Τελευταία νέα
«Νιώθω δικαιωμένη για το παράσημο»: Η Ακρίτα απαντά για την άρνηση της ΝΔ να τη στηρίξει Πέμπτη ημέρα καύσωνα: Στα ύψη ο υδράργυρος, πάνω από 41°C η μέγιστη θερμοκρασία ΕΛ.Α.Σ.: Στο επίκεντρο τα κέρδη-«φωτιά» των πετρελαϊκών ομίλων Κεραμέως: “Ο κ. Τσίπρας είναι αμετανόητα θρασύς και λαϊκιστής” Μετά τη Βρετανία και οι ΗΠΑ χαρακτηρίζουν «τρομοκρατική» την οργάνωση Palestine Action ΣΥΡΙΖΑ κατά Μητσοτάκη: «Αποκαλύπτετε το πραγματικό σας πρόσωπο» Κόντρα Κεραμέως – ΕΛΑΣ για τις συντάξεις χηρείας Ο Χάρης Δούκας ζητά την άμεση κατεδάφιση του κτιρίου του Badminton – Η ομόφωνη απόφαση του Δ.Σ. Αθηναίων Ερώτηση Μ. Κεφαλογιάννη προς την Κομισιόν για την απελευθέρωση του Οσμάν καβαλά Πνινάν Γιανάι, Ισραηλινή πρέσβης: “Μερικές φορές, η διπλωματία ξεκινά με το σπάσιμο πιάτων σε ελληνική ταβέρνα” Κιλκίς: Φωτιά σε αγροτοδασική έκταση – Επιχειρούν εναέρια μέσα Νυχτερινό μπλόκο για τους ανήλικους στα social: Τι προβλέπει ο συμβιβασμός των 17 δισ. δολαρίων της Meta
Athens.indymedia.org

[Ανακοινώσεις] [21/6] Αλληλεγγύη στα προφυλακισμένα συντρόφια για την απαλλοτρίωση τράπεζας στην Τιθορέα | Συγκέντρωση στις φυλακές Μαλανδρίνου

17/06/2026 1:19 πμ.

Στηρίζουμε το κάλεσμα της “Συνέλευσης αλληλεγγύης στους/ις διωκόμενους/ες για την απαλλοτρίωση τράπεζας στην Κ.Τιθορέα” για συγκέντρωση αλληλεγγύης στις φυλακές Μαλανδρίνου, την Κυριακή 21/6 στις 15:00.
 
Ακολοθεί το κείμενο της συνέλευσης για την υπόθεση:
Θα λήστευες μια τράπεζα αν ήσουν αόρατος; Κάποιοι το έκαναν όντας ορατοί
Οι περήφανοι αναρχικοί απαλλοτριωτές της Κάτω Τιθορέας
Το πρωί της 11ης Μαΐου ομάδα συντρόφων πραγματοποιεί απαλλοτρίωση τράπεζας στην Κάτω Τιθορέα. Κάποιες ώρες αργότερα ακολουθεί η σύλληψη 8 συντρόφων και συντροφισσών, μετά από γιγαντιαία κινητοποίηση των διωκτικών μηχανισμών, με τους 5 να συλλαμβάνονται κοντά στο Αλεποχώρι μέσα σε αυτοκίνητο και τους 3 να συλλαμβάνονται μετά από εισβολές σε σπίτια σε Αθήνα και επαρχία. Στους συντρόφους και τις συντρόφισσες αποδίδεται ένα διογκωμένο κατηγορητήριο με σχεδόν ότι ανεξιχνίαστη υπόθεση ληστείας/απαλλοτρίωσης τράπεζας έχει συμβεί τα τελευταία χρόνια.
Οι μπάτσοι με προεξάρχουσα υπηρεσία αυτή του πολυδιαφημισμένου ελληνικού FBI -ΔΑΟΕ- σύμφωνα με την δικογραφία παρακολουθούσαν για πάνω από ένα χρόνο συντρόφους αναδεικνύοντας την πραγματική διάσταση της αστυνομικής καταστολής στα πλαίσια του ταξικού πολέμου. Το κράτος επιχειρεί με όρους πολεμικής σύγκρουσης: επιστρατεύει μηχανισμούς και τεχνολογία κατασκοπείας, και στήνει μία επιχείρηση που σκόπιμα επιλέγει να επιτεθεί στα 5 από τα 8 συντρόφια σε μία οριακή στιγμή. Η τυχοδιωκτικήαυτή επιλογή του κράτους, εμπεριείχε το απόλυτο ρίσκο της ένοπλης συμπλοκής και της πολύ πιθανής κρατικής δολοφονίας των 5 αναρχικών, αν έστω και ένας από τους πάνοπλους και υπεράριθμους μπάτσους είχε μία λάθος κρίση την στιγμή της καταδίωξης. Δεν πέφτουμε από τα σύννεφα καθώς ο σχεδόν ισόβιος υπουργός ΠΡΟΠΟ Μ. Χρυσοχοϊδης βαρύνεται και με την απόπειρα δολοφονίας του απαλλοτριωτή Βασίλη Παλαιοκώστα όταν έδωσε εντολή να γαζώσουν το αυτοκίνητό του σε αστυνομικό μπλόκο.
Η μετέπειτα μεταχείριση των συλληφθέντων υπήρξε ενδεικτική της εκδικητικότητας του κρατικού μηχανισμού, σε μια περίοδο ήδη οξυμένης καταστολής απέναντι στον αναρχικό χώρο, αλλά η στάση των συντρόφων υπερίσχυσε. Οι συνηθισμένοι πλέον ξυλοδαρμοί κατά τη σύλληψη δεν έκαμψαν ούτε στο ελάχιστο το ηθικό τους. Ως συνήθως, οι αρχές διόγκωσαν το κατηγορητήριο, φορτώνοντας ανεξιχνίαστες υποθέσεις με απώτερο σκοπό την προφυλάκιση και των 8. Μια μεθόδευση που βέβαια δεν προέκυπτε από τα στοιχεία, με αποτέλεσμα εν τέλει ένας σύντροφος και μία συντρόφισσα να αφεθούν ελεύθεροι μετά την ανάκριση με περιοριστικούς όρους. Οι υπόλοιποι (5 σύντροφοι και 1 συντρόφισσα) προφυλακίστηκαν και εκδικητικά μετήχθησαν σε διαφορετικές και απομακρυσμένες φυλακές της χώρας συμπεριλαμβανομένου του Μαλανδρίνου, Ναυπλίου, Τρικάλων, Λάρισας και Κορυδαλλού.
Παράλληλα, ενεργοποιήθηκε ο ιδεολογικός μηχανισμός των ΜΜΕ για την πολιτική απονεύρωση της υπόθεσης. Το κράτος γνωρίζει καλά την ιστορική συμπάθεια που προκαλεί η απαλλοτρίωση τραπεζών και έχει βάσιμους λόγους να ανησυχεί για την κοινωνική απήχηση που μπορεί να έχει η σύνδεση θεωρίας και δράσης των αναρχικών απαλλοτριωτών. Γι’ αυτό τον λόγο, η αρχική κάλυψη εστίασε στην αποπολιτικοποίηση και την ποινικοποίηση: οι συλληφθέντες παρουσιάστηκαν ως “περιθωριακά στοιχεία” και η πολιτική τους ταυτότητα αποκρύφτηκε πίσω από παραπλανητικές αναφορές σε ναρκωτικά, οπαδική βία και λούμπεν παραβατικότητα.
Όταν, ωστόσο, οι 8 συντρόφισσες και σύντροφοι στήριξαν με δημόσιο κείμενό τους την επιλογή της ένοπλης απαλλοτρίωσης τράπεζας ως ένα ακόμη μέσο του αναρχικού αγώνα και τίμησαν τους πεσόντες απαλλοτριωτές τραπεζών Χάρη Τεμπερεκίδη, Σπύρο Δραβίλα και Sebastian Oversluij, δηλώνοντας αναρχικοί, το μιντιακό αφήγημα δεν μπορούσε πλέον να σταθεί. Η υπερπροβολή της «αστυνομικής επιτυχίας» αντικαταστάθηκε από την απόλυτη σιωπή. Η περήφανη στάση των συλληφθέντων στα δικαστήρια της Ευελπίδων, που φώναζαν με πάθος «Ζήτω η Αναρχία» συνεχίζοντας το ιστορικό νήμα που ξεκίνησε την Πρωτομαγιά του Σικάγο το 1886, και οι συγκρούσεις των αλληλέγγυων με τις δυνάμεις καταστολής, θάφτηκαν συστηματικά από τα ΜΜΕ.
Η σιωπή αυτή είναι η απόδειξη της γύμνιας της εξουσίας όταν η πολιτική στάση των αιχμαλώτων δείχνει ότι η καταστολή δεν μπορεί να λυγίσει το εξεγερμένο πνεύμα. Ενώ το κράτος εκδικείται παραδειγματικά τους εξεγερμένους με σκοπό να τρομοκρατήσει και να διατηρήσει την κοινωνία υποταγμένη, είναι αυτή ακριβώς η στιγμή που αποδεικνύεται ότι οι ιδέες δεν φυλακίζονται και ότι η επιλογή της εξέγερσης δεν μπορεί να ηττηθεί.
Οι 5 σύντροφοι και η μία συντρόφισσα που προφυλακίστηκαν, δεν στέκονται ως θύματα της κρατικής βίας, αλλά ως συνειδητά πολιτικά υποκείμενα που στηρίζουν την αναρχική τους ταυτότητα. Μέσα σε μια συγκυρία κοινωνικής νηνεμίας, η επιλογή τους για άμεση σύγκρουση με τους στυλοβάτες του κεφαλαίου και η στάση τους, μας εμπνέει και μας δίνει δύναμη, καταδεικνύοντας ότι ούτε η στρατιωτικοποίηση, ούτε το αναβαθμισμένο νομικό οπλοστάσιο του εχθρού μπορούν να αποτρέψουν τους καταπιεσμένους από το να διεκδικήσουν τη ζωή τους.
Η συστημική ληστεία: Πώς οι τράπεζες ληστεύουν την κοινωνική βάση
Από την αρχή του πολιτισμού των ανισοτήτων και το στέριωμα της ιδιοκτησίας, μέχρι και σήμερα, ζώα, φύση και άνθρωποι, αποτελούν υλικά προς εκμετάλλευση για τη συσσώρευση κέρδους στο όνομα της εκάστοτε “κοινωνικής ανάπτυξης”.
Στο πέρασμα των καιρών ωστόσο, η μετατροπή των ανθρώπων σε αριθμούς, καθώς και ο μαζικός έλεγχός τους από τα κυρίαρχα στρώματα και τους μηχανισμούς καταστολής και επιτήρησης, δημιούργησε τις προϋποθέσεις για την οικοδόμηση της αστικής κοινωνίας και την θεσμοθέτηση του καπιταλισμού ως οικονομικό σύστημα. Ή καλύτερα την εγκαθίδρυση της οικονομίας ως θεμέλιο λίθο του εξουσιαστικού-καπιταλιστικού συστήματος.
Φτάνοντας στο σήμερα, μπορούμε να μιλήσουμε με σιγουριά για ένα σύστημα-εργοστάσιο, διαμορφωμένο για να δημιουργεί κερδοφόρες μονάδες προς όφελός του. Ένα σύστημα υψηλής ταχύτητας και διαφορετικών (γεωγραφικά) συχνοτήτων. Ένα σύστημα που είτε με τη δυτική πολιτισμένη του όψη, είτε χωρίς προσχήματα (χώρες «τρίτου» κόσμου), μπορεί και συμπυκνώνει τα χαρακτηριστικά της ιεραρχίας, της εξειδίκευσης, και του ετεροκαθορισμού κάτω από ένα διάχυτο πέπλο εξουσίας.
Η πραγματικότητα λοιπόν μέσα σε μια τέτοια μονοπωλιακή συνθήκη δε θα μπορούσε παρά να δημιουργεί αλυσίδες εξάρτησης και εγκλωβισμού μέσω κανόνων, νόμων και λειτουργιών. Τον συνδυασμό αυτό που τυποποιεί και προγραμματίζει τη ζωή μας πριν καν τη γνωρίσουμε. Μέσα σε αυτές τις αλυσίδες, η μισθωτή εργασία ως διακινητής του διπόλου παραγωγής-κατανάλωσης έρχεται να αποτελέσει πέρα από κινητήρα για τον καπιταλισμό, μια από τις πιο δεσμευτικές πτυχές της υποδουλωμένης καθημερινότητας.
Είτε την ανάγουμε σε αναγκαίο κακό είτε την συνηθίσουμε όπως θέλει να συστήνεται ως χαρά, προνόμιο για τις μέρες μας, δημιουργία, τίτλο τιμής, εισιτήριο για μια καλή θέση στην κοινωνική πυραμίδα, συμπεραίνουμε πως όσο καθοριστική παρουσιάζεται για την ζωή μας η εργασία, άλλο τόσο και περισσότερο καθοριστικό ρόλο επιτελεί για τον ίδιο τον καπιταλισμό και τη διαιώνισή του.
Στον πυρήνα του καπιταλισμού, το τραπεζικό σύστημα αποτελεί τον κεντρικό πυλώνα μιας πυραμιδικής δομής εξουσίας, σχεδιασμένης να αποσπά συστηματικά την υπεραξία από την κοινωνική βάση και να την κατευθύνει προς μια κλειστή, παγκοσμιοποιημένη ολιγαρχία.
Η σημερινή ηγεμονία δεν προέκυψε ως νομοτέλεια της εξέλιξης, αλλά ως αποτέλεσμα ιστορικών, βίαιων επιβολών. Από τις Περιφράξεις στην Αγγλία, όπου εκατομμύρια άνθρωποι εκδιώχθηκαν από τις κοινές γαίες για να στερηθούν κάθε δυνατότητα αυτάρκειας και να μετατραπούν σε φθηνό εργατικό δυναμικό, μέχρι τις φυλακές οφειλετών του 19ου αιώνα, η στόχευση παραμένει αναλλοίωτη: ο αποκλεισμός από τα μέσα παραγωγής και επιβίωσης δημιουργεί την ανάγκη για πίστωση, και η πίστωση εντείνει την υποδούλωση αυτών που δεν έχουν τίποτα άλλο παρά την εργατική τους δύναμη.
Σήμερα, αυτός ο μηχανισμός έχει τελειοποιηθεί. Μέσω του κλασματικού αποθεματικού, οι τράπεζες εκδίδουν ψηφιακό χρήμα κυριολεκτικά από το πουθενά, κάθε φορά που χορηγούν ένα δάνειο. Η τράπεζα δημιουργεί φανταστικό χρήμα, αλλά απαιτεί την αποπληρωμή του με τον χρόνο και την εργασία των από τα κάτω. Εφόσον δημιουργείται το κεφάλαιο του δανείου αλλά ποτέ το χρήμα για τον τόκο, το σύστημα είναι καταδικασμένο σε μόνιμη έλλειψη ρευστότητας. Η κοινωνία εγκλωβίζεται σε έναν εξοντωτικό ανταγωνισμό παραγωγής που εξαντλεί τη φύση, μόνο και μόνο για να κυνηγά διαρκώς χρήμα που δεν επαρκεί για όλους. Επειδή είναι μαθηματικά αδύνατο να αποπληρωθεί το συνολικό χρέος, το σύστημα γεννά νομοτελειακά χρεοκοπίες. Μέσα από αυτές, ολοκληρώνεται η ληστεία: η τράπεζα κατάσχει σπίτια, γη, υποδομές τα οποία ανταλλάσσει με το αέρινο χρήμα που η ίδια είχε δημιουργήσει. Αυτό που παρουσιάζεται ως μια τεχνική δυσλειτουργία της αγοράς· είναι στην πραγματικότητα μια μαζική αντλία πλούτου.
Αστυνομία, Δικαστές και ΜΜΕ: Οι φρουροί του τραπεζικού μονοπωλίου
Το ιστορικό διαρκές έγκλημα συγκέντρωσης πλούτου και εξουσίας, δεν θα μπορούσε να επιβιώσει ούτε μια μέρα χωρίς τους δύο βασικούς προστάτες του: το κράτος και τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία. Τοκαπιταλιστικό σύστημα χρειάζεται το κράτος, πανίσχυρο καιβίαιο απέναντιστους αποκλεισμένους, ενισχύοντας τους στρατούς και κάθε λογής ιμπεριαλιστικούς πολέμους. Το χρειάζεται ως μονοπώλιο της νόμιμης βίας, ικανό να στείλει τα ΜΑΤ για να επιβάλουν τις εξώσεις στα κατασχεμένα σπίτια και να καταστείλουν τις απεργίες. Χρειάζεται τους αστυνομικούς μηχανισμούς του να περιφρουρούν τον πλούτο των ισχυρών από τις απαλλοτριώσεις των από τα κάτω. Το χρειάζεται ως διαχειριστή, ώστε όταν χρειάζεται, να επιβάλει μνημόνια, να διαλύσει τη δημόσια υγεία και να κοινωνικοποιήσει τις ζημιές των τραπεζών, όπως είδαμε στην παγκόσμια κατάρρευση του 2008 και στη βίαιη φτωχοποίηση της κοινωνίας την τελευταία δεκαετία.
Για να αποτρέψει οποιαδήποτε προοπτική εξέγερσης απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, ο νεοφιλελευθερισμός επιστρατεύει την ιδεολογική χειραγώγηση: την εξατομίκευση της ευθύνης. Παρουσιάζει την ανεργία, τη στεγαστική ανασφάλεια και τη φτώχεια —από καθαρά συστημικά αποτελέσματα της άντλησης της υπεραξίας από το κεφάλαιο— σε ατομικές αποτυχίες. Το δόγμα του “There Is No Alternative” επιχειρεί να επιβάλει μια ιστορική αμνησία, πείθοντας τους καταπιεσμένους ότι η δομή της αγοράς είναι ένας «φυσικός νόμος», απρόσβλητος από την ανθρώπινη παρέμβαση. Έτσι, το σύστημα κράτους κεφαλαίου εκπαίδευσε το προλεταριάτο να νιώθει ενοχή αντί για οργή.
Την ίδια ώρα, το δικαστικό σύστημα εξαντλεί την εκδικητικότητά του, εκμεταλλευόμενο τους ολοένα και πιο αυστηρούς ποινικούς κώδικες, χρεώνοντας εγκληματικές οργανώσεις υπό τον 187 του ΠΚ για σχεδόν όποιον συλλαμβάνεται για απαλλοτριώσεις τραπεζών. Οι ίδιοι δικαστές που κηρύσσουν παράνομες και καταχρηστικές τις απεργίες και που διατάζουν τις κατασχέσεις κατοικιών ακόμη και για μερικές εκατοντάδες ευρώ χρέη, είναι οι ίδιοι που φυλακίζουν με δεκάδες χρόνια φτωχοδιάβολους και συνειδητούς απαλλοτριωτές που κατηγορούνται για ληστείες και κλοπές.
Παίρνοντας πίσω τα κλεμμένα: Η ιστορική σημασία της απαλλοτρίωσης τραπεζών
Εφόσον οι τράπεζες αποτελούν τους κόμβους συσσώρευσης του κλεμμένου κοινωνικού πλούτου, η απαλλοτρίωσή τους αποτέλεσε ιστορικά μια ενστικτώδη –και αργότερα βαθιά πολιτική– απάντηση των από κάτω. Η κατανόηση του δομικού ρόλου των τραπεζών ως μηχανισμών παραγωγής φτώχειας, χρηματοδότησης πολέμων και υφαρπαγής της στέγης μέσω πλειστηριασμών, αναδεικνύει και την πολιτική φύση της επίθεσης σε αυτές. Η απαλλοτρίωση τραπεζών δεν συνιστά μια αποκομμένη ενέργεια μιας «φωτισμένης» πρωτοπορίας που διαχωρίζει τον εαυτό της από τους μισθωτούς. Αντιθέτως, αποτελεί την οργανωμένη και αποτελεσματική έκφραση μιας ευρύτερης, κοινωνικά δίκαιης πρακτικής. Πρόκειται για μια συνεχή βεντάλια πράξεων που ξεκινά από την απόσπαση βασικών αγαθών επιβίωσης από τα ράφια των σούπερ μάρκετ και φτάνει έως την οργανωμένη ληστεία τράπεζας. Στον πυρήνα της, η απαλλοτρίωση συνιστά την έμπρακτη άρνηση της μισθωτής σκλαβιάς και την ανάκτηση του κλεμμένου χρόνου και πλούτου από τη βάση προς τα κάτω.
Η πρακτική αυτή γεννήθηκε στις αγροτικές και μεθοριακές περιοχές του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, όπου απέναντι στην επέλαση των τραπεζών που έπαιρναν τη γη των αγροτών λόγω χρεών, αναδύθηκε η φιγούρα του κοινωνικού ληστή. Ομάδες που χτυπούσαν τα σύμβολα της καταπίεσης —τις τράπεζες, τις χρηματαποστολές και τα τρένα μεταφοράς χρυσού— συνήθως περιβάλλονταν από ένα πέπλο λαϊκής ανοχής και προστασίας. Στον ελλαδικό χώρο η κλεφτουριά που αντιμετωπίστηκε από το κράτος με κεφάλια καρφωμένα σε στύλους για παραδειγματισμό, ενέπνευσε τη λαϊκή μυθοπλασία και δημιουργήθηκαν αφηγήσεις και τραγούδια. Για τις κοινότητες που καταστρέφονταν από την επέλαση του καπιταλισμού, αυτοί οι ληστές ήταν πρώιμοι εκδικητές εναντίον της άδικης νομιμότητας.
Με το πέρασμα στον 20ό αιώνα, αυτή η ενστικτώδης αντεπίθεση απέκτησε θεωρητική συγκρότηση και την οικειοποιήθηκε το επαναστατικό και ιδιαίτερα το αναρχικό κίνημα. Ο πλούτος που βρισκόταν στα θησαυροφυλάκια των τραπεζών ανήκε στους εργάτες που τον παρήγαγαν, και συνεπώς η βίαιη απαλλοτρίωση του ήταν πολιτικό καθήκον.
Στη Γαλλία, ο ιλεγκαλισμός εκφράστηκε τον κύκλο του αναρχικού Μαριούς Ζακόμπ (Marius Jacob) και τη «συμμορία Μπονό», οι οποίοι στόχευαν τράπεζες και την αστική τάξη. Ο Ζακόμπ σε δικαστήριο το 1905 μίλησε για την επιλογή του: “Δεν εκλιπαρούμε για το δικαίωμα στη ζωή, το παίρνουμε”.
Την πρακτική της απαλλοτρίωσης οικειοποιήθηκε και το αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα της Ιβηρικής. Στην Ισπανία των δεκαετιών του 1920 και 1930, ομάδες όπως οι Los Solidarios, με κεντρική φιγούρα τον Μπουεναβεντούρα Ντουρούτι, μετέτρεψαν τις ληστείες τραπεζών σε τακτικό όπλο του ταξικού πολέμου. Οι απαλλοτριώσεις δεν γίνονταν για ατομικό πλουτισμό. Τα χρήματα από τις τράπεζες κατευθύνονταν στο κίνημα στηρίζοντας ταμεία απεργιακού αγώνα, αγόραζαν τυπογραφεία για την έκδοση αναρχικών εφημερίδων και εξόπλιζαν τους εργάτες για τη σύγκρουση με τους μπράβους της εργοδοσίας και το κράτος. Οι τράπεζες ήταν το ταμείο του εχθρού, και η απαλλοτρίωσή τους ήταν ο τρόπος να χρηματοδοτηθεί η αντεπίθεση του προλεταριάτου. Η πρακτική της απαλλοτρίωσης τραπεζών επιβίωσε και μετά την ήττα της Ισπανικής επανάστασης κατά τη διάρκεια της Φρανκικής δικτατορίας με χαρακτηριστικό παράδειγμα την ομάδα του Σαμπατέ.
Αυτή η παράδοση μεταλαμπαδεύτηκε στα αντάρτικα πόλεων των δεκαετιών του ’60 και ’70, τόσο στη Λατινική Αμερική όσο και στην Ευρώπη. Η πρακτική της ληστείας τράπεζας απέδειξε στην πράξη ότι ο πλούτος της ολιγαρχίας είναι ευάλωτος και πως η κατασκευασμένη αξία του χρήματος μπορεί και να καταλυθεί. Γι αυτό και στο σήμερα που ο φιλελευθερισμός προβάλλεται ως μονόδρομος η πρακτική αυτή εξακολουθεί να έχει απήχηση και να εμπνέει τους καταπιεσμένους.
Σε πόλεμο με τον μεγάλο αδελφό: η αντίσταση στην εποχή της καθολικής επιτήρησης
Στη σύγχρονη εποχή το τοπίο της σύγκρουσης άλλαξε ριζικά. Η απάντηση του κράτους απέναντι στην απαλλοτρίωση δεν βασίστηκε απλώς στη στρατιωτικοποίηση της αστυνομίας που αποτελούσε ιστορικά το πάγιο εργαλείο του κράτους σε κάθε όξυνση του ταξικού πολέμου. Η πραγματική, ασύμμετρη υπεροπλία της σύγχρονης καταστολής χτίστηκε πάνω στο δόγμα της επιτήρησης και του κοινωνικού πανοπτικού. Οι τράπεζες οχυρώθηκαν υλικά (χρονοκαθυστερήσεις, παγίδες χρωματισμού χαρτονομισμάτων), μείωσαν τα φυσικά τους υποκαταστήματά καθώς το χρήμα ψηφιοποιείται, αλλά κυρίως οχυρώθηκαν μέσα σε ένα ασφυκτικό δίκτυο παρακολούθησης που καθιστά τον χώρο της πόλης αλλά και της επαρχίας εχθρικό για οποιαδήποτε πράξη ρήξης με την νομιμότητα.
Σήμερα, η καταστολή κερδίζει έδαφος χάρη στο τεχνολογικό της μονοπώλιο με εκτεταμένες τηλεφωνικές παρακολουθήσεις, κοριούς, συσκευές γεωεντοπισμού σε οχήματα, stealth drones και ανάλυση δεδομένων (DNA, ψηφιακά ίχνη). Ακόμα και αν μια ομάδα αγωνιστών καταφέρει να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της επιτήρησης και να υπερκεράσει την ασφάλεια του στόχου, κάθε διαφυγή προσκρούει στη χαρτογράφηση “πόρτα-πόρτα”, καθώς η αστυνομία αντλεί άμεσα υλικό από το χαοτικό δίκτυο χιλιάδων ιδιωτικών ή κρατικών καμερών (σε μαγαζιά,σε σπίτια, κάμερες κυκλοφορίας). Η πόλη έχει μετατραπεί σε έναν απέραντο ρουφιάνο, καθιστώντας οποιαδήποτε δράση σύγκρουσης με τη νομιμότητα εξαιρετικά επικίνδυνη. Παρά τη συντριπτική υπεροπλία μέσων επιτήρησης όμως, η απαλλοτρίωση τραπεζών, έγινε ένα πιο απαιτητικό πεδίο τεχνικά, αλλά δεν έσβησε. Από τις επιθέσεις σε τεθωρακισμένα οχήματα χρηματαποστολών στη Γερμανία, μέχρι τις ένοπλες απαλλοτριώσεις από το εξεγερσιακό αναρχικό κίνημα στη Χιλή και την αντίστοιχη διατήρηση της τακτικής αυτής από συντρόφια στον ελλαδικό χώρο, η πρακτική της απαλλοτρίωσης παραμένει ζωντανή, είτε ως μέσο αυτοχρηματοδότησης των αγώνων είτε ως άρνηση της μισθωτής σκλαβιάς. Αποτελεί την έμπρακτη υπενθύμιση ότι απέναντι στο τεχνολογικό μονοπώλιο του ελέγχου, η εξέγερση βρίσκει ακόμα ρωγμές.
Αταλάντευτα δίπλα στα αιχμάλωτα συντρόφια, εγκληματίες και ληστές είναι το κράτος και οι καπιταλιστές
Στεκόμαστε ανεπιφύλακτα λοιπόν δίπλα στα συντρόφια μας διότι από όποια πλευρά κι αν το εξετάσουμε, ιστορική, κοινωνική, πολιτική, υπαρξιακή, έγκλημα αποτελεί η ίδια η ίδρυση μιας τράπεζας και πραγματικές εγκληματικές οργανώσεις είναι οι όμιλοι ολιγαρχών, εγχώριων και διεθνών, που απολαμβάνουν τα τεράστια κέρδη που αποκτούν βυθίζοντας χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπων σε ένα βούρκο διαρκούς οικονομικής αφαίμαξης και εξαθλίωσης. Ολιγαρχικών ομίλων που συνήθως τους συναντάμε πίσω από το εφοπλιστικό και το βιομηχανικό κεφάλαιο, τη βιομηχανία του αθλητισμού και θεάματος εν γένει, τις επενδύσεις στην ενέργεια και τα media. Γιατί αν κάνει κανείς μια έρευνα γύρω από τη μετοχική σύνθεση του ΔΣ μιας οποιασδήποτε τράπεζας θα πέσει όλος περιέργως στους ίδιους και τους ίδιους κατόχους εξουσίας και πλούτου που εξαθλιώνουν και καταστρέφουν χιλιάδες ζωές.
Γιατί πόσες ζωές δεν έχουν καταστραφεί από τις μαφιόζικες πρακτικές των τραπεζικών funds. Πόσοι άνθρωποι δεν έχουν δει τον εαυτό τους να φτάνει στα όρια της οικονομικής, ψυχικής και πνευματικής εξουθένωσης; Πόσες βρέθηκαν στο δρόμο ανέστιες, πόσοι ξεπέρασαν τα ψυχικά τους όρια δίνοντας τέλος στη ζωή τους, πόσοι κατέληξαν στις φυλακές ως αποτέλεσμα μη δυνατότητας καταβολής νόμιμων οφειλών; Πόσο πόνο και πόση δυστυχία έχουν προκαλέσει αυτές οι εγκληματικές οργανώσεις με τις λαμπερές οχυρωμένες και επιτηρούμενες βιτρίνες τους την ίδια ώρα που το κράτος και οι ένστολες συμμορίες των δολοφόνων είναι στη πρώτη γραμμή υπεράσπισης των συμφερόντων τους;
Είτε πρόκειται για την κατάσχεση σπιτιών και την έξωση ανθρώπων από τις οικίες τους είτε για ενδεχόμενες ενέδρες θανάτου σε όσους τόλμησαν να βάλουν χέρι σε αυτόν τον εγκληματικά αποκτημένο πλούτο, όποιο κι αν ήταν ίσως το κίνητρο τους, η ΕΛΑΣ αναλαμβάνει να λειτουργεί ως συμμορία μπράβων για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των τραπεζικών κολοσσών. Η ολομέτωπη και με κάθε τρόπο επίθεση επομένως στις τράπεζες δε θα μπορούσε παρά να αποτελεί επιλογή και όπλο κάθε αξιοπρεπή ανθρώπου που έχει ψηλά στη ζυγαριά του την αξία της εναντίωσης σε κάθε πηγή εκμετάλλευσης και εξουσίας. Σε κάθε περίπτωση, είτε ως επιλογή επιβίωσης είτε ως επιλογή συνειδητής και έμπρακτης εναντίωσης στην οργανωμένη καταλήστευση των ζωών μας από τις ίδιες τις τράπεζες, η ληστεία μιας τράπεζας είναι πρώτα από όλα μια ηθικά δικαιολογημένη ενέργεια αλλά μπορεί να φτάσει να είναι και μια πλήρως συνειδητοποιημένη επαναστατική πράξη.
Οι απαλλοτριώσεις χρημάτων ή και υλικών πόρων από αυτούς που συσσωρεύουν το πλούτο, εκμεταλλευόμενοι ανθρώπους, ζώα, φύση, ενταγμένες στο πλαίσιο που περιλαμβάνει την καταστροφή τόσο της ίδια της οικονομίας όσο και του σύγχρονου τρόπου ζωής, αποτελούν πράξεις εξέγερσης ενάντια στην εξουσία. Γιατί από τη στιγμή που η κυριαρχία συντηρείται από ένα πλέγμα οικονομικών, πολιτικών και κοινωνικών συμβάσεων και συνθηκών, η ολοκληρωτική καταστροφή της συνεπάγεται και την ανάπτυξη μίας πολεμικής απέναντι σε κάθε μία σύμβαση ξεχωριστά, αλλά και στο σύνολό τους.
Αποτελούν πράξεις εξέγερσης που δημιουργούν ρωγμές στη βιτρίνα του οικονομικού κατεστημένου, απορρυθμίζουν την ομαλή λειτουργία του κεφαλαίου αλλά και, ανά περιπτώσεις, καταρρίπτουν τον μύθο της συνθήκης της μισθωτής σκλαβιάς και του καπιταλισμού ως μοναδικού τρόπου επιβίωσης σήμερα, ως μοναδικού τρόπου οργάνωσης των ζωών μας.
Αποτελούν πράξεις εξέγερσης που ανοίγουν το στοίχημα για την κατάκτηση μιας ζωής που θα βιώνεται χωρίς ιδιοκτησία, εμπόριο, κέρδος, εξουσία, κανόνες, σε αντίθεση με μία ζωή που αγκομαχά προσπαθώντας να ελιχθεί ανάμεσα στις διάχυτες και επιβλητικές προσταγές της οικονομίας.
Γιατί στην πραγματικότητα εγκληματίες και ληστές είναι τα κράτη, οι βιομήχανοι, οι τράπεζες και οι εφοπλιστές
Όσο θα υπάρχουν φυλακισμένοι αγωνιστές και αγωνίστριες να μας θυμίζουν πως ΟΛΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ, χρέος μας είναι να στεκόμαστε δίπλα τους απαντώντας ΟΛΑ ΣΥΝΕΧΙΖΟΝΤΑΙ
Συνέλευση Αλληλεγγύης στους φυλακισμένους, φυγόδικους και διωκόμενους αγωνιστές και αγωνίστριες

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...