαλυπτικά: «Μόνο που ο γλάρος πετάει – εγώ πέφτω. Η μόνη διαφορά».

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...