Τελευταία νέα
Ο Τσίπρας σχολιάζει την επικαιρότητα και προτείνει την ταινία «Ο Νονός» [βίντεο] Ο Αλέξης Τσίπρας προτείνει «Νονό» και αφήνει τους συνειρμούς ανοιχτούς Θεσσαλονίκη: Μεγάλες ουρές για τη φρεγάτα «Κίμων» στο λιμάνι [βίντεο] Διαδηλώσεις στη Γαλλία: 135 συλλήψεις και 70.000 αστυνομικοί στους δρόμους – Πού σημειώνονται επεισόδια Μαρινάκης: “Η μάχη που έρχεται είναι ιδεολογική. Δεν είναι μάχη για ποσοστά. Είναι μάχη για το ποια χώρα θέλουμε” ΕΛ.Α.Σ.: Να δοθεί στη δημοσιότητα η συμφωνία για τη Μονή Σινά – Ευθύνες στην κυβέρνηση για τους χειρισμούς της «Ο δικός μας Νέος Κόσμος; Χωρίς αδικίες και αποικιοκρατία» Έρευνα της Αρχής Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος για σκάνδαλο μπάσκετ: Στο μικροσκόπιο περιουσίες και πόθεν έσχες Παύλος Μαρινάκης: Βασικό διακύβευμα των εκλογών η σύγκρουση της σοβαρής και αποτελεσματικής πολιτικής με τον λαϊκισμό και τα άκρα Πένθος για τον Δημήτρη Πιατά: Πέθανε η σύζυγός του Λέλα – Το ανακοίνωσε ο Βούρος μετά την παράσταση ΥΠΕΞ για 81 χρόνια ΟΗΕ: Σημαντικότητα της Προσήλωσης στο Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας Γκιουλέρ: Η Αίγυπτος θα κέρδιζε 15.000 τ. χλμ. με συμφωνία θαλάσσιων ζωνών με την Τουρκία – Τι είπε για Ελλάδα
Efsyn.gr

Αριστερή μνησικακία

Συχνά οι δεξιοί ισχυρίζονται πως η Αριστερά είναι μια μνησίκακη οντότητα. Οχι μόνο εποφθαλμιά την εξουσία των άλλων –που, άλλωστε, μόνο αυτοί τη δικαιούνται–, αλλά, κυρίως, διαπαιδαγωγεί το κοινό της στο να μνησικακεί απέναντι στους πετυχημένους. Να φθονεί τους γουίνερ, να μισεί τους πλούσιους.
Πρόκειται για παλιό κλισέ. Οι πιο μορφωμένοι δεξιοί κάτι έχουν ακούσει, ίσως, για τον Νίτσε. Που, στην εύπεπτη εκδοχή του, φαίνεται να εξηγεί πόσο άθλια είναι η στάση του αδύναμου υποκειμένου απέναντι στον ισχυρό, τον κατάλληλο να εξελιχτεί σε υπεράνθρωπο, που, αφού είναι αδύνατον να τον φτάσει, προσπαθεί να τον κατεβάσει τουλάχιστον στα μέτρα του. Η πιο χαρακτηριστική ιστορικά περίπτωση μνησίκακου αδύναμου είναι η χριστιανική: η αγάπη απέναντι στη δύναμη, στο δίκαια κατακτημένο ή κληρονομημένο κλέος, είναι κατεξοχήν εκδήλωση του άθλιου συνδρόμου.
Ο Γεωργιάδης, βέβαια, δεν ξέρει από Νίτσε – εκτός, ίσως, από όσα μπορεί να αναφέρονται σε ναζιστικά εγχειρίδια, που επιδιώκουν να τον προσεταιριστούν. Οι δεξιοί συνολικά –ιδίως οι αρθρογράφοι δημόσιοι διανοούμενοι–, που έχουν κάνει στόχο ζωής να πολεμούν την αριστερή ταξική μνησικακία, δεν είναι ιδιαίτερα «φιλοσοφημένοι», είναι «πρακτικοί» άνθρωποι· δεν υπάρχουν για να «αναλύουν», αλλά για να λύνουν προβλήματα.
Η χρήση της έννοιας της μνησικακίας είναι, λοιπόν, εξίσου πρακτική. Μοιάζουν λίγο εδώ με τους άπειρους «γκραμσιανούς» αριστερούς, που χρησιμοποιούν την έννοια της «ηγεμονίας», μια έννοια πολύ προσδιορισμένη θεωρητικά, διά πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο τι κάνουν οι δεξιοί, αλλά και πόσο καλά το κάνουν. Και το κάνουν καλά.
Τι καλύτερη απόδειξη χρειάζεται από το γεγονός πως επιδραστικοί πολιτικά αριστεροί τείνουν να συμφωνήσουν – με τον τρόπο τους πάντα. Οι εκκλήσεις προς την υγιή επιχειρηματικότητα ή προς τη «μεσαία» τάξη –και δεν εννοούν με αυτό τις δασκάλες ή τις νοσοκόμες, ελπίζω–, η πληθωριστική χρήση της «αξιοκρατίας» –σιγά σιγά θα έρθει και η «αριστεία»–, η συχνή προτροπή να εγκαταλείψουμε τα κόμπλεξ μας απέναντι στους «παραγωγικούς» συμπολίτες μας είναι δείκτης αυτής της υπαναχώρησης. Η οποία είναι στρατηγική, αφορά, δηλαδή, τα θεμελιώδη μιας αριστερής πολιτικής.
Γιατί η αριστερή πολιτική δεν μπορεί παρά να είναι ταξική. Που σημαίνει αδιάλλακτη. Οσο, τουλάχιστον, αδιάλλακτη είναι και η δεξιά πολιτική. Γιατί η Αριστερά δεν πολεμά, γενικώς, τις ανισότητες. Πολεμά –και τότε μόνο είναι Αριστερά– την εκμετάλλευση, που είναι η βαθιά πηγή της ανισότητας.
Εκμετάλλευση. Που σημαίνει πως το κέρδος του πετυχημένου είναι η απώλεια του αποτυχημένου. Καταστατικά. Πράγμα που δεν αλλάζει ακόμα και στις εποχές της «ευημερίας» – πόσο μάλλον στις εποχές της παρατεταμένης και θανατηφόρας κρίσης, στην οποία ζούμε.
Το «μεγάλο κεφάλαιο» ηγείται της συμμαχίας του λαού της ιδιοκτησίας, συνολικά· ηγεμονεύει, αλλά δεν έχει την αποκλειστικότητα στην «επιτυχία». Οι «ευκατάστατοι», στο σύνολό τους, ξέρουν καλά πως τα συμφέροντά τους είναι ανταγωνιστικά απέναντι σε αυτά της εργατικής τάξης. Και όχι μόνο ως εργοδότες, που, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους –και από την πρόθεσή τους, μερικές φορές– κερδίζουν πολλά, όταν δεν κερδίζουν (sic) πολλά οι υπάλληλοί τους. Για τη μεγάλη πλειονότητα των αφεντικών, ακόμα και μεσαίων μαγαζατόρων –πλην ελαχίστων «ψώνιων», που γρήγορα θα κλείσουν–, οι κακές συνθήκες, λόγω «εξορθολογισμού του κόστους», τα εξευτελιστικά μεροκάματα κ.λπ. είναι όρος για την «ευημερία» τους. Δεν είναι «στρεβλώσεις». Στην Ελλάδα, λόγω των μνημονιακών κυβερνήσεων, η κατάσταση είναι παραδειγματική.
Δεν αφορά, όμως, ξαναλέω, μόνο τους εργοδότες. Σκεφτείτε, για παράδειγμα, τον ιδιοκτήτη τριών-τεσσάρων, ας πούμε, ακινήτων προς εκμετάλλευση – και δύο φτάνουν κάποιες φορές. Δεν είναι προφανές πως το συμφέρον του είναι διάφανο και περιφανές; Να πάρει το μεγαλύτερο δυνατό ενοίκιο κι ας είναι αυτό το μισό και παραπάνω εισόδημα του ενοικιαστή; Πώς είναι δυνατόν να «συμμαχήσει» με τον ενοικιαστή;
Υπάρχουν εκατοντάδες άλλα παραδείγματα. Που δείχνουν πως δεν είναι μόνο οι μεγαλοκαρχαρίες που μας κατασπαράζουν· τα πιράνχας συχνά είναι εξίσου αιμοβόρα. Ή και περισσότερο. Σε αυτές τις συνθήκες, όποιος αριστερός «αποτάσσεται» τη «μνησικακία» δεν βοηθάει καθόλου. Καθόλου, όμως.

Διαβάστε περισσότερα

Διαβάστε επίσης...