Η πιλοτική εφαρμογή Τεχνητής Νοημοσύνης στις ιατροδικαστικές υπηρεσίες, που παρουσιάστηκε ως ένα από τα «εμβληματικά» έργα ψηφιακού εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης, εξελίσσεται πλέον σε υπόθεση με έντονη πολιτική και θεσμική σκιά, την ώρα που βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και πληθαίνουν τα ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης δημόσιου χρήματος και διαδικασιών.
Παρά την επίσημη εικόνα περί οργανωμένου σχεδιασμού και τεχνοκρατικής επάρκειας, τα στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας περιγράφουν ένα πλαίσιο όπου οι αποφάσεις μοιάζουν να προηγήθηκαν των διαδικασιών, οι ρόλοι να μην είναι ξεκάθαρα οριοθετημένοι και η διοικητική αλυσίδα να εμφανίζει κενά που δύσκολα συμβαδίζουν με ένα έργο τέτοιας χρηματοδότησης και βαρύτητας.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η ίδια η κυβερνητική διαχείριση ενός έργου που πέρασε μέσα από τρία υπουργεία και ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά σήμερα προκαλεί ερωτήματα για το αν υπήρξε πραγματικός ανταγωνισμός ή αν το πλαίσιο ήταν εξαρχής πιο «κλειστό» απ’ όσο παρουσιαζόταν. Οι αναφορές σε χρονικές ασυνέχειες, πρόσωπα που εμφανίζονται σε κρίσιμα στάδια πριν ολοκληρωθούν τυπικές διαδικασίες και αντικρουόμενες υπηρεσιακές εκδοχές, ενισχύουν την εικόνα μιας υπόθεσης που δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί καθαρά διαφανής.
Την ίδια στιγμή, κυβερνητικές και υπηρεσιακές απαντήσεις που επικαλούνται τυπικές διαδικασίες δεν φαίνεται να λύνουν τις αντιφάσεις, αλλά αντίθετα να αφήνουν ανοιχτά περισσότερα ερωτήματα απ’ όσα κλείνουν. Η απόσταση ανάμεσα στην επίσημη αφήγηση και στα επιμέρους στοιχεία που δημοσιοποιούνται τροφοδοτεί την εντύπωση ότι η υπόθεση έχει ήδη ξεφύγει από τα στενά όρια μιας τεχνικής εφαρμογής.
Ακόμη πιο αιχμηρή είναι η εικόνα στο πεδίο της υλοποίησης, όπου καταγράφονται προβλήματα λειτουργίας, περιορισμένη χρήση από τις υπηρεσίες και τεχνικές αστοχίες που, σύμφωνα με αναφορές, δεν συνάδουν με ένα έργο που είχε παρουσιαστεί ως αιχμής και υψηλής αξιοπιστίας. Σε αυτό το φόντο, η κριτική προς την κυβέρνηση εστιάζει όχι μόνο στην επιλογή και παρακολούθηση του έργου, αλλά και στη συνολική αποτελεσματικότητα του μηχανισμού ελέγχου.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται πλέον να φωτίσει ένα τοπίο όπου η τυπική νομιμότητα, η ουσιαστική διαφάνεια και η πρακτική εφαρμογή δεν φαίνεται να κινούνται στην ίδια γραμμή, με την υπόθεση να λειτουργεί ως ευρύτερο τεστ για τον τρόπο που το κράτος διαχειρίζεται μεγάλα ευρωπαϊκά έργα και δημόσιους πόρους.
